Για μια χούφτα καπίκια!

Για μια χούφτα καπίκια!

 

Είσοδος στη Μαριούπολη (Ουκρανία)  [Η φωτογραφία είναι του Στέλιου Ελληνιάδη].

 

Οι εικόνες στο τηλεοπτικό κανάλι «ΤΒ 7», ένα από τα τρία τοπικά της Μαριούπολης, στο βραδυνό δελτίο ειδήσεων ήταν συγκλονιστικές. Μπροστά στο φακό, μία ομάδα εισπρακτόρων μπούκαρε στην κυριολεξία στα διαμερίσματα των πολυκατοικιών που μένουν φτωχοί άνθρωποι για να εισπράξει τις καθυστερημένες οφειλές στην εταιρία ηλεκτρισμού! Όταν μία νοικοκυρά αρνήθηκε να ανοίξει, οι εισπράκτορες -παίρνοντας ρεύμα από την κεντρική παροχή της πολυκατοικίας- έκοψαν την πόρτα με ηλεκτρικό πριόνι μετάλλων και μπήκαν με το ζόρι μέσα στο μικρό διαμέρισμα. Κοίταξαν τριγύρω και πήραν οτιδήποτε είχε κάποια αξία.

Μια παλιά τηλεόραση, ένα μεταχειρισμένο dvd player, ένα φτηνό ρολόι τοίχου και το ψυγείο, αφού το άδειασαν από μερικά λαχανικά και ένα μισοφαγωμένο λουκάνικο. Η μεσήλικη γυναίκα αποσβολωμένη ψέλιζε ότι είναι άνεργη εδώ και πολύ καιρό, αφού τα εργοστάσια της πόλης είχαν μειώσει σχεδόν κατά το ήμισυ το δυναμικό τους. Από καιρό ζούσε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με κεριά, επειδή το χρέος της στην εταιρία είχε φτάσει τα 140 ευρώ! Οι εισπράκτορες, δύο άντρες και δύο γυναίκες, φόρτωσαν τα λιγοστά πράγματα στο βανάκι τους και κίνησαν για το επόμενο διαμέρισμα, υπενθυμίζοντας στην κάτοχο του διαμερίσματος ότι αν δεν εξοφληθεί το χρέος από την πώληση των κατασχεμένων, θα επιστρέψουν με κίνδυνο να της πάρουν ακόμα και το διαμέρισμα που είναι ό,τι της έχει απομείνει από τη σοβιετική εποχή!
Ένας Ρωμιός από την παρέα, πετυχημένος επιχειρηματίας, όση ώρα παρακολουθούσαμε τις ειδήσεις, μου εξηγούσε με ένα πικρό χαμόγελο ότι η αμοιβή της εργάτριας επί Σοβιετικής Ένωσης ήταν δύο φορές η δική του που εργαζόταν στο ίδιο μεταλλουργικό εργοστάσιο ως μηχανικός. 4-5 ρούβλια τη μέρα έφταναν και περίσσευαν όταν η δουλειά δεν έλειπε ποτέ από κανέναν, ένα κιλό πατάτες κόστιζε λίγα καπίκια, σχολείο, νοσοκομείο και διακοπές ήταν δωρεάν και για το σπίτι πλήρωναν ένα μικροποσό για κοινόχρηστα που περιλάμβανε καθαριότητα, ασανσέρ, ηλεκτρισμό, αέριο, θέρμανση και ζεστό νερό όλο το εικοσιτετράωρο!
Τώρα, οι ολιγάρχες που ευλογήθηκαν από τη δημοκρατική Δύση, στήνουν τους πολίτες στον τοίχο για μια χούφτα καπίκια!

Στέλιος Ελληνιάδης

 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 67,  28 Μαΐου 2011

 

Advertisements

Όλα τα λεφτά στην πίστα…

‘Ολα τα λεφτά στην πίστα…

Μια βόλτα στις φωτισμένες πίστες με τις σκοτεινές συναλλαγές που συνδέουν χρόνια τώρα τους παράγοντες της μέρας με τον κόσμο της νύχτας

Η «Φαντασία» εκδικήθηκε συμπαρασύροντας στην κατεδάφισή της τον Τόλη Βοσκόπουλο, την υφυπουργό Αντζελα Γκερέκου και τη βιτρίνα του συστήματος, παρ’ όλο που ο πρωθυπουργός παραβρέθηκε στην «τελετή» με τις μπουλντόζες για να ξορκίσει ο ίδιος τα πνεύματα. Ομως, δεν έπιασαν τα ξόρκια. Η πρώτη παραίτηση υπουργού, και δη από το υπουργείο Πολιτισμού, ακολούθησε εντός ολίγου.

 Η «Φαντασία», στο Ελληνικό, απέναντι από το παλιό αεροδρόμιο, ήταν το «Μέγαρο» της διασκέδασης στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Κάθε τραγουδιστής που έκανε καριέρα ονειρευόταν ότι κάποια μέρα θα τραγουδήσει εκεί. Και κάθε μικροαστός που ανερχόταν οικονομικά φανταζόταν τον εαυτό του σε πρώτο τραπέζι στη «Φαντασία», το «Στορκ», τη «Νεράιδα» ή τα «Δειλινά». Γύρω απ’ αυτό το «φαντασιακό» διαμορφώθηκε η νυχτερινή διασκέδαση. Για τους πολιτικούς, τα μαγαζιά της παραλίας αντιπροσώπευαν την ευημερία, είτε υπαρκτή είτε εικονική. Πρόσφεραν τα «θεάματα», ακόμα κι αν δεν υπήρχε αρκετός «άρτος» για όλους. Για την παραεξουσία ήταν μια σταθερή πηγή υψηλού μαύρου εισοδήματος. Εκτοτε, πολλοί ελεγκτές του μηχανισμού που έχουν κέντρα διασκέδασης στην «ενορία» τους πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Περνώντας τις ώρες αιχμής από τα μαγαζιά χτίζουν ορόφους και βάζουν τζακούζι στα εξοχικά τους.

Τη φοροαποφυγή δεν την εφηύραν ούτε οι ιδιοκτήτες των κέντρων διασκέδασης, ούτε οι τραγουδιστές. Τη διαμόρφωσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Γιατί η φοροαποφυγή στη νύχτα ήταν φανερή και γνωστή. Τα μαγαζιά είναι δημόσιοι χώροι. Από αρχαιοτάτων χρόνων, εκατομμύρια πελάτες, μικρομεσαίοι (στα πίσω τραπέζια), πλούσιοι, υπουργοί και πρωθυπουργοί (στα μπροστινά), γνωρίζουν το καθεστώς λειτουργίας των μαγαζιών. Ούτε ο Αριστοτέλης Ωνάσης έπαιρνε θεωρημένες αποδείξεις από τη «Φαντασία», ούτε ο Αντρέας Παπανδρέου από το «Χάραμα». Ούτε οι αμέτρητοι βουλευτές και υπουργοί που γιορτάζουν γάμους και βαφτίσια των παιδιών τους, την ονομαστική τους εορτή και τις προεκλογικές τους συγκεντρώσεις ή τις εκλογικές νίκες στα κέντρα διασκέδασης, σε όλη την Ελλάδα.

Ακρόπολη και μπουζούκια

Εδώ και χρόνια, τα μαγαζιά συντηρούνται σε μεγάλο βαθμό από τους χορούς και τις συνεστιάσεις των κομμάτων και των συλλόγων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Οι πάντες πραγματοποιούν τις ετήσιες χοροεσπερίδες τους στα μαγαζιά. Και ο χορός των δικαστικών στη «Φαντασία» ή τα «Δειλινά» γινόταν. Και των εφοριακών. Οι περισσότερες πολεοδομικές αυθαιρεσίες στα μαγαζιά έγιναν για να μεγαλώσει η χωρητικότητά τους, με προεκτάσεις ή δεύτερες αίθουσες, για να προσελκύουν τους συλλόγους με τα πολλά μέλη (Τράπεζες, ΙΚΑ, υπουργεία, ΟΤΕ κ.λπ.). Οι νίκες στα ντέρμπι και οι κατακτήσεις κυπέλλων γιορτάζονται στα μαγαζιά. Ο Πανταζής (Πανιώνιος) και ο Ρέμος (Ηρακλής) δεν είναι οι μόνοι που επεκτάθηκαν στον επίσης αδιαφανή και ευνοημένο από τα κόμματα εξουσίας (με σκανδαλώδεις διαγραφές χρεών) επαγγελματικό αθλητισμό.

Ολα τα μεγάλα μαγαζιά έχουν ειδικευμένο προσωπικό που ασχολείται αποκλειστικά με τους χορούς, καλλιεργώντας γνωριμίες με κομματικούς παράγοντες, συνδικαλιστές και παράγοντες σωματείων πάσης φύσεως. Πολλοί φοιτητοπατέρες διακινούν χιλιάδες φοιτητές στα κέντρα διασκέδασης με το αζημίωτο. Ακόμα και σχολεία κατεβαίνουν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη με πρόσχημα μια επίσκεψη στην Ακρόπολη ή το Βυζαντινό Μουσείο, αλλά με πραγματικό σκοπό μια βραδιά σε μεγάλη πίστα. Συνήθως, για την επιλογή του χώρου διασκέδασης μεσολαβεί αλισβερίσι μεταξύ μαθητών, ταξιδιωτικών γραφείων και μαγαζιών.

Ανέκαθεν οι μαγαζάτορες έπρεπε να τα έχουν καλά με την αστυνομία και το βαθύ κράτος. Τα μεγαλύτερα κοσμικά μαγαζιά τα είχαν άνθρωποι με πιστοποιημένη πολιτική ταυτότητα ή κομματική σχέση. Ενας δηλωμένος βασιλικός, ένας κουμπάρος ισχυρότατου πολιτικού της δεξιάς, ένας πρώην μπράβος και μία προστατευόμενη υπουργού της χούντας ήταν οι σημαντικότεροι επιχειρηματίες της νύχτας στη δεκαετία του ’70. Και για να είναι αποτελεσματικός ο έλεγχος σε όλα τα μαγαζιά, η απαραίτητη άδεια λειτουργίας τους ήταν πάντα σε εκκρεμότητα, ώστε οι μαγαζάτορες να βρίσκονται σε μια διαρκή ομηρία και να είναι ευάλωτοι στους εκβιασμούς των αρχών, επ’ ανταλλάγματι.

Στα νεότερα χρόνια, το καθεστώς προσαρμοζόταν στις αλλαγές. Οι παλιοί επιχειρηματίες δεν πειράχτηκαν, αλλά βοηθήθηκαν άλλοι που πρόσκεινταν στο ΠΑΣΟΚ ή σε στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με παραχωρήσεις χώρων του Δημοσίου, διευκολύνσεις δανείων για «πολιτιστικά κέντρα» κ.λπ. Είτε με λάδωμα είτε με πολιτικά κονέ και διαμεσολαβήσεις δόθηκαν θέατρα, στάδια, παραλίες, πάρκα, ακόμα και τοποθεσίες προσκείμενες σε αρχαιολογικούς χώρους, για να γίνουν καφετέριες και κέντρα διασκέδασης. Λέγεται, μάλιστα, ότι και η κατεδάφιση του θαυμάσιου «Ορφέα», στην οδό Σταδίου, χωρητικότητας 1.700 ατόμων, έκρυβε και άλλες σκοπιμότητες πέρα από την αποτροπή δημιουργίας εναλλακτικής αίθουσας στη μονοκρατορία του Μεγάρου.

Μέσα σ’ αυτή την ηθελημένη από τα κέντρα εξουσίας θολή κατάσταση, οι μαγαζάτορες ικανοποιούν τις ιδιοτελείς απαιτήσεις των πολιτικών και των υπαλλήλων της αστυνομίας, της εφορίας, της πολεοδομίας, του υγειονομικού και της πυροσβεστικής για να κρατάνε τα μαγαζιά τους ανοιχτά. Καθ’ οδόν, στη διαδικασία αδειοδότησης (και λαδώματος) προστέθηκαν οι δήμοι. Και, από τη δεκαετία του ’90, εδραιώθηκε πιο οργανωμένα η «προστασία» του «ιδιωτικού» τομέα. Δηλαδή, η φοροδιαφυγή και οι άλλες παραβάσεις (παράνομα κτίσματα, δολοφονικά ποτά-μπόμπες, έλλειψη πυρασφάλειας και εξόδων κινδύνου κ.ά.) γίνονται ανεκτές και ενθαρρύνονται σιωπηρά από μηχανισμούς του κράτους και της αυτοδιοίκησης, για να εισπράττουν μερίδιο όλοι οι εμπλεκόμενοι, όχι βέβαια για τα δημόσια ταμεία, αλλά για τις τσέπες τους. Ακόμα και συγγενείς και φίλοι υπουργών και δημάρχων προσλαμβάνονται σε μαγαζιά, με αργομισθίες. Και αστυνομικοί εν ενεργεία δουλεύουν σεκιούριτι σε μαγαζιά, αφού το κράτος αφήνει τον υπόκοσμο να αναπτύσσεται.

Πόρτα στον υπόκοσμο

Σκοπίμως, λοιπόν, δεν μπαίνει τάξη στη διασκέδαση, γιατί βολεύεται ένας ολόκληρος παρασιτικός ιστός που πλέχτηκε γύρω από τα μαγαζιά και τα απομυζά. Μπορεί αυτό να ακούγεται παράδοξο, αλλά οι επιχειρηματίες της νύχτας περπατούν σε τεντωμένο σχοινί. Οι μηχανισμοί ωθούν προς την αντίθετη από το νόμο κατεύθυνση. Η κρατική ασυδοσία δυσκολεύει τους επιχειρηματίες που δεν διαθέτουν ισχυρούς δεσμούς με τα παρακλάδια της εξουσίας και ανοίγει περισσότερο την πόρτα στο οργανωμένο έγκλημα.

Οι τραγουδιστές έγιναν ισχυρό εξάρτημα αυτού του καθεστώτος. Κατ’ αρχήν άθελά τους, γιατί έτσι βρήκαν τους χώρους δουλειάς και δεν είχαν περιθώρια επιλογής. Από τα κέντρα της παραλίας αναδείχτηκαν η Αλεξίου, ο Μητροπάνος, η Μαρινέλλα, ο Νταλάρας, η Γαλάνη, ο Καλογιάννης και πολλοί άλλοι του λεγόμενου ποιοτικού τραγουδιού. Ακόμα κι ο Ξαρχάκος έκανε μουσικές βραδιές στην παραλία. Και ο Μάνος Χατζιδάκις είχε αναγκαστεί για φορολογικές επιπλοκές να καταφύγει στην Αμερική.

Στη συνέχεια, όμως, χάρη στην προνομιακή τους προβολή από τις εταιρείες δίσκων και τα ΜΜΕ, οι τραγουδιστές (όχι οι συνθέτες και οι μουσικοί) όλων των αποχρώσεων εξελίχτηκαν σε ρυθμιστικούς παράγοντες των οικονομικών της διασκέδασης. Οσο καλό μαγαζί κι αν έχει κανείς, χωρίς τους επίκαιρους τραγουδιστές δεν μπορεί να κάνει ικανοποιητικές εισπράξεις. Αυτό εντείνει τον ανταγωνισμό των μαγαζιών στη διεκδίκηση των τραγουδιστών με σουξέ, με συνέπεια τα «μεροκάματα» να εκτινάσσονται από χρονιά σε χρονιά στα ύψη συμπαρασύροντας προς τα πάνω, όχι πάντως αναλογικά, τα μεροκάματα και των μικρότερων ονομάτων. Λεφτά συνήθως μαύρα, αφού το σύστημα είναι έτσι δομημένο. Οσο δε αυξάνονται τα «μεροκάματα», αυξάνεται η ελαχίστη κονσομασιόν, αλλά και η φοροδιαφυγή. Οι επιχειρήσεις δεν δηλώνουν όλες τις εισπράξεις τους, αλλά δεν δηλώνουν ούτε όλα τα έξοδά τους, αφού οι τραγουδιστές συνήθως δίνουν «λειψά» παραστατικά για τα «μεροκάματά» τους που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του λειτουργικού κόστους των μαγαζιών. Δηλαδή, φαύλος κύκλος.

Αυτή η κατάσταση σταδιακά παγιώνεται, ενώ παράλληλα γίνονται σημαντικές επενδύσεις σε κτίρια και εξοπλισμούς και αυξάνονται οι απασχολούμενοι. Δεκάδες χιλιάδες σερβιτόροι, λαντζέρηδες, μάγειροι, λογιστές, παρκαδόροι, ηχολήπτες, τεχνικοί και προμηθευτές μουσικών οργάνων, ποτών, τροφίμων, επίπλων κ.λπ. ζουν από τον κλάδο διασκέδασης, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την τουριστική βιομηχανία. Ενας πολύ σημαντικός κλάδος που αντιμετωπίστηκε με ιδιοτέλεια και προχειρότητα από τους παράγοντες του κράτους, με συνέπεια να εκσυγχρονιστεί άναρχα, να αναπτυχθεί πάνω σε πήλινα πόδια και σε κάποιο βαθμό να γίνει εστία ξεπλύματος μαύρου χρήματος και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων.

Ο βαθμός αναξιοπιστίας των κυβερνήσεων φάνηκε και από άλλα «μέτρα» της τελευταίας δεκαετίας. Το εισιτήριο εισόδου εφαρμόστηκε πλημμελώς εξυπηρετώντας μόνο τους ελεγκτές του υπουργείου Οικονομικών. Ο διαχωρισμός των μαγαζιών σε καπνίζοντες και μη δεν εφαρμόστηκε ποτέ, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά οι πιο νομοταγείς, που έκαναν πολυδάπανες μετατροπές στα μαγαζιά τους. Απ’ όπου και να την πιάσεις, η εξουσία βρομάει.

Σφακιανάκης, Βίσση, Τερζής και πολλές άλλες φίρμες ελέγχθηκαν για τη φορολογική τους συμπεριφορά. Αλλά η δομή του επαγγελματικού τους χώρου δεν άλλαξε. Η απροθυμία του κράτους να εφαρμόσει μία συστηματική πολιτική όχι εξόντωσης, αλλά εξυγίανσης του κλάδου της διασκέδασης, την οποία σίγουρα θα επιθυμούσαν αρκετοί σοβαροί επιχειρηματίες και κυρίως οι εργαζόμενοι, καθιστά τις επιλεκτικές διώξεις ύποπτες. Αναμφίβολα, οι μεγαλοτραγουδιστές, καλοί και κακοί, ευνοήθηκαν οικονομικά από το σύστημα, αλλά όχι μόνο με τις υπέρογκες αδήλωτες αμοιβές. Για παράδειγμα, πάμπολλες συναυλίες μοιράζονταν από υπουργεία και δήμους μέσα από κυκλώματα γνωριμιών και αλληλοεξυπηρετήσεων. Γνωστοί τραγουδιστές φιγουράρουν ακόμα και σε προεκλογικά φυλλάδια υποψηφίων βουλευτών ή εμφανίζονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις τους.

Ελεγχος «για τα μάτια»

Συμπερασματικά, οι έλεγχοι δεν γίνονται για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα του συστήματος, αλλά, αντιθέτως, για να διαιωνιστούν. Απλώς, κάποιοι χρησιμοποιούνται κάθε φορά σαν εξιλαστήρια παραδείγματα, είτε γιατί αρνήθηκαν πολύ χοντρούς εκβιασμούς, είτε για να δοθεί η εντύπωση στους φορολογούμενους ότι το κράτος αγρυπνά και οι πολιτικοί κάνουν καλά τη δουλειά τους, είτε για να πληγούν κάποιοι αντίπαλοι, πολιτικοί ή επιχειρηματίες. Σε ένα κράτος που κάθε κυβερνητικός παράγοντας κάνει αμέτρητα ρουσφέτια, ο τότε σύμβουλος του πρωθυπουργού Γ. Πανταγιάς εκδιώχτηκε ξαφνικά με την κατηγορία ότι μεσολάβησε για ευνοϊκή διευθέτηση του χρέους του Γ. Νταλάρα στην εφορία. Οι παροικούντες γνωρίζουν ότι ο Πανταγιάς, προβάλλοντας υπέρμετρα τον εαυτό του στον Πειραιά (με τη συμβολή και φίλων τραγουδιστών) εις βάρος άλλων υποψηφίων, ενεργοποίησε τα εσωκομματικά μαχαίρια που άστραψαν και βρόντηξαν. Και, σήμερα, ενώ ο κόσμος απαιτεί εφόδους της εφορίας στα «μεγάλα σαγόνια» της Siemens, των ομολόγων, του χρηματιστηρίου, του Βατοπεδίου, των Ολυμπιακών Αγώνων, των χαριστικών δανείων, των εξοπλιστικών προγραμμάτων κ.λπ., που ρούφηξαν τα δεκάδες δισ. που λείπουν από τα κρατικά ταμεία, ο μηχανισμός αποπροσανατολισμού ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στα ψιλικά της Τζούλιας Αλεξανδράτου, γιατί αυτό «πουλάει»! Δηλαδή, ο έλεγχος των οικονομικών των ανθρώπων της σόουμπιζ γίνεται είτε από σπόντα είτε από τσόντα!

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 30 Μαΐου 2010