Τέχνη και Αριστερά: 50 χρόνια από τον Επιτάφιο

Τέχνη και Αριστερά:  50 χρόνια από τον Επιτάφιο

Χιώτης, Θεοδωράκης, Μπιθικώτσης – Στην ηχογράφηση του «Επιτάφιου» (φωτογραφία: Τάκης Πανανίδης)
 

Η συμπλήρωση 50 χρόνων από την κυκλοφορία του Επιταφίου, σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση του Γιάννη Ρίτσου δίνει την ευκαιρία για μια σύντομη και μερική καλλιτεχνοπολιτική ανασκόπηση της εποχής αυτής, που ανοίγει με την εντυπωσιακή επιτυχία της ενιαίας Αριστεράς στις εκλογές του 1958, σε πλήρη αντίθεση με την εξωφρενική πολυδιάσπασή της στις τωρινές εκλογές για την Αυτοδιοίκηση.

 

Ανασυγκρότηση της Αριστεράς

Η δεκαετία του ’50 είναι ασφυκτική για την Αριστερά. Οι συνέπειες της βαριάς ήττας του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο 1946-49 είναι πολλαπλές. Μέχρι το 1954 συνεχίζονται οι πανηγυρικές εκτελέσεις κομμουνιστών, με γνωστότερες αυτές των Μπελογιάννη-Πλουμπίδη. Όσοι από την αφρόκρεμα των αγωνιστών δεν έπεσαν στα πεδία των μαχών και δεν εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, βρίσκονται στις φυλακές, στις εξορίες μέσα κι έξω από την Ελλάδα, ή στην παρανομία. Μπορεί τα όπλα να μην ήταν πια παραπόδα, όμως, η καταδιωκόμενη Αριστερά ξεκίνησε πολύ γρήγορα την ανασυγκρότησή της, όχι σαν αίρεση, αλλά σαν κίνημα λαού, σε όλα τα επίπεδα. Η κατάσταση ήταν πάρα πολύ δύσκολη αν σκεφτεί κανείς ότι οι Αμερικάνοι κυβερνούσαν τη χώρα με σιδηρά πυγμή διά των προθύμων να τους υπηρετήσουν πολιτικών στους οποίους ανέθεταν ρόλους, από τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο ώς τον Γεώργιο Παπανδρέου, ελέγχοντας πλήρως τον στρατό, την αστυνομία-χωροφυλακή και το δικαστικό σώμα. Επίσης, με τα κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ διαμόρφωναν την άρχουσα οικονομική τάξη της χώρας, εξαρτημένη, μεταπρατική και υποστηρικτική της πολιτικής κάστας στην οποία ανατέθηκε η διακυβέρνηση της χώρας.

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς δεν ήταν μόνο οργανωτική. Οργανωτικά, οδήγησε στην έκπληξη του 1958, όταν η ΕΔΑ, ουσιαστικά μετωπική οργάνωση του παράνομου ΚΚΕ, διευρυμένη από προοδευτικούς πολίτες του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου, απέσπασε το εντυπωσιακό 24,4% στις εκλογές, έβγαλε 79 βουλευτές και ανακηρύχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση!

Πολιτισμική αναγέννηση

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς ήταν εξίσου πολιτισμική. Μετά τον πόλεμο, σε συνθήκες αυστηρής λογοκρισίας, είχε εκ νέου αναπτυχθεί αυθόρμητα η λαϊκή κουλτούρα. Μέσα από τα τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Καλδάρα, Μπακάλη, Παπαϊωάννου κ.ά., εκφράζονταν τα λαϊκά στρώματα σε όλη την Ελλάδα. Ο κατατρεγμός, η φτώχεια, οι διακρίσεις, η μετανάστευση, ο έρωτας, η βιοπάλη, το περιθώριο, καταγράφονταν μέσα από τα λαϊκά τραγούδια που στο σύνολό τους δίνουν την εναργέστερη κοινωνική εικόνα της εποχής. Παράλληλα, αναπτύσσονταν οι πολιτισμικές συνιστώσες της λόγιας παράδοσης και εισάγονταν αφομοιώσιμα στοιχεία από την ανατολική και δυτική Ευρώπη και την Αμερική, δημιουργώντας νέες συνθέσεις, νέα ρεύματα, νέες τεχνοτροπίες και νέες συνισταμένες.
Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο ρόλος της Αριστεράς είναι καθοριστικός, γιατί η Αριστερά είναι φορέας ιδεών ανατρεπτικών, έχει ιδανικά, βρίσκεται σε συνεχή τριβή και αναζήτηση και είναι δραστήρια και δημιουργική. Κινητοποιεί όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά και όλες τις κοινωνικές δυνάμεις και τα άτομα που αναζητούν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Η Αριστερά προσφέρει πρώτη ύλη, αλλά και πρόθυμους αποδέκτες της καλλιτεχνικής και πνευματικής παραγωγής.
Στον τομέα του πολιτισμού, από τα πιο αξιοσημείωτα είναι τρία εφαπτόμενα φαινόμενα που βάζουν τη σφραγίδα τους στην εποχή της ανασυγκρότησης: α) Η μελοποίηση των ποιημάτων, β) ο γάμος της λαϊκής τέχνης με την έντεχνη δημιουργία και γ) ο αρραβώνας των αριστερών διανοουμένων και καλλιτεχνών με τους σημαντικότερους εκπροσώπους μιας υπό διαμόρφωση αστικής κουλτούρας. Και αυτά τα φαινόμενα βρίσκουν την πληρέστερη και διαρκέστερη έκφρασή τους -τρία σε ένα- μέσα από τον Επιτάφιο και τη μουσική που εν συνεχεία καθιερώθηκε να την αποκαλούμε έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

 

Αριστεροί και δεξιοί ψάλτες

Το 1960, για τη δημιουργία του Επιταφίου συντελούν -με όρους πολιτικούς- αριστεροί και δεξιοί «ψάλτες». Βασικοί πρωταγωνιστές ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Ρίτσος συνεπικουρούμενοι από τους Μάνο Χατζιδάκι, Νάνα Μούσχουρη, Μανώλη Χιώτη, Γρηγόρη Μπιθικώτση και Τάκη Β. Λαμπρόπουλο.

Ο πρώτος Επιτάφιος ενορχηστρώνεται από τον Χατζιδάκι και ερμηνεύεται από τη Μούσχουρη στο ύφος του ελαφρού ευρωπαΐζοντος ελληνικού τραγουδιού. Το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο, διευθυντή της Κολούμπια και σπουδαίο παραγωγό. Έτσι, συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο για τη δισκογραφία που ανοίγεται πολύ επιλεκτικά και προσεκτικά στο νέο για την Ελλάδα φορμάτ του δίσκου μακράς διαρκείας. Μέσα σε λίγες βδομάδες το ίδιο έργο ηχογραφείται ξανά με διαφορετική λογική και αισθητική, σε διαφορετική εταιρία δίσκων. Οι δεύτερες εκτελέσεις καινούργιων τραγουδιών που κυκλοφορούν σε δισκάκια 45 στροφών είναι ρουτίνα, αλλά στις 33 στροφές είναι τολμηρό. Ο δημιουργικός Λαμπρόπουλος το πραγματοποιεί. Ο δεύτερος Επιτάφιος έχει διαφορετικό καλλιτεχνικό σχήμα και προσανατολισμό.

Στη λαϊκή μουσική υπάρχει, με σημερινή γλώσσα, μια τεράστια βάση δεδομένων από την οποία μπορεί κάποιος γνώστης με ταλέντο να αντλήσει ανεξάντλητο υλικό για ανασύνθεση. Ο Λαμπρόπουλος, σαν σκηνοθέτης, κάνει το κάστινγκ του νέου εγχειρήματος και ζητάει από τον Χιώτη να αναλάβει τη μορφοποίηση των μελωδιών του Θεοδωράκη με τη συνδρομή του Μπιθικώτση. Ο Χιώτης δέχεται την πρόκληση και ο Μπιθικώτσης πείθεται χωρίς να αντιλαμβάνεται ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Όπως έχει ομολογήσει, ο συνθέτης του Τρελοκόριτσου αισθανόταν μάλλον άβολα με το είδος αυτό του τραγουδιού, που ήταν διαφορετικό από το ρεπερτόριό του. Ας σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή ο Μπιθικώτσης ηχογραφεί, μεταξύ άλλων, τη Φραγκοσυριανή του Μάρκου Βαμβακάρη με πολύ μεγάλη επιτυχία. Το τελικό αποτέλεσμα του δεύτερου Επιτάφιου ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο, η απήχησή του είναι σαφώς μεγαλύτερη από τη χατζιδακική εκδοχή και έτσι ξεκινάει ένα ολόκληρο κίνημα μουσικής που γεννιέται από το πάντρεμα του λαϊκού στοιχείου με το λόγιο.

Αυτή η πρόσμειξη δεν είναι εντελώς πρωτότυπη, αλλά έχει σημαντικά καινούρια χαρακτηριστικά. Έχει προηγηθεί ο Χατζιδάκις με το Γαρύφαλλο στ’ αφτί ο οποίος ,μάλιστα, ταυτόχρονα με τον Επιτάφιο, κάνει παγκόσμιο χιτ με τα Παιδιά του Πειραιά, αλλά εν γένει τα κομμάτια του σκόπιμα απέχουν υφολογικά από τα λαϊκά τραγούδια της εποχής. Ακόμα και οι διασκευές των ρεμπέτικων από τον Χατζιδάκι είναι σε ορχηστρική μορφή και ξεφεύγουν από το λαϊκότροπο παίξιμο.

Ο ρόλος του Μανώλη Χιώτη

Ο Μίκης υιοθετεί πιο λαϊκές φόρμες, πιο κοντά στο κυρίαρχο είδος του λαϊκού τραγουδιού της εποχής. Επειδή δε ο ίδιος έχει δυτική μουσική παιδεία και δεν γνωρίζει καλά-καλά το ιδίωμα, αναλαμβάνει ο Χιώτης την «προσαρμογή», ένας από τους πληρέστερους καλλιτέχνες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ο Λαμπρόπουλος γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Χιώτης είναι ανοιχτών οριζόντων και ρηξικέλευθος, έχοντας ήδη κάνει μία επανάσταση στο λαϊκό τραγούδι, αντικαθιστώντας το τρίχορδο μπουζούκι με το τετράχορδο, εισάγοντας νέους ρυθμούς και εμφανιζόμενος όρθιος στην πίστα αντί καθιστός -ως είθισται- στην καρέκλα του πάλκου. Είναι εξαίρετος συνθέτης ρεμπέτικων, λαϊκών και ελαφρών τραγουδιών και μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, με δικό του ήχο και στυλ. Δηλαδή, ο καταλληλότερος μουσικός για να μπορέσει ο Θεοδωράκης να βρει έναν καινούργιο δρόμο εντάσσοντας τις θαυμάσιες μελωδίες του στο δημοφιλέστερο είδος μουσικής το οποίο όμως δεν κατέχει. Ακούγοντας τις εισαγωγές και τα σόλο του Χιώτη, στα πρώτα τραγούδια του Θεοδωράκη, αντιλαμβάνεται κανείς το ρόλο του στη διαμόρφωση του τελικού ακούσματος. Τα «λαϊκοποιεί» διατηρώντας την «ελαφρότητα» που είναι πλησιέστερη στην αισθητική του Θεοδωράκη. Στα τραγούδια του Μίκη, στους δίσκους Επιτάφιος, Αρχιπέλαγος, Λιποτάκτες, Πολιτεία και στις πρώτες συναυλίες στο «Κεντρικόν», το 1961, ο Μανώλης Χιώτης βάζει τη σφραγίδα του προτού παραδώσει τη σκυτάλη στο δίδυμο Κώστα Παπαδόπουλου-Λάκη Καρνέζη και στον άλλο μεγάλο συνθέτη και βιρτουόζο Γιώργο Ζαμπέτα. Αλλά, πολύ σημαντικός στη διαμόρφωση του νέου ήχου, χάρη στον Λαμπρόπουλο, είναι και το μεγαθήριο της εποχής Στέλιος Καζαντζίδης, που ερμηνεύει τραγούδια του Μίκη μαζί με την παρτενέρ του Μαρινέλα, ενώ ο Χιώτης έχει κοντά του τη Μαίρη Λίντα.

 

(Σκίτσο του Μποστ – Για τη συναυλία του Μ. Θεοδωράκη στο «Κεντρικόν»,  1961)

 

Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και ποιητές

Πολλά τραγούδια του Θεοδωράκη έχουν πολιτικό υπόβαθρο, κάτι που δεν συμβαίνει με τα τραγούδια του Χιώτη ή του Χατζιδάκι. Ο Μίκης έχει ξεκινήσει συνθέτοντας για πιάνο και βιολί, αλλά η κλασική ή κλασικίζουσα μουσική δεν βοηθάει την επικοινωνία με πλατιά κοινωνικά στρώματα, ούτε τη διάδοση των πολιτικών ιδεών της Αριστεράς. Ο δρόμος που στρώνει ο Λαμπρόπουλος με τον Χιώτη και τον Μπιθικώτση είναι φαρδύτερος και διεισδυτικότερος. Και, βέβαια, ο θαυμάσιος Ρίτσος προσφέρεται για λαϊκά τραγούδια γιατί γράφει (και) απλά και κατανοητά.
Ο Μίκης έπεται του Χατζιδάκι και στη μελοποίηση ποιημάτων. Στην μεταπολεμική Ελλάδα, η μελοποίηση των ποιημάτων ακολουθεί το ρεύμα των Γάλλων τροβαδούρων, Λεό Φερέ, Μπρασένς κ.ά. που μελοποιούν ποιήματα των Ρεμπό, Μποντλέρ, Βιγιόν, Απολινέρ, Αραγκόν, Βερλέν κ.λπ. Εξάλλου, το έδαφος είναι πολύ πρόσφορο γιατί υπάρχει πολύ μεγάλη και σημαντική εντόπια ποιητική παραγωγή. Γι’ αυτό, αρχής γενομένης, το πετυχημένο έργο του Θεοδωράκη με τον Επιτάφιο και τα τραγούδια που ακολουθούν, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και το κυματάκι εξελίσσεται σε ρεύμα.
Έτσι, όχι μόνο μελοποιούνται δημοσιευμένα ποιήματα, αλλά ορισμένοι ποιητές μπαίνοντας στο χορό γράφουν στίχους που προορίζονται εξ αρχής για τραγούδια. Πρωτοστατούν οι ποιητές από την Αριστερά, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Γιάννης Θεοδωράκης και ο Κώστας Βίρβος ο οποίος έχει ήδη σπουδαία συμμετοχή στο λαϊκό τραγούδι. Δραπετσώνα, Καημός, Βράχο-βράχο, Το Σαββατόβραδο κ.λπ. είναι τα τραγούδια που καθιερώνουν τον Μίκη Θεοδωράκη και συμπαρασύρουν συνθέτες, στιχουργούς, ερμηνευτές και εταιρίες σ’ αυτή τη νέα λεωφόρο. Δεν είναι όλα τα τραγούδια του σε λαϊκούς δρόμους, αλλά τα τραγούδια σε ζεϊμπέκικους και χασάπικους ρυθμούς με μπουζούκια και μικρές λαϊκές ορχήστρες δίνουν το χρώμα και το στίγμα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Ούτε όλοι οι συνθέτες και οι στιχουργοί/ποιητές προέρχονται από την Αριστερά: Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Μανώλης Αναγνωστάκης, Κώστας Βάρναλης, Γιώργος Σεφέρης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μποστ, Γιάννης Νεγρεπόντης, Ιάκωβος Καμπανέλης, Ερρίκος Θαλασσινός, Μιχάλης Κατσαρός, Νότης Περγιάλης, Άκος Δασκαλόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος, Χρήστος Λεοντής, Δήμος Μούτσης, Γιάννης Σπανός, Γιάννης Μαρκόπουλος, Μάνος Λοΐζος, Διονύσης Σαββόπουλος, Γιάννης Γλέζος, Νίκος Μαμαγκάκης, Σταύρος Κουγιουμτζής, Λουκιανός Κηλαϊδόνης, Θάνος Μικρούτσικος κ.ά., δημιουργούν το νέο ήχο του ελληνικού τραγουδιού που έχει τη βάση του -λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με τον δημιουργό- στο κλασικό λαϊκό τραγούδι και εξελίσσεται, παράλληλα, μ’ αυτό μεταφέροντας τα ποιήματα (ακόμα και του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, του Πάμπλο Νερούδα, του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι ή του Ναζίμ Χικμέτ) από σπίτι σε σπίτι.
Όλοι υιοθετούν τους λαϊκούς δρόμους, τις ενορχηστρώσεις, το ύφος, αλλά και θέματα όπως η μετανάστευση και η φτώχεια που μόνο οι λαϊκοί τραγουδοποιοί είχαν μέχρι τότε θίξει. Πάντως, σταδιακά, αποκαθίσταται μια ισορροπία ανάμεσα στο λαϊκό ιδίωμα και την μπαλάντα χωρίς ποτέ οι δημιουργοί του έντεχνου να πάψουν να γράφουν λαϊκά τραγούδια, τουλάχιστον μέχρι το 1974, ασκώντας με τη σειρά τους επιρροή και στους κλασικούς λαϊκούς συνθέτες, όπως ο Απόστολος Καλδάρας και ο Άκης Πάνου.

Καλλιτέχνες κόντρα στο διχασμό

Ενώ, λοιπόν, στη δεκαετία του ’60, το πολιτικό κλίμα είναι βαρύ, αριστεροί κόντρα σε δεξιούς ή δεξιοί κόντρα σε αριστερούς, η πραγματικότητα στις τέχνες είναι διαφορετική. Στην Ελλάδα, το ψυχροπολεμικό κλίμα είναι εν μέρει αληθινό, ως κατάλοιπο των πληγών του εμφυλίου, και εν μέρει τεχνητό, ως αποτέλεσμα των συστηματικών διώξεων κατά της Αριστεράς από την εξουσία και της καλλιεργούμενης έντασης από το παρακράτος που απεργάζεται το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και την ανακοπή της επιρροής της Αριστεράς στην πολιτική και τον πολιτισμό. Σ’ αυτή τη σκοπούμενη παράταση του εμφυλιοπολεμικού διχασμού, αντιδρούν πολλοί καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι, όπως φαίνεται πολύ ανάγλυφα από τα τεκταινόμενα στο ελληνικό τραγούδι. Τα τραγούδια είναι σε πάρα πολλές περιπτώσεις αποτέλεσμα συνεργασίας συντελεστών που δεν ανήκουν στο ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό στρατόπεδο. Συνθέτες, στιχουργοί, ζωγράφοι και παραγωγοί, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης και ιδεολογικών πεποιθήσεων, συνεργάζονται αρμονικά και φτιάχνουν αριστουργήματα. Τους ενώνει, συχνά από διαφορετική σκοπιά, η τάση και η επιθυμία να συνεχίσουν την προπολεμική προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας εθνικής λαϊκής τέχνης με διεθνή χαρακτηριστικά, έχοντας κατ’ αρχήν συμφωνήσει ότι κοινή τους γλώσσα είναι η δημοτική, ενώ στα σχολεία διδάσκεται αυστηρά η καθαρεύουσα και η νομοθεσία και τα δημόσια έγγραφα είναι επίσης στην καθαρεύουσα. Συμφωνούν επίσης στη σημασία της παράδοσης και χρησιμοποιούν σαν βάση το ρεμπέτικο και δη το μεταπολεμικό λαϊκό, παρ’ όλο που προβάλλονται επιφυλάξεις, ενστάσεις έως και σοβαρές αντιρρήσεις που φτάνουν στην πλήρη άρνηση.
Μέσα από τα έντυπα της Αριστεράς, κυρίως την Επιθεώρηση Τέχνης, γίνονται οξύτατες αντιπαραθέσεις, γιατί κάποιοι θεωρούν τους λαϊκούς καλλιτέχνες λούμπεν και τη λαϊκή μουσική κακής ποιότητας. Αντιδράσεις εκδηλώνονται και από μερικούς καταξιωμένους ποιητές που στο πρώτο άκουσμα δυσκολεύονται να χωνέψουν το συνταίριαγμα των βαθυστόχαστων και λυρικών ποιημάτων τους με τους ρυθμούς του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου και τους ήχους που παράγει το μπουζούκι. Αλλά η απήχηση των μελοποιημένων ποιημάτων και η επιμονή του Θεοδωράκη ο οποίος νιώθει ότι έχει βρει μια πλούσια φλέβα χρυσού, επιδρούν καταλυτικά και σταδιακά αίρονται οι αισθητικές ή πολιτικές επιφυλάξεις. Ομοίως, μέσα από τη συνεργασία και τη ζύμωση νέων μορφών έκφρασης λειαίνεται ο εθνικός διχασμός. Η βαθύτερη επιθυμία για μία τέχνη προσιτή στο λαό και ταυτόχρονα σύγχρονη, προοδευτική, λόγια και ανοιχτή σε άλλες μορφές έκφρασης, εκπληρώνεται συνδυαστικά.

Εν αναμονή

Ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, της οικογένειας των πολυκαταστημάτων Αφοι Λαμπρόπουλοι, στο σπίτι του οποίου είδα αναρτημένα στο τοίχο τα πρωτότυπα ζωγραφικά έργα της Ρωμιοσύνης και του Άξιον Εστί, και ο έτερος των καινοτόμων Αλέκος Πατσιφάς, ιδιοκτήτης της ΛΥΡΑ, είναι αστοί που δεν έχουν ταμπού και προκαταλήψεις. Αυτοί οι επιχειρηματίες δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον για να ευδοκιμήσει το ελληνικό τραγούδι. Στη ΛΥΡΑ, σχεδόν όλοι, από τον τον υπεύθυνο πωλήσεων και τους λογιστές ώς τους παραγωγούς ανήκουν στον προοδευτικό χώρο. Θυμάμαι τον Κώστα Ασωνίτη, υπεύθυνο της αποθήκης, που είχε πολλά χρόνια φυλακής στην πλάτη του, αλλά και τον άτυπο υποδιευθυντή Τάκη Τσίρο που την επομένη της 17ης Νοεμβρίου 1973, με κάλεσε κρυφά στο σπίτι του, στο Κολωνάκι, για να αφηγηθώ με γυρισμένη την πλάτη σε τηλεοπτικό συνεργείο του BBC όσα είχαν διαδραματιστεί κατά την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο. Στις τέχνες, φωτισμένοι αστοί και αριστεροί πάλευαν από κοινού για τον πολιτισμό που η μεταπρατική εξουσία αντιμετώπιζε με φόβο, απέχθεια και διώξεις. Αριστεροί και δεξιοί καλλιτέχνες ένωναν τις δυνάμεις τους, με βάσεις στη λαϊκή κουλτούρα και μεταφορές και υιοθεσίες από τα σύγχρονα ρεύματα, όπως ο Κάρολος Κουν στο θέατρο, η Ραλλού Μάνου στο χορό και ο Νίκος Κούνδουρος ή αργότερα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στον κινηματογράφο. Πάμπολλοι ζωγράφοι, χαράκτες και γραφίστες συμμετέχουν στη δισκογραφία φιλοτεχνώντας εξαίσια τα εξώφυλλα δίσκων. Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Σπύρος Βασιλείου, Δημήτρης Μυταράς, Γιώργος Σταθόπουλος, Βάσω Κατράκη, Τάσσος, Μποστ, Μίνως Αργυράκης, Δημήτρης Αρβανίτης, Αλέξης Κυριτσόπουλος κ.ά.

Είναι η εποχή που διανούμενοι και καλλιτέχνες, από ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, ενώνουν τις δυνάμεις τους για τη δημιουργία μιας κουλτούρας εθνικής, προοδευτικής, σύγχρονης και λαϊκής. Στην ποίηση, τη μουσική, τα εικαστικά, την αρχιτεκτονική, το χορό, το θέατρο, το σινεμά, σε όλα. Κουλτούρας που άφησε σπουδαία κληροδοτήματα, αλλά τσαλαπατήθηκε από την γραφειοκρατικοποίηση και τον κατακερματισμό της Αριστεράς, και κυρίως από την ξενοδουλεία, την απληστία και τον ξεπεσμό της κυρίαρχης Δεξιάς που υποτίμησε την παιδεία και τον πολιτισμό, αλλά και της όψιμης σοσιαλδημοκρατίας που εξαγόρασε συνειδήσεις και έδωσε τη χαριστική βολή.
Αυτά, εν αναμονή της επόμενης -μη εισέτι διαφαινόμενης- πολιτιστικής επανάστασης την οποία, πριν απ’ όλους, χρειάζεται η ίδια η Αριστερά.

Στέλιος Ελληνιάδης

 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 33, 2 Οκτωβρίου 2010 
 
Advertisements

Ο τρελός, το περιβόλι και τ’ αγκάθια

Ο τρελός, το περιβόλι και τ’ αγκάθια

Πριν από 40 χρόνια, ένας ιστορικός δίσκος του Διονύση Σαββόπουλου άνθιζε μέσα στη χούντα

Τέλη 1971, Δεινοκράτους, Ναυτικό Νοσοκομείο. Με ένα από τα πρώτα φορητά κασετόφωνα της εποχής, ανοίγει μια ατελείωτη συζήτηση με τον Διονύση Σαββόπουλο, για το κύριο θέμα του πρώτου φύλλου της μουσικής εφημερίδας «Μουσική Γενιά», που θα κυκλοφορήσει το Γενάρη της επόμενης χρονιάς.

Σεπτέμβρης 2009, ενόψει του μεγάλου αφιερώματος που ετοιμάζει για τον ερχόμενο Δεκέμβρη με θέμα τη δεκαετία του ’60, η συζήτηση συνεχίζεται στο ίδιο μέρος για το «Περιβόλι του Τρελού», που κυκλοφόρησε ακριβώς πριν από 40 χρόνια.

Αν η Ασφάλεια δεν τον εμπόδιζε να παίξει στην Πλάκα, ο Σαββόπουλος δεν θα βρισκόταν το ’68 στην πλατεία Βικτωρίας. Στο πλευρό του οι Περικλής Χαρβάς, Δέσποινα Γλέζου, Νίκος Τσιλογιάννης, Αρης Τασούλης, Βασίλης Ντάλλας, Τάκης Ανδρούτσος και άλλοι. Ο Γιώργος Ρωμανός με τον οποίο ήθελαν να φτιάξουν κοινή ορχήστρα δεν τον ακολούθησε στο υπόγειο της οδού Χέιδεν, το οποίο ήταν διακοσμημένο με εικόνες και αντικείμενα από την αμερικάνικη Δύση.

Για να μπούμε στο Ροντέο περνούσαμε από μια ξύλινη ανοιγοκλειόμενη πόρτα τύπου σαλούν.

Μπορεί στον τραγουδοποιό να άρεσαν τα γουέστερν, αλλά το σκηνικό ερχόταν σε αντίθεση με τη φιγούρα ενός πρωτοπόρου της αντικουλτούρας. Επιπλέον, επιβεβαίωνε το παρατσούκλι «ο καμπόης», που προσπαθούσε να του κολλήσει το καλλιτεχνικό περιβάλλον των μπουάτ, επειδή τόσο στην εμφάνιση όσο και στο ρεπερτόριο, με την κιθάρα και τα αμερικάνικα τραγούδια, ξέφευγε από την επικρατούσα περί ελληνικότητας ευθεία που ακολουθούσαν, στα βήματα του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, οι συνομήλικοί του Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Κουγιουμτζής, Λεοντής κ.ά. Ητανε κι ο Μπομπ Ντίλαν που έριχνε τη σκιά του στον Σαββόπουλο με τα τραγούδια διαμαρτυρίας και με τους στίχους που συχνά δεν έβγαζες νόημα, και που η ομορφιά τους είχε να κάνει με την ελευθερία και τα υπονοούμενα των λέξεων και όχι με τη σαφήνεια της «υπόθεσης» των τραγουδιών.

 

Πρωτιά με Ντίλαν

Παρ’ όλο που ο έλληνας τροβαδούρος τόνιζε περισσότερο τη σχέση του με τους διανοούμενους της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, τον Μπρασένς και τον Πρεβέρ, η παρουσία του Ντίλαν στο έργο του την περίοδο 1965-’75 είναι πιο χειροπιαστή.

Ο Σαββόπουλος υπήρξε από τους πρώτους που τραγούδησαν Ντίλαν. Εδώ ο αμερικανός τροβαδούρος με την Τζόαν Μπαέζ.

[Ο Σαββόπουλος υπήρξε από τους πρώτους που τραγούδησαν Ντίλαν. Εδώ ο αμερικανός τροβαδούρος με την Τζόαν Μπαέζ.]

 

Ανατρέχοντας στις δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών του Ντίλαν διεθνώς, διαπίστωσα ότι ο Σαββόπουλος είναι από τους πρώτους καλλιτέχνες παγκοσμίως (αν όχι ο πρώτος) που όχι μόνο τραγούδησαν συνθέσεις του Ντίλαν, αλλά τις διασκεύασαν και τις ηχογράφησαν στη γλώσσα τους. Το «δανεικό» απόσπασμα στο «Βιετνάμ γιε-γιε» είναι πολύ πρώιμο, αν σκεφτεί κανείς ότι το 1966 που κυκλοφόρησε το «Φορτηγό», ο Ντίλαν ήταν λίγο γνωστός έξω από το αμερικάνικο αντιπολεμικό κίνημα.

«Οι πίσω μου σελίδες» που συμπεριλαμβάνονται στο «Περιβόλι» (’69) ήταν ένα τραγούδι του ’64, ακυκλοφόρητο στην Ελλάδα, το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό από τους Byrds το ’67. Το ίδιο και με δύο τραγούδια από το άλμπουμ «John Wesley Harding» (’67) στον «Μπάλλο» (’71, «Ο Παλιάτσος κι ο Ληστής», που είχε διασκευαστεί με πολλή φαντασία από τον Τζίμι Χέντριξ) και στο «Βρώμικο Ψωμί» (’72, «Αγγελος Εξάγγελος»). Σε μια εποχή που οι πληροφορίες αλλά και οι δίσκοι έφταναν στη χώρα, όσοι έφταναν, με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, λίγοι άνθρωποι, σαν τον Τάσο Φαληρέα, ήταν καλά ενημερωμένοι.

Η εγκαθίδρυση της «εθνοσωτηρίου επαναστάσεως» της 21ης Απριλίου έσπρωξε τον Σαββόπουλο βαθύτερα στην αλληγορία, όχι μόνο λόγω των επιρροών του από τους μπίτνικς και τους γάλλους «ιντελεκτουέλ», αλλά και λόγω των αυστηρών περιορισμών της λογοκρισίας που προϋπήρχε της χούντας και είχε αφήσει εκτός δισκογραφίας τη «Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ», την «Παράγκα» και άλλα εξαίρετα κομμάτια, τα οποία, αν και γράφτηκαν πριν από τη δικτατορία, κυκλοφόρησαν αναδρομικά το ’75 («Δέκα χρόνια κομμάτια»).

Αλλά και τα τραγούδια που αποτελούν το «Περιβόλι» γεννήθηκαν σε αντίξοες συνθήκες. «Το καλοκαίρι του ’67 γράφτηκαν η «Θαλασσογραφία», «Σαν παλιό ρεμπέτικο», «Οι πίσω μου σελίδες», «Είδα την Αννα κάποτε»…», λέει ο Διονύσης, ο οποίος ξαφνικά συνελήφθη, κλείστηκε στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας ως ύποπτος για αντικαθεστωτική δράση και έτυχε της «αναλόγου μεταχειρίσεως». «Σ’ αυτό το δεκαπενθήμερο έγραψα το «Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή» με το μυαλό, χωρίς χαρτί και μολύβι, και τη «Θεία Μάνου»!».

 

Παρών στο Μάη του ’68

Η κατάσταση χειροτέρευε. Εκτός από τους χιλιάδες φυλακισμένους και εκτοπισμένους, είχαν αρχίσει και οι δίκες των πρώτων αντιστασιακών. Το ελληνικό τραγούδι δεν εξαφανίστηκε, αλλά η λογοκρισία και οι απαγορεύσεις τού φόρεσαν σιδερένια παπούτσια.

«Εγώ δεν μπορούσα, δεν άντεχα να ζήσω στην Ελλάδα! Με είχε πειράξει αυτό το πράγμα, βιολογικά και ψυχολογικά», σκέφτεται δυνατά.

Ετσι, στα γεγονότα του γαλλικού Μάη, το ’68, βρέθηκε με πλαστά χαρτιά στο Παρίσι, ακολουθώντας την τάση φυγής που επικράτησε όταν η πολιτιστική ασφυξία δεν ήταν καθόλου μικρότερη από την πολιτική. Με συντροφιά την Ασπα, έγραψε την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη», που αναφερόταν στον Τσε. Ακροατές οι παρεπίδημοι Αχιλλέας Θεοφίλου, Αλέξης Κυριτσόπουλος, Στέλιος Ράμφος, Αγγελος Ελεφάντης, Αλέκος Φασιανός…

Αλλά κι εκεί, αδιέξοδο. Τη μέρα της αντισυγκέντρωσης του Ντε Γκολ, το ζευγάρι, με οτοστόπ και μεγάλη ταλαιπωρία, φτάνει στο Μιλάνο όπου ο Διονύσης συνθέτει «Τα παιδιά που χάθηκαν» και «Το Περιβόλι». Με το «Ντιρλαντά» και τη «Συννεφούλα», που διασκευάζεται σε εμβατήριο, συμπληρώνεται το υλικό για το δίσκο. Μια σοβαρή προσπάθεια να ηχογραφηθεί στην Ιταλία για λογαριασμό της Ελέκτρα, ματαιώνεται μόλις η Ασπα μένει έγκυος.

«Υπάρχουν κι άλλα τραγούδια που θα μπορούσαν να ‘ναι στο «Περιβόλι», αποκαλύπτει ο συνομιλητής μου. «Το «Ολαρία», η «Θανάσιμη μοναξιά» και το «Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή», μόλις τα είδε ο Πατσιφάς, μου είπε «βάλ’ τα αυτά σε μια γωνιά, σε παρακαλώ». Εγώ ξαναέδωσα τη «Φυλακή» για το «Βρώμικο ψωμί», ανακατεύοντας τον Δημοσθένη και την Ολυνθο για να δείξω μια αρχαιοπρέπεια», προκειμένου να περάσει το τραγούδι απ’ τη λογοκρισία.

Οταν ο Διονύσης ανανέωσε τις εμφανίσεις του στο Ροντέο, με καλό μεροκάματο χιλίων δραχμών (ο Κόκοτας έπαιρνε επτά χιλιάδες στα Δειλινά), ο Παύλος Ζέρβας είχε εξαφανίσει τους «γελαδάρηδες» από το ντεκόρ του μαγαζιού του.

Η απήχηση του τροβαδούρου μεγάλωνε, το κοινό αυξανόταν και γινόταν πιο πολύχρωμο ιδιαίτερα μετά την επιτυχία του «Ντιρλαντά», που έμελλε να μπλέξει τον Σαββόπουλο σε δικαστική διαμάχη με τον καπετάν Γκίνη, ο οποίος διεκδίκησε και κέρδισε την πατρότητα του νησιώτικου τραγουδιού.

Αλλη μια παρενέργεια της επιτυχίας ήταν ότι καπέλωνε το έργο και τη φυσιογνωμία που προσπαθούσε με άποψη να διαμορφώσει ο καλλιτέχνης. Θυμάμαι την έντονη αντίδρασή του στις παραγγελίες (συνηθισμένες στα μπουζούκια, αλλά και στις μπουάτ) που γίνονταν για ένα τραγούδι το οποίο είχε αφαιρεθεί από το πρόγραμμα για τους παραπάνω λόγους, από ένα κοινό που κατέβαινε στο Ροντέο για να δει τον «παράξενο» καλλιτέχνη, ο οποίος, προτού κάνει γκραν σουξέ με το «Ντιρλαντά», είχε προκαλέσει αίσθηση με την ελευθεριάζουσα «Ζωζώ». Κι ακόμα με τη «Συννεφούλα», η οποία διατάρασσε τα συντηρητικά ήθη διαλαλώντας την ανεκτικότητα για μια αγαπημένη που είχε το ελεύθερο να τριγυρνάει «μ’ όποιον θέλει κάθε βράδυ»! Σε καιρούς που τέτοιες εκτροπές τιμωρούνταν με γενική αποδοκιμασία.

 

Παράδοση και ροκ

Με το «Περιβόλι» ο Σαββόπουλος συνεχίζει να απομακρύνεται από τα κυρίαρχα ρεύματα, εμβαθύνοντας με δικούς του όρους τη σχέση με την ελληνική παράδοση και δημιουργώντας παράλληλα αυτό που, αν όχι στην κυριολεξία, τουλάχιστον συμβολικά χαρακτηρίζεται ως η κορωνίδα του ελληνικού ροκ, βοηθώντας στην εδραίωση μιας δυναμικής σκηνής με πρωταγωνιστές τους MGC που παίζουν στον Λεωνίδα στην Πλάκα και μετεξελίσσονται σε Εξαδάκτυλο, τα Μπουρμπούλια, We Five, Socrates (από Persons), Πελόμα Μποκιού, Poll κ.ά.

Το συγκριτικό πλεονέκτημά του (συνθέτης-στιχουργός-οργανοπαίχτης-τραγουδιστής) τον διευκολύνει να ξεδιπλώσει τους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς του προσανατολισμούς χωρίς να πτοείται από τις αντιρρήσεις των φίλων που απέκτησε με το ρηξικέλευθο «Φορτηγό».

«Ο λεγόμενος προοδευτικός κόσμος έχει πολλά στερεότυπα. Πολλές φορές δεν είναι ανοιχτός», επισημαίνει αναλογιζόμενος τις αντιδράσεις στα ντραμς κ.λπ. «Βέβαια, πλάκωσε ένας άλλος κόσμος, σαφώς λιγότερο πολιτικοποιημένος αλλά καθόλου αναίσθητος», προτού επιστρέψουν οι δικοί του.

Η επιλογή να μη θέτει όρια στις αισθητικές του αναζητήσεις, του επιτρέπει να δημιουργήσει ένα είδος τραγουδιού πρωτότυπο και διαρκώς εξελισσόμενο. Με το «Περιβόλι» ξεκολλάει από το «Φορτηγό» (κιθάρα-τραγούδι) εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του και τον ήχο του. Στην παλιά Κολούμπια, με βασικό ηχολήπτη τον Γιώργο Κωνσταντόπουλο, ο Γιώργος Κοντογιώργος, με νεοκυματικές επιτυχίες στο ενεργητικό του, βάζει καινούρια όργανα και μουσικές φράσεις στα τραγούδια του Σαββόπουλου, πιο κοντά στο φολκ ροκ. «Του χρωστάω πάρα πολλά», λέει με έμφαση ο Διονύσης.

Εγγαμος πλέον και πατέρας του νιόφερτου Κορνήλιου, ο Σαββόπουλος δεν ανήκει στα παιδιά των λουλουδιών, όπως απεικονίζονται στο ωραιότατο χίπικο εξώφυλλο του φίλου του απ’ τη Θεσσαλονίκη Στέργιου Δελιαλή, το οποίο διαλέγει ως πιο εμπορικό ο Αλέκος Πατσιφάς, αντί για το σχέδιο που προτείνει ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος για το δίσκο που κυκλοφορεί από τη Λύρα, τέλη του 1969.

Τη χρονιά που η κηδεία-διαδήλωση του Γεωργίου Παπανδρέου, η καταδίκη δις εις θάνατον του Αλέκου Παναγούλη, ο τραυματισμός από βόμβα του καθηγητή Σάκη Καράγιωργα και οι πρώτες πράξεις αντίστασης κατά της δικτατορίας πότιζαν το σπόρο της αμφισβήτησης, τα τραγούδια του Σαββόπουλου έριχναν φως στην καταθλιπτική και γκρίζα εποχή, όχι με συνθήματα και αναμασήματα αλλά με καινούριες ιδέες, ποιητικές μεταφορές και εναλλακτικές προτάσεις καθημερινού στοχασμού.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ : ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια

Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια

Σε μια εντελώς αντιφατική εποχή, η Ελλάδα ζει την παραγωγή εξαιρετικής μουσικής, αλλά και την άνθηση των κέντρων διασκέδασης

Στην Ελλάδα φτάνουν μόνο τα αντιπολεμικά τραγούδια και δημιουργείται ένα υπόγειο ρεύμα μεταξύ νέων που μαζεύονται σε σπίτια για να ακούσουν δισκάκια και να ανταλλάξουν πληροφορίες.

Τα μακριά μαλλιά και η ροκ μουσική αποτελούν στοιχεία ανυπακοής. Ετσι, διαμορφώνεται η ροκ σκηνή που στο κλείσιμο της δεκαετίας επισκιάζει την ποπ σκηνή, αντικαθιστώντας τα κοστουμάκια και τις γραβατούλες των συγκροτημάτων με σταμπωτές ψυχεδελικές φανέλες, χαϊμαλιά, τζιν και αμπέχονα. 

Στις μπουάτ της Πλάκας, η ασφάλεια κάνει εφόδους για εξακρίβωση στοιχείων και για να ελέγξει τα προγράμματα του Γιώργου Ζωγράφου, του Κώστα Χατζή ή της Αρλέτας, στο «Δώμα», τις «Εσπερίδες», τη «Σοφίτα»…

Το ελληνικό τραγούδι, παρά τη λογοκρισία και την αμορφωσιά των συνταγματαρχών, συνεχίζει να παράγει εξαίρετα τραγούδια. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποιεί Οδυσσέα Ελύτη με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη και ο Μίμης Πλέσσας με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν τον «Δρόμο» με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου, στον οποίο ο Αλέκος Πατσιφάς της «Λύρας» δίνει και τα μελοποιημένα από τον Γιάννη Γλέζο ποιήματα του Λόρκα, ενορχηστρωμένα από τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Δυνατά λαϊκά

Η άνοδος του ελαφρολαϊκού συμπίπτει με την τουριστική ανάπτυξη και τα τραγούδια σαν τον «Επιπόλαιο» (Κατσαρού-Πυθαγόρα) συνδυάζονται με την άνθηση των κοσμικών κέντρων που φιλοξενούν ηθοποιούς και νεόπλουτους.

Η χούντα σε μια «επιχείρηση αρετής» απαγορεύει με ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών το «έθιμο» των «φθορών προκαλουσών το κοινόν αίσθημα», για να κάνει στη συνέχεια τα στραβά μάτια με υπουργούς της τακτικούς θαμώνες στην παραλία. Μέσα σε μία χρονιά διπλασιάζεται η κατανάλωση ουίσκι!

Τα δυνατά λαϊκά τραγούδια με τις φωνές των Καζαντζίδη («Νυχτερίδες κι αράχνες»), Διονυσίου («Ο παλιατζής»), Μπιθικώτση («Ρολόι-κομπολόι») κ.ά. και τα πάλκα με Τσιτσάνη, Πόλυ Πάνου, Γαβαλά και άλλους κλασικούς, κρατάνε κόντρες στον εκφυλισμό του τραγουδιού που προωθείται από εταιρείες δίσκων με μεταγλωττίσεις ξένων ελαφρών επιτυχιών.

Μέσα στο γενικό μούδιασμα (ευχάριστο για μια φιλοχουντική μερίδα), γεμάτες παραμένουν μόνο οι αίθουσες κινηματογράφου, ανυποψίαστες για το επερχόμενο τέλος της ακμής τους. Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο αιθουσών. Στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, το καλοκαίρι λειτουργούν 563 κινηματογράφοι! Κάθε συνοικία διαθέτει δικούς της κινηματογράφους, μέρος του τοπικού πολιτιστικού ιστού!

Οι ογδόντα χιλιάδες συσκευές τηλεόρασης στην Αθήνα είναι ακόμα λίγες για να κλείσουν τις αίθουσες, αλλά πολλαπλασιάζονται γρήγορα μειώνοντας ραγδαία και τις εντόπιες παραγωγές, που έχουν χάσει τη φρεσκάδα του κλασικού ελληνικού σινεμά.

Πάνω από δέκα ταινίες εθνοπατριωτικού περιεχομένου παίζονται ταυτόχρονα κόβοντας εκατομμύρια εισιτήρια: πρώτη «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» του Ντίνου Δημόπουλου (739 χιλιάδες) με τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, οι «Γενναίοι του Βορρά» (627) του Κώστα Καραγιάννη, το «Οχι» (602) και «Η Μεσόγειος φλέγεται» (410) του Ντίμη Δαδήρα, «Το νησί της Αφροδίτης» (299) του Γιώργου Σκαλενάκη, «Οι δραπέτες του Μπούλκες» του Α. Παπασταματάκη, «Ετσι πολεμούσαμε το ’40» κ.ά.

Ταινίες με μακεδονομάχους, κομμουνιστοσυμμορίτες, μαχητές της ΕΟΚΑ, βούλγαρους κομιτατζήδες, γερμανούς ναζί και ιταλούς μακαρονάδες. Ο υπολοχαγός Κώστας Πρέκας στις δόξες του!

Παράλληλα, προβάλλονται ερωτικά δράματα, κοινωνικές περιπέτειες και κωμωδίες. Ο Κούρκουλος και η Χρονοπούλου («Ορατότης μηδέν») με 640 χιλιάδες εισιτήρια συναγωνίζονται το ζευγάρι Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ («Η νεράιδα και το παλικάρι») με 627 χιλιάδες εισιτήρια! Και ακολουθούν «Η Παριζιάνα», «Ο μπλοφατζής», «Θ. Β., ο φαλακρός πράκτωρ», «Ο γόης» και οι υπόλοιπες από τις 99 νέες ταινίες της χρονιάς, με Βλαχοπούλου, Βέγγο, Βόγλη, Λάσκαρη, Κατράκη, Βουτσά κ.λπ. Το «Τσουφ» με τα κινούμενα σχέδια του Θόδωρου Μαραγκού είναι από τις λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα.

Και οι ταινίες εξακολουθούν να αποτελούν το καλύτερο μέσο για την προβολή καινούριων τραγουδιών και νέων ερμηνευτών. Οι Μίμης Πλέσσας, Κώστας Καπνίσης, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Ζαμπέτας, Γεράσιμος Λαβράνος κ.ά. έχουν επενδύσει μουσικά πολλές ταινίες και ο Στράτος Διονυσίου κάνει μεγάλο σουξέ με το τραγούδι «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου».

Είναι η χρονιά που η Μαρία Κάλλας εμφανίζεται ως ηθοποιός στον ρόλο της Μήδειας στην ομώνυμη ταινία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που γυρίζεται στην Τουρκία, όπου η μεγάλη τραγουδίστρια συλλαμβάνεται γιατί μεταφέρει στις αποσκευές της μεγάλο αριθμό αρχαίων αντικειμένων! Ενώ, στις Κάνες, η ακτιβίστρια Βανέσα Ρέντγκρεϊβ κερδίζει το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου για τον ρόλο της Ισιδώρας Ντάνκαν και η Κάθριν Χέπμπορν στο Χόλιγουντ παίρνει το τρίτο της Οσκαρ! Γυναίκες εκπληκτικές!

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-ΕΠΤΑ / Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

1969: η χρονιά που θ’ άλλαζε τον κόσμο

1969: η χρονιά που θ’ άλλαζε τον κόσμο

Η Αμερική ξυπνούσε από το λήθαργο της συντήρησης και του απατηλού ονείρου, ενώ στην Ελλάδα εν μέσω χούντας άρχισε να πνέει ένας άνεμος καλλιτεχνικής πρωτοπορίας

Τη χρονιά που πάτησε ο άνθρωπος στο φεγγάρι, ο πλανήτης Γη βρισκόταν σε αναταραχή. Η Αμερική παλλόταν από μαζικές διαμαρτυρίες ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κατέφθαναν στο Γούντστοκ για μια γιορτή «αγάπης, ειρήνης και μουσικής», το αντιπολεμικό κίνημα απλωνόταν από το Τόκιο ώς το Βερολίνο, οι εθνικο-απελευθερωτικοί αγώνες ανθούσαν σε Ασία και Αφρική, ενώ στην Ελλάδα, την τυλιγμένη στον «γύψο», οι εξορίες και οι φυλακίσεις βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, αλλά στα νυχτερινά κέντρα το κέφι έφτανε στο ζενίθ…. Τι αξίζει να θυμηθούμε από εκείνη την εποχή; Τι μας κληροδότησε μέχρι σήμερα; Ο απολογισμός, στο αφιέρωμα που ακολουθεί.

Το 1969, το κέντρο του κόσμου ήταν η Αμερική. Στην Ελλάδα, με τη χούντα στο φόρτε της, με την ανίσχυρη ακόμα αντίσταση να περιμένει βοήθεια από το εξωτερικό, ο πολιτισμός είχε καθήσει.

Αλλοι στη φυλακή, άλλοι στις εξορίες, άλλοι στο εξωτερικό και οι περισσότεροι στα σπίτια τους, φοβισμένοι και παρακολουθούμενοι. Στους φοιτητικούς χώρους η αντίσταση βρισκόταν σε επίπεδο αναγνωριστικών συζητήσεων στην καφετερία της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης, στην οδό Μασσαλίας.

Υπήρχε μια ποπ σκηνή που προσπαθούσε να βγει από την ελαφρότητα της δεκαετίας που μονοπωλήθηκε από τις εφηβικές μιμήσεις των ελληνικών συγκροτημάτων και τη χειραγώγηση των «γιεγιέδων» από τον Νίκο Μαστοράκη και (συμπληρωματικά) τους αδελφούς Καρατζαφέρη, Γιώργο και Σπύρο, που αποστείρωναν τη νέα μουσική από όλα της τα νοήματα περιορίζοντάς την σε μπιτς πάρτι και χαζοχαρούμενες πόζες.

Τα μακριά μαλλιά ήταν απαγορευμένα από το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες των συνταγματαρχών και, μαζί με τις μίνι φούστες, ηθικά κατακριτέα από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που έριχνε βιτριόλι στις κοπέλες που αρνούνταν τις προτάσεις των «γαμπρών» και έλυνε με παραθείο τις οικογενειακές διαφορές, με ένα νομικό πλαίσιο που θεωρούσε το σεξ κακούργημα, απειλώντας τους νέους με φυλακή ή γάμο!

Εποχή που οι γονείς στέλνανε τα κορίτσια τους νύφες στην Αυστραλία με άγνωστους «παραλήπτες». Και η Αρχιεπισκοπή τιμωρούσε τον εφημέριο του Αγίου Χαράλαμπου Ιλισίων «γιατί ετέλεσε χίπικον γάμο με μίνι και λουλουδένιες κάλτσες»!

Ηταν όμως η χρονιά που τα πράγματα άλλαζαν. Αποδεσμευόμασταν από τους «ποπ πατέρες», αφήναμε τα μαλλιά μας να μακρύνουν, κονταίναμε τις φούστες και στρεφόμασταν στον Σαββόπουλο, τα Μπουρμπούλια και τους MGC, και κάναμε παρέα με τους χίπι που έφερναν στα Αναφιώτικα της Πλάκας βιβλία του Θορό, ινδικά μυρωδικά, περίεργα τσιγάρα και σλίπιν μπαγκ που δεν είχαμε ξαναδεί, στον δρόμο για τα Μάταλα ή το Κατμαντού.

Στο ελληνικό τραγούδι, παρ’ όλο που η λογοκρισία είχε στενέψει πολύ τον κορσέ, έβγαιναν σπουδαία τραγούδια χάρη στον Ζαμπέτα, τον Ακη Πάνου, τον Σπανό, τον Μαρκόπουλο, τον Λοΐζο κ.ά.

Ο Θεοδωράκης εξόριστος στη Ζάτουνα συνέθετε τις Αρκαδίες απομονωμένος στο εσωτερικό αλλά όχι στο εξωτερικό, όπου το «Ζ» του Κώστα Γαβρά σάρωνε τους διεθνείς επαίνους και τα βραβεία στις Κάνες και στα Οσκαρ!

Μουσική – περιβόλι

Σε μια εποχή που η χούντα προσπαθούσε να κατευνάσει το Συμβούλιο της Ευρώπης, το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού με τις μουσικές του Μίκη έφερνε στο παγκόσμιο προσκήνιο τα ανδραγαθήματα του φασιστικού παρακράτους.

Ο Χατζιδάκις, στην Αμερική, συνεργαζόταν με τους New York Rock & Roll Ensemble για να παρουσιάσει το αγγλόφωνο έργο του «Reflections».

Οι ειδήσεις που είχαν σχέση με τον πολιτισμό και την πολιτική ήταν απελπιστικά φτωχές. Οι ερασιτεχνικοί σταθμοί έπαιζαν καλά τραγούδια, αλλά χωρίς επικίνδυνες αναφορές. Οι εκπομπές που έκανα στον «Φοίνικα», στα Πατήσια, κόπηκαν απότομα όταν άρχισα να σχολιάζω τα τραγούδια του Σαββόπουλου και του Ντίλαν.

Ηταν η χρονιά που, μέσα στην ακινησία, κυκλοφορούσε το «Περιβόλι του Τρελλού», με τραγούδια γεμάτα υπονοούμενα και ένα ωραίο χίπικο εξώφυλλο που δεν ταίριαζε πολύ στη φυσιογνωμία του καλλιτέχνη. Ο Σαββόπουλος στο μικρό υπόγειο «Ροντέο» της πλατείας Βικτωρίας, ήταν το ελληνικό αντεργκράουντ που αναζητούσε χώρο ανάμεσα στην καχύποπτη για δυτικότροπα ανοίγματα στον πολιτισμό αριστερά και την τσαρουχομπαρόκ χουντική δεξιά. Ούτε για το Γούντστοκ έγραψαν κάτι οι εφημερίδες.

Όσοι μαθαίναμε αγγλικά ρουφούσαμε τα ξένα περιοδικά που κυκλοφορούσαν σε δύο-τρία κεντρικά περίπτερα και αναζητούσαμε στα βραχέα τους ντιτζέι του Ράδιο Καρολίνα, που εξέπεμπαν πειρατικά από ένα πλοίο αγκυροβολημένο έξω από τα βρετανικά χωρικά ύδατα.

Η ολιγοήμερη απόδραση του Παναγούλη και η σύλληψή του προβλήθηκαν επιδεικτικά από τη χούντα, όπως και οι συλλήψεις των πρώτων αντιστασιακών, ενώ η με πολιτικά κίνητρα αεροπειρατία του γιατρού Τσιρώνη, που διέφυγε στην Αλβανία με αεροπλάνο της Ολυμπιακής, υποβαθμίστηκε. Φαινομενικά ήταν μια σχετικά ήσυχη χρονιά, γιατί ακόμα δεν γινόταν αντιληπτή η υπόγεια ζύμωση απ’ την οποία θα ξεπηδούσε το μαχητικό αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα στην αυγή της δεκαετίας του ’70 και η επακόλουθη πολιτιστική άνοιξη.

Αναμφίβολα, αν το 1968 είναι η κορυφαία χρονιά της ευρωπαϊκής εξέγερσης, το 1969 είναι της αμερικάνικης. Με δύο βασικές τάσεις, αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοαναιρούμενες, με επίκεντρο τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στο Γούντστοκ συναντιούνται όλοι, 400 χιλιάδες ειρηνιστές χίπι και μέλη της νέας αριστεράς. Οι χορτοφάγοι και ψυχεδελικοί από τα κοινόβια του Χέιτ-Ασμπουρι με τα βιβλία του Έσε και του Γουίτμαν στα σακίδια, με τους ακτιβιστές των πανεπιστημίων με μπροσούρες αυτοδιαχείρισης, σε μια υπερμεγέθη γιορτή αγάπης, φιλίας και καλής μουσικής.

Παρόμοιες σκηνές επαναλαμβάνονται από την Ατλάντα και το Τέξας ως το Αϊλ οφ Γουάιτ στη Βρετανία. Ο κόσμος είναι τόσο πολύς και ετερόκλητος, που οι πιο πολιτικοποιημένοι δεν μπορούν να ελέγξουν τις καταστάσεις. Στη συναυλία των Στόουνς στο Αλταμοντ, οι συμμορίες των Αγγέλων της Κολάσεως χτυπούν με μαχαίρια τους θεατές βάζοντας συμβολικά τέλος στην αθωότητα.

Ο Μπόουι ήρθε από το διάστημα

Σε όλα τα πρωτοκλασάτα πανεπιστήμια γίνονται εκδηλώσεις στη μνήμη του Χο Τσι Μινχ που πεθαίνει στο Ανόι και αναπτύσσονται ζωηρά φόρουμ κάτω από τις μεγεθυμένες φωτογραφίες του Τσε και του Μάο. Στο Μπέρκλεϊ κλείνουν βίαια το κέντρο στρατολογίας, στο Χάρβαρντ προσπαθούν να ιδρύσουν αντιπανεπιστήμιο, το Κορνέλ καταλαμβάνεται από ένοπλους Μαύρους Πάνθηρες και φοιτητές του Πρίνστον πιάνουν δουλειά στα εργοστάσια με την εργατική τάξη! Πραγματική κοσμογονία και στον εναλλακτικό τύπο. Περισσότερες από 150 εφημερίδες με κυκλοφορία δύο εκατομμυρίων αντιτύπων ανατρέπουν τον καθιερωμένο χαρακτήρα της δημοσιογραφίας με τολμηρή γλώσσα, ψυχεδελικά κολάζ και «χειροποίητες» γραμματοσειρές. Οι αντιπολεμικές δραστηριότητες, οι εξεγέρσεις στα πανεπιστήμια, τα δικαιώματα των γυναικών, μειονοτήτων, ιθαγενών και ομοφυλοφίλων, η πάλη των τάξεων, η νέα λογοτεχνία, η σεξουαλική απελευθέρωση, η κουλτούρα των ναρκωτικών, η αστυνομική βία, τα μουσικά φεστιβάλ, οι δίσκοι και πολλά άλλα θέματα που περνούσαν διαστρεβλωμένα από τα ΜΜΕ, γεμίζουν τις σελίδες του Berkeley Barb, του San Francisco Oracle, του Ramparts και δεκάδων άλλων εντύπων που ανταλλάσσουν ελεύθερα την ύλη τους ως μέλη του Συνδικάτου Αντεργκράουντ Τύπου. Στα φυλλάδια που μοιράζονται στα πανεπιστήμια κυριαρχούν οι αναφορές στην κουβανέζικη επανάσταση και την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Οι αρνητές στράτευσης που καταφεύγουν στον Καναδά θα φτάσουν τελικά τις 50 χιλιάδες! Παράλληλα, ο Ψυχρός Πόλεμος συνεχίζεται με ένταση. Συμπτωματικά, ο Ντέιβιντ Μπάουι ξεκινάει την καριέρα του με ένα τραγούδι (Space Oddity) που γίνεται τεράστια επιτυχία, αφηγούμενο την ιστορία ενός αστροναύτη που θαυμάζει τη Γη από ψηλά! Τα βήματα του Νιλ Αρμστρονγκ στη Σελήνη προκαλούν παγκόσμια αίσθηση, φέρνοντας σε ακόμα δυσκολότερη θέση τους Σοβιετικούς, οι οποίοι έχουν προβλήματα στα σινοσοβιετικά σύνορα και στην Τσεχοσλοβακία, που είναι ανάστατη από την εισβολή των τανκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την αυτοπυρπόληση του φοιτητή Γιάν Πάλακ στην Πράγα. Αλλά η Αμερική αιμορραγεί. Οι τηλεοπτικές εικόνες με τα φέρετρα των νεκρών στρατιωτών, που ξεπερνούν τους 35 χιλιάδες ώς το τέλος του 1969, βγάζουν στα συλλαλητήρια του Peace Moratorium (15 Οκτωβρίου) δύο εκατομμύρια πολίτες κόντρα στην πολιτική ηγεσία και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα. Ο πρόεδρος Νίξον, ενώ μυστικά εγκρίνει την επέκταση των αεροπορικών βομβαρδισμών στην Καμπότζη, αναγκάζεται να εξαγγείλει τη σταδιακή απόσυρση των στρατευμάτων από το Βιετνάμ, τα οποία έχοντας χάσει το ηθικό τους χάνουν και την υποστήριξη μεγάλης μερίδας συντηρητικών Αμερικανών μετά την αποκάλυψη της σφαγής 109 γυναικόπαιδων στο χωριό Μάι Λάι.

Κατά του απαρτχάιντ

Το αντιπολεμικό κίνημα έχει απλωθεί από το Τόκιο ως το Βερολίνο, επηρεάζοντας την πολιτική και την κουλτούρα σε πολλά επίπεδα, γιατί μαζί του μορφοποιούνται τα κινήματα για το δικαίωμα των γυναικών στην επιλογή, τη σεξουαλική ελευθερία, τη φυσική ζωή και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Οι διαμαρτυρίες ενάντια στο απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής και της (βρετανικής) Ροδεσίας εξαναγκάζουν τις μητροπόλεις να προχωρήσουν σε αποκλεισμούς των ρατσιστικών καθεστώτων διευκολύνοντας τους αγώνες για την ανατροπή τους. Και η εκλογή της αγωνίστριας των πολιτικών δικαιωμάτων Μπερναντέτ Ντέβλιν στο βρετανικό Κοινοβούλιο και η φυλάκισή της οξύνουν την αντίσταση στην αγγλική κατοχή με συλλαλητήρια και συγκρούσεις, την ώρα που οι απανταχού Ιρλανδοί γιορτάζουν την απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας στον Σάμιουελ Μπέκετ! Αυτή η μεγάλη αναταραχή δημιουργεί ένα παγκόσμιο πολιτιστικό κίνημα και ένα διεθνές περιβάλλον ευνοϊκό για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ασία και την Αφρική. Το 1969, ο Καντάφι ανατρέπει τον βασιλιά Ιντρις στη Λιβύη και ο Αραφάτ εκλέγεται πρόεδρος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, ενώ, ταυτόχρονα με την παραίτηση του συνδιαμορφωτή της μεταπολεμικής Ευρώπης Ντε Γκολ στη Γαλλία, γίνεται πρωθυπουργός στη Σουηδία ο Ολαφ Πάλμε που θα παίξει σημαντικό ρόλο στο κίνημα ειρήνης μέχρι τη δολοφονία του.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 26 Ιουλίου 2009