Ναι στις πλατείες – Όχι ποντικοφάρμακο στους πολιτικούς

Ναι στις πλατείες  – 

Όχι ποντικοφάρμακο στους πολιτικούς

 Επικηρύξτε τους!

Περνάω κάθε πρωί αυτό το τρομερό τεστ αντοχής, να βλέπω τον «εγώ δεν είμαι λαϊκιστής» Παπαδάκη, τους «πουλάμε και λίγη τρέλα» Καμπουράκη-Οικονομέα και τους «όπου με βάλεις κάθομαι» Λυριτζή-Οικονόμου! Μια χαρά τούς θυμάμαι, χρόνια τώρα, να αποσιωπούν τις εκατοντάδες διαμαρτυρίες και τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων και των φοιτητών ή να αναζητούν ευκαιρία, μια κατάληψη, μια πέτρα, μια μολότοφ, για να δείξουν πλάνα με φωτιές και ξύλο, να καταδικάσουν τη βία των διαδηλωτών, των αναρχικών, των καταληψιών και οπωσδήποτε του ΣΥΡΙΖΑ.

Πόση λάσπη δεν έφαγαν οι λιμενεργάτες στον Πειραιά από τα πρωινάδικα. Πόσο διασύρθηκαν οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν σε σχολεία που χτίζονται σαν φυλακές ενηλίκων. Πόσο θάψιμο υπέστησαν οι κάτοικοι της Κερατέας που κανένα κανάλι δεν έδειχνε τον αγώνα τους επί τέσσερις μήνες που η περιοχή τους ήταν αστυνομοκρατούμενη.
Και ξέρω γιατί το περνάω. Γιατί, εκτός από την περιέργεια μη χάσω κάτι, και την επιλογή να βιώνω τα ίδια με τον απλό τηλεθεατή για να μην είμαι αλλού, έχω αναπτύξει κι εγώ ένα μαζοχισμό, μαζί με όλο το φιλοθεάμον κοινό, που στηρίζει και καταναλώνει παθητικά αυτού του είδους την «ενημέρωση».
Εκατοντάδες φορές έβγαλαν στις εκπομπές τους τα κυβερνητικά στελέχη, εκατοντάδες!, για να κάνουν πλύση εγκεφάλου στον κόσμο, για να περάσει η πολιτική της κυβέρνησης μέσα από τη διαρκή επανάληψη, μέσα από τη νομιμοποίηση της κρατικής τρομοκρατίας, μέσα από την επικοινωνιακά αξεπέραστη ισχύ της τηλεόρασης.
Και τώρα, που άρχισαν κάπως να ανησυχούν, όχι για τη χώρα, αλλά για την πάρτη τους και για τους εργοδότες τους, το γυρίζουν στην αντιπολίτευση. Πολύς πόνος για τον μεροκαματιάρη, τον συνταξιούχο και τον άνεργο. Τώρα, που δεν φωνάζει μόνο η δύσμοιρη Αριστερά, η κατασυκοφαντημένη, τώρα που σιγά σιγά βγαίνουν από τα σπίτια τους και οι ανοργάνωτοι, τώρα που ξαναβρίσκουν κάπως τις αισθήσεις τους από τα αλλεπάλληλα πλήγματα οι μικρομεσαίοι, τώρα που τα ποσοστά των κομμάτων κατολισθαίνουν, τώρα που βγήκαν στα Προπύλαια και οι πνευματικοί φανοστάτες της εξουσίας, οι πανεπιστημιακοί, ο Παπαδιάς, ο Καμπουρέας κι ο Λυρονόμου τρέχουν να σώσουν τη χώρα και το Κοινοβούλιο, για το οποίο είδα ιδιαίτερα ανήσυχο τον Ποντικίφικα Αντώνη Δελλατόλα, που αποδοκίμαζε ξανά και ξανά το κράξιμο που έφαγαν οι βουλευτές στο Σύνταγμα.
Μέχρι την περασμένη βδομάδα, βγάζανε τους Χρυσαυγίτες στα παράθυρα χωρίς χρονικούς περιορισμούς για να χύνουν κι άλλο δηλητήριο στην κοινωνία. Με μεγάλη ικανοποίηση, δημιουργούσαν ευκαιρίες για να ταπεινώσουν τους αριστερούς και τους διανοούμενους. Και τώρα, ως δια μαγείας, και ο λαντζέρης έχει μερίδιο στα πρωινάδικα, και η άνεργη νηπιαγωγός. Τους μιλάνε και στον πληθυντικό, γιατί ξαφνικά έγιναν αξιοσέβαστοι. Αλλά κι όταν το κάνουν, μερικοί δεν μπορούν να κρατηθούν! Ο Καμπουράκης ξέσπασε σε μια γυναίκα που μιλούσε ωραία και λογικά για το χουνέρι που υπέστη ο Πεταλωτής στην Αργυρούπολη.
Θα μου πεις, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Ναι, βέβαια, αρκεί να μην ξεχνάμε ότι οι εργοδότες της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας πρώτα τη γούνα τους θέλουν να προστατεύσουν. Εξάλλου, προτιμάνε τους αγαναχτισμένους πολίτες που μπορεί και να κουραστούνε, από τους επίμονους αριστερούς που δεν βγαίνουνε μόνο όταν έχει ήλιο, αλλά κι όταν ρίχνει καλαπόδια ή δακρυγόνα!

 

Βαράτε τους εκεί που πονάνε!

Σε πρώτη φάση, Τρόικα, Παπανδρέου και Καναλάρχες ρίξανε τους πεπειραμένους καρχαρίες να φάνε το πόπολο! Ποιος μπορεί να τα βγάλει πέρα σε μια μονομαχία στην τηλεοπτική αρένα με τον βαρύγδουπο Πάγκαλο, που στην καθισιά του θέλει τρεις πανεπιστημιακούς για ορεκτικό! Ποιος μπορεί να τα βγάλει πέρα με έναν Πρετεντέρη, μία Τρέμη, έναν Καψή κι ένα Ρέπα ή ένα Λοβέρδο, ταυτόχρονα;
Αλλά τώρα, τα κανάλια δίνουνε περισσότερο λόγο στους δευτεροκλασάτους. Οι πρωτοκλασάτοι ψιλοκάηκαν. Έμπειροι και αδίστακτοι, ήταν χρήσιμοι για να περάσει με τρομοκρατία το πρώτο πακέτο μέτρων. Ίσως επανέλθουν αργότερα. Ίσως και μερικοί να μαζεύτηκαν αυτοβούλως, τώρα που αρχίζουν οι σφαίρες να πέφτουν σαν το χαλάζι! Ούτε σε ένα εστιατόριο πολυτελείας δεν μπορούν να φάνε ήσυχοι! Και δεν είναι για τα ξεφωνήματα και τα γιαουρτώματα. Κανένα τρελαμένο μάγειρα φοβούνται που θα τους βάλει ποντικοφάρμακο στο ψαρονέφρι! (Σημ. Επειδή το ποντικοφάρμακο σκοτώνει, προτείνω διπλή δόση καθαρτικού, με ταυτόχρονη «βλάβη» στις τουαλέτες!)
Θα προτιμούσα πάντως, οι πολίτες σε κάθε εκλογική περιφέρεια να οργάνωναν καμπάνιες ενημέρωσης των ψηφοφόρων για τις θέσεις και τα έργα του κάθε εκλεγμένου βουλευτή τους χωριστά. Τι ψήφισε στη Βουλή και τι δεν ψήφισε, τι θέση πήρε για το Μνημόνιο, τι θέση παίρνει για τη μείωση των μισθών και των συντάξεων, για τη χαριστική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, για τις περικοπές στην εκπαίδευση, για όλα. Με φυλλάδια για το «έργο» του κάθε βουλευτή, με τη φωτογραφία του, με το διαδίκτυο και πόρτα-πόρτα. Να ξέρει ακριβώς ο κόσμος για την ποιότητα του καθενός, κι από κει και πέρα να αναλάβει ο κάθε πολίτης τις ευθύνες του απέναντι στην κοινωνία και την οικογένειά του. Να μην αφήσουμε χώρο για νέα εξαπάτηση των πολιτών από τους βουλευτές που τους ξεπούλησαν μπιρ παρά! Να τους επικηρύξουν οι ψηφοφόροι τους, έναν-έναν ονομαστικά!
Κάτι απίθανα όντα, καθυστερημένοι τριτοκοσμικοί γιάπις, υπάλληλοι διεθνών τοκογλύφων, υπερεθνικοί, με τις ιδιότητες υφυπουργών, γραμματέων, επενδυτικών συμβούλων και οικονομολόγων υποψηφίων για νόμπελ υποτέλειας, προσπαθούν να διαγράψουν τη μνήμη μας και να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα με απύθμενο θράσος, αλαζονεία και προκλητικότητα. Η αποθέωση του κυνισμού! Μια Ξαφά, ένας Μόσιαλος, μια Χριστοφιλοπούλου! Μια στρατιά ολάκερη ανασύρθηκε από τις εφεδρικές αποθήκες του συστήματος για να μην χάσουν τα λεφτά τους οι διεθνείς τοκογλύφοι! Χρόνια τούς ετοίμαζαν στα αμερικάνικα πανεπιστήμια.
Αλλά τώρα, σφίγγουν οι πρωκτοί, γιατί χιλιάδες αδέσποτοι στις πλατείες δεν θέλουν να δουν τηλεόραση. Με πράσινα λέιζερ (όπως «οι χούλιγκαν των γηπέδων» κατά τον Οικονομέα) πυροβολούν τις κάμερες που είναι στημένες όσο πιο ψηλά γίνεται για να μην τις φτάνουν οι πέτρες! Με τα μηχανάκια που πουλάνε οι Μπανγκλαντεσιανοί, παίρνοντας μια μικρή εκδίκησή για την τηλε-φασιστο-αστυνο-τρομοκρατία εναντίον φτωχών και ανυπεράσπιστων μεταναστών.

Όλα εδώ πληρώνονται!
Μουντζώνων,
Γκαούρ

 

 

[H φωτογραφία -Ρεμπέτικα εναντίον Μνημονίου, στις 29 Μαΐου- είναι του Στέλιου Ελληνιάδη]
Σημείωση :
Στη φοβερή μπάντα μπουζουκομπαγλαμάδων, που στήθηκε στα σκαλάκια της πλατείας Συντάγματος, συμμετείχαν πολλοί γνωστοί και σπουδαίοι οργανοπαίκτες,  σαν τον δεξιοτέχνη Γιάννη Παπαβασιλείου (Βλάχος) και τον πανεπιστημιακό Γιάννη Κοντογιάννη.]
 
 
 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 68, 4 Ιουνίου 2011 
Advertisements

Τέχνη και Αριστερά: 50 χρόνια από τον Επιτάφιο

Τέχνη και Αριστερά:  50 χρόνια από τον Επιτάφιο

Χιώτης, Θεοδωράκης, Μπιθικώτσης – Στην ηχογράφηση του «Επιτάφιου» (φωτογραφία: Τάκης Πανανίδης)
 

Η συμπλήρωση 50 χρόνων από την κυκλοφορία του Επιταφίου, σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση του Γιάννη Ρίτσου δίνει την ευκαιρία για μια σύντομη και μερική καλλιτεχνοπολιτική ανασκόπηση της εποχής αυτής, που ανοίγει με την εντυπωσιακή επιτυχία της ενιαίας Αριστεράς στις εκλογές του 1958, σε πλήρη αντίθεση με την εξωφρενική πολυδιάσπασή της στις τωρινές εκλογές για την Αυτοδιοίκηση.

 

Ανασυγκρότηση της Αριστεράς

Η δεκαετία του ’50 είναι ασφυκτική για την Αριστερά. Οι συνέπειες της βαριάς ήττας του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο 1946-49 είναι πολλαπλές. Μέχρι το 1954 συνεχίζονται οι πανηγυρικές εκτελέσεις κομμουνιστών, με γνωστότερες αυτές των Μπελογιάννη-Πλουμπίδη. Όσοι από την αφρόκρεμα των αγωνιστών δεν έπεσαν στα πεδία των μαχών και δεν εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, βρίσκονται στις φυλακές, στις εξορίες μέσα κι έξω από την Ελλάδα, ή στην παρανομία. Μπορεί τα όπλα να μην ήταν πια παραπόδα, όμως, η καταδιωκόμενη Αριστερά ξεκίνησε πολύ γρήγορα την ανασυγκρότησή της, όχι σαν αίρεση, αλλά σαν κίνημα λαού, σε όλα τα επίπεδα. Η κατάσταση ήταν πάρα πολύ δύσκολη αν σκεφτεί κανείς ότι οι Αμερικάνοι κυβερνούσαν τη χώρα με σιδηρά πυγμή διά των προθύμων να τους υπηρετήσουν πολιτικών στους οποίους ανέθεταν ρόλους, από τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο ώς τον Γεώργιο Παπανδρέου, ελέγχοντας πλήρως τον στρατό, την αστυνομία-χωροφυλακή και το δικαστικό σώμα. Επίσης, με τα κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ διαμόρφωναν την άρχουσα οικονομική τάξη της χώρας, εξαρτημένη, μεταπρατική και υποστηρικτική της πολιτικής κάστας στην οποία ανατέθηκε η διακυβέρνηση της χώρας.

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς δεν ήταν μόνο οργανωτική. Οργανωτικά, οδήγησε στην έκπληξη του 1958, όταν η ΕΔΑ, ουσιαστικά μετωπική οργάνωση του παράνομου ΚΚΕ, διευρυμένη από προοδευτικούς πολίτες του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου, απέσπασε το εντυπωσιακό 24,4% στις εκλογές, έβγαλε 79 βουλευτές και ανακηρύχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση!

Πολιτισμική αναγέννηση

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς ήταν εξίσου πολιτισμική. Μετά τον πόλεμο, σε συνθήκες αυστηρής λογοκρισίας, είχε εκ νέου αναπτυχθεί αυθόρμητα η λαϊκή κουλτούρα. Μέσα από τα τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Καλδάρα, Μπακάλη, Παπαϊωάννου κ.ά., εκφράζονταν τα λαϊκά στρώματα σε όλη την Ελλάδα. Ο κατατρεγμός, η φτώχεια, οι διακρίσεις, η μετανάστευση, ο έρωτας, η βιοπάλη, το περιθώριο, καταγράφονταν μέσα από τα λαϊκά τραγούδια που στο σύνολό τους δίνουν την εναργέστερη κοινωνική εικόνα της εποχής. Παράλληλα, αναπτύσσονταν οι πολιτισμικές συνιστώσες της λόγιας παράδοσης και εισάγονταν αφομοιώσιμα στοιχεία από την ανατολική και δυτική Ευρώπη και την Αμερική, δημιουργώντας νέες συνθέσεις, νέα ρεύματα, νέες τεχνοτροπίες και νέες συνισταμένες.
Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο ρόλος της Αριστεράς είναι καθοριστικός, γιατί η Αριστερά είναι φορέας ιδεών ανατρεπτικών, έχει ιδανικά, βρίσκεται σε συνεχή τριβή και αναζήτηση και είναι δραστήρια και δημιουργική. Κινητοποιεί όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά και όλες τις κοινωνικές δυνάμεις και τα άτομα που αναζητούν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Η Αριστερά προσφέρει πρώτη ύλη, αλλά και πρόθυμους αποδέκτες της καλλιτεχνικής και πνευματικής παραγωγής.
Στον τομέα του πολιτισμού, από τα πιο αξιοσημείωτα είναι τρία εφαπτόμενα φαινόμενα που βάζουν τη σφραγίδα τους στην εποχή της ανασυγκρότησης: α) Η μελοποίηση των ποιημάτων, β) ο γάμος της λαϊκής τέχνης με την έντεχνη δημιουργία και γ) ο αρραβώνας των αριστερών διανοουμένων και καλλιτεχνών με τους σημαντικότερους εκπροσώπους μιας υπό διαμόρφωση αστικής κουλτούρας. Και αυτά τα φαινόμενα βρίσκουν την πληρέστερη και διαρκέστερη έκφρασή τους -τρία σε ένα- μέσα από τον Επιτάφιο και τη μουσική που εν συνεχεία καθιερώθηκε να την αποκαλούμε έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

 

Αριστεροί και δεξιοί ψάλτες

Το 1960, για τη δημιουργία του Επιταφίου συντελούν -με όρους πολιτικούς- αριστεροί και δεξιοί «ψάλτες». Βασικοί πρωταγωνιστές ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Ρίτσος συνεπικουρούμενοι από τους Μάνο Χατζιδάκι, Νάνα Μούσχουρη, Μανώλη Χιώτη, Γρηγόρη Μπιθικώτση και Τάκη Β. Λαμπρόπουλο.

Ο πρώτος Επιτάφιος ενορχηστρώνεται από τον Χατζιδάκι και ερμηνεύεται από τη Μούσχουρη στο ύφος του ελαφρού ευρωπαΐζοντος ελληνικού τραγουδιού. Το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο, διευθυντή της Κολούμπια και σπουδαίο παραγωγό. Έτσι, συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο για τη δισκογραφία που ανοίγεται πολύ επιλεκτικά και προσεκτικά στο νέο για την Ελλάδα φορμάτ του δίσκου μακράς διαρκείας. Μέσα σε λίγες βδομάδες το ίδιο έργο ηχογραφείται ξανά με διαφορετική λογική και αισθητική, σε διαφορετική εταιρία δίσκων. Οι δεύτερες εκτελέσεις καινούργιων τραγουδιών που κυκλοφορούν σε δισκάκια 45 στροφών είναι ρουτίνα, αλλά στις 33 στροφές είναι τολμηρό. Ο δημιουργικός Λαμπρόπουλος το πραγματοποιεί. Ο δεύτερος Επιτάφιος έχει διαφορετικό καλλιτεχνικό σχήμα και προσανατολισμό.

Στη λαϊκή μουσική υπάρχει, με σημερινή γλώσσα, μια τεράστια βάση δεδομένων από την οποία μπορεί κάποιος γνώστης με ταλέντο να αντλήσει ανεξάντλητο υλικό για ανασύνθεση. Ο Λαμπρόπουλος, σαν σκηνοθέτης, κάνει το κάστινγκ του νέου εγχειρήματος και ζητάει από τον Χιώτη να αναλάβει τη μορφοποίηση των μελωδιών του Θεοδωράκη με τη συνδρομή του Μπιθικώτση. Ο Χιώτης δέχεται την πρόκληση και ο Μπιθικώτσης πείθεται χωρίς να αντιλαμβάνεται ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Όπως έχει ομολογήσει, ο συνθέτης του Τρελοκόριτσου αισθανόταν μάλλον άβολα με το είδος αυτό του τραγουδιού, που ήταν διαφορετικό από το ρεπερτόριό του. Ας σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή ο Μπιθικώτσης ηχογραφεί, μεταξύ άλλων, τη Φραγκοσυριανή του Μάρκου Βαμβακάρη με πολύ μεγάλη επιτυχία. Το τελικό αποτέλεσμα του δεύτερου Επιτάφιου ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο, η απήχησή του είναι σαφώς μεγαλύτερη από τη χατζιδακική εκδοχή και έτσι ξεκινάει ένα ολόκληρο κίνημα μουσικής που γεννιέται από το πάντρεμα του λαϊκού στοιχείου με το λόγιο.

Αυτή η πρόσμειξη δεν είναι εντελώς πρωτότυπη, αλλά έχει σημαντικά καινούρια χαρακτηριστικά. Έχει προηγηθεί ο Χατζιδάκις με το Γαρύφαλλο στ’ αφτί ο οποίος ,μάλιστα, ταυτόχρονα με τον Επιτάφιο, κάνει παγκόσμιο χιτ με τα Παιδιά του Πειραιά, αλλά εν γένει τα κομμάτια του σκόπιμα απέχουν υφολογικά από τα λαϊκά τραγούδια της εποχής. Ακόμα και οι διασκευές των ρεμπέτικων από τον Χατζιδάκι είναι σε ορχηστρική μορφή και ξεφεύγουν από το λαϊκότροπο παίξιμο.

Ο ρόλος του Μανώλη Χιώτη

Ο Μίκης υιοθετεί πιο λαϊκές φόρμες, πιο κοντά στο κυρίαρχο είδος του λαϊκού τραγουδιού της εποχής. Επειδή δε ο ίδιος έχει δυτική μουσική παιδεία και δεν γνωρίζει καλά-καλά το ιδίωμα, αναλαμβάνει ο Χιώτης την «προσαρμογή», ένας από τους πληρέστερους καλλιτέχνες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ο Λαμπρόπουλος γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Χιώτης είναι ανοιχτών οριζόντων και ρηξικέλευθος, έχοντας ήδη κάνει μία επανάσταση στο λαϊκό τραγούδι, αντικαθιστώντας το τρίχορδο μπουζούκι με το τετράχορδο, εισάγοντας νέους ρυθμούς και εμφανιζόμενος όρθιος στην πίστα αντί καθιστός -ως είθισται- στην καρέκλα του πάλκου. Είναι εξαίρετος συνθέτης ρεμπέτικων, λαϊκών και ελαφρών τραγουδιών και μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, με δικό του ήχο και στυλ. Δηλαδή, ο καταλληλότερος μουσικός για να μπορέσει ο Θεοδωράκης να βρει έναν καινούργιο δρόμο εντάσσοντας τις θαυμάσιες μελωδίες του στο δημοφιλέστερο είδος μουσικής το οποίο όμως δεν κατέχει. Ακούγοντας τις εισαγωγές και τα σόλο του Χιώτη, στα πρώτα τραγούδια του Θεοδωράκη, αντιλαμβάνεται κανείς το ρόλο του στη διαμόρφωση του τελικού ακούσματος. Τα «λαϊκοποιεί» διατηρώντας την «ελαφρότητα» που είναι πλησιέστερη στην αισθητική του Θεοδωράκη. Στα τραγούδια του Μίκη, στους δίσκους Επιτάφιος, Αρχιπέλαγος, Λιποτάκτες, Πολιτεία και στις πρώτες συναυλίες στο «Κεντρικόν», το 1961, ο Μανώλης Χιώτης βάζει τη σφραγίδα του προτού παραδώσει τη σκυτάλη στο δίδυμο Κώστα Παπαδόπουλου-Λάκη Καρνέζη και στον άλλο μεγάλο συνθέτη και βιρτουόζο Γιώργο Ζαμπέτα. Αλλά, πολύ σημαντικός στη διαμόρφωση του νέου ήχου, χάρη στον Λαμπρόπουλο, είναι και το μεγαθήριο της εποχής Στέλιος Καζαντζίδης, που ερμηνεύει τραγούδια του Μίκη μαζί με την παρτενέρ του Μαρινέλα, ενώ ο Χιώτης έχει κοντά του τη Μαίρη Λίντα.

 

(Σκίτσο του Μποστ – Για τη συναυλία του Μ. Θεοδωράκη στο «Κεντρικόν»,  1961)

 

Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και ποιητές

Πολλά τραγούδια του Θεοδωράκη έχουν πολιτικό υπόβαθρο, κάτι που δεν συμβαίνει με τα τραγούδια του Χιώτη ή του Χατζιδάκι. Ο Μίκης έχει ξεκινήσει συνθέτοντας για πιάνο και βιολί, αλλά η κλασική ή κλασικίζουσα μουσική δεν βοηθάει την επικοινωνία με πλατιά κοινωνικά στρώματα, ούτε τη διάδοση των πολιτικών ιδεών της Αριστεράς. Ο δρόμος που στρώνει ο Λαμπρόπουλος με τον Χιώτη και τον Μπιθικώτση είναι φαρδύτερος και διεισδυτικότερος. Και, βέβαια, ο θαυμάσιος Ρίτσος προσφέρεται για λαϊκά τραγούδια γιατί γράφει (και) απλά και κατανοητά.
Ο Μίκης έπεται του Χατζιδάκι και στη μελοποίηση ποιημάτων. Στην μεταπολεμική Ελλάδα, η μελοποίηση των ποιημάτων ακολουθεί το ρεύμα των Γάλλων τροβαδούρων, Λεό Φερέ, Μπρασένς κ.ά. που μελοποιούν ποιήματα των Ρεμπό, Μποντλέρ, Βιγιόν, Απολινέρ, Αραγκόν, Βερλέν κ.λπ. Εξάλλου, το έδαφος είναι πολύ πρόσφορο γιατί υπάρχει πολύ μεγάλη και σημαντική εντόπια ποιητική παραγωγή. Γι’ αυτό, αρχής γενομένης, το πετυχημένο έργο του Θεοδωράκη με τον Επιτάφιο και τα τραγούδια που ακολουθούν, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και το κυματάκι εξελίσσεται σε ρεύμα.
Έτσι, όχι μόνο μελοποιούνται δημοσιευμένα ποιήματα, αλλά ορισμένοι ποιητές μπαίνοντας στο χορό γράφουν στίχους που προορίζονται εξ αρχής για τραγούδια. Πρωτοστατούν οι ποιητές από την Αριστερά, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Γιάννης Θεοδωράκης και ο Κώστας Βίρβος ο οποίος έχει ήδη σπουδαία συμμετοχή στο λαϊκό τραγούδι. Δραπετσώνα, Καημός, Βράχο-βράχο, Το Σαββατόβραδο κ.λπ. είναι τα τραγούδια που καθιερώνουν τον Μίκη Θεοδωράκη και συμπαρασύρουν συνθέτες, στιχουργούς, ερμηνευτές και εταιρίες σ’ αυτή τη νέα λεωφόρο. Δεν είναι όλα τα τραγούδια του σε λαϊκούς δρόμους, αλλά τα τραγούδια σε ζεϊμπέκικους και χασάπικους ρυθμούς με μπουζούκια και μικρές λαϊκές ορχήστρες δίνουν το χρώμα και το στίγμα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Ούτε όλοι οι συνθέτες και οι στιχουργοί/ποιητές προέρχονται από την Αριστερά: Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Μανώλης Αναγνωστάκης, Κώστας Βάρναλης, Γιώργος Σεφέρης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μποστ, Γιάννης Νεγρεπόντης, Ιάκωβος Καμπανέλης, Ερρίκος Θαλασσινός, Μιχάλης Κατσαρός, Νότης Περγιάλης, Άκος Δασκαλόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος, Χρήστος Λεοντής, Δήμος Μούτσης, Γιάννης Σπανός, Γιάννης Μαρκόπουλος, Μάνος Λοΐζος, Διονύσης Σαββόπουλος, Γιάννης Γλέζος, Νίκος Μαμαγκάκης, Σταύρος Κουγιουμτζής, Λουκιανός Κηλαϊδόνης, Θάνος Μικρούτσικος κ.ά., δημιουργούν το νέο ήχο του ελληνικού τραγουδιού που έχει τη βάση του -λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με τον δημιουργό- στο κλασικό λαϊκό τραγούδι και εξελίσσεται, παράλληλα, μ’ αυτό μεταφέροντας τα ποιήματα (ακόμα και του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, του Πάμπλο Νερούδα, του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι ή του Ναζίμ Χικμέτ) από σπίτι σε σπίτι.
Όλοι υιοθετούν τους λαϊκούς δρόμους, τις ενορχηστρώσεις, το ύφος, αλλά και θέματα όπως η μετανάστευση και η φτώχεια που μόνο οι λαϊκοί τραγουδοποιοί είχαν μέχρι τότε θίξει. Πάντως, σταδιακά, αποκαθίσταται μια ισορροπία ανάμεσα στο λαϊκό ιδίωμα και την μπαλάντα χωρίς ποτέ οι δημιουργοί του έντεχνου να πάψουν να γράφουν λαϊκά τραγούδια, τουλάχιστον μέχρι το 1974, ασκώντας με τη σειρά τους επιρροή και στους κλασικούς λαϊκούς συνθέτες, όπως ο Απόστολος Καλδάρας και ο Άκης Πάνου.

Καλλιτέχνες κόντρα στο διχασμό

Ενώ, λοιπόν, στη δεκαετία του ’60, το πολιτικό κλίμα είναι βαρύ, αριστεροί κόντρα σε δεξιούς ή δεξιοί κόντρα σε αριστερούς, η πραγματικότητα στις τέχνες είναι διαφορετική. Στην Ελλάδα, το ψυχροπολεμικό κλίμα είναι εν μέρει αληθινό, ως κατάλοιπο των πληγών του εμφυλίου, και εν μέρει τεχνητό, ως αποτέλεσμα των συστηματικών διώξεων κατά της Αριστεράς από την εξουσία και της καλλιεργούμενης έντασης από το παρακράτος που απεργάζεται το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και την ανακοπή της επιρροής της Αριστεράς στην πολιτική και τον πολιτισμό. Σ’ αυτή τη σκοπούμενη παράταση του εμφυλιοπολεμικού διχασμού, αντιδρούν πολλοί καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι, όπως φαίνεται πολύ ανάγλυφα από τα τεκταινόμενα στο ελληνικό τραγούδι. Τα τραγούδια είναι σε πάρα πολλές περιπτώσεις αποτέλεσμα συνεργασίας συντελεστών που δεν ανήκουν στο ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό στρατόπεδο. Συνθέτες, στιχουργοί, ζωγράφοι και παραγωγοί, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης και ιδεολογικών πεποιθήσεων, συνεργάζονται αρμονικά και φτιάχνουν αριστουργήματα. Τους ενώνει, συχνά από διαφορετική σκοπιά, η τάση και η επιθυμία να συνεχίσουν την προπολεμική προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας εθνικής λαϊκής τέχνης με διεθνή χαρακτηριστικά, έχοντας κατ’ αρχήν συμφωνήσει ότι κοινή τους γλώσσα είναι η δημοτική, ενώ στα σχολεία διδάσκεται αυστηρά η καθαρεύουσα και η νομοθεσία και τα δημόσια έγγραφα είναι επίσης στην καθαρεύουσα. Συμφωνούν επίσης στη σημασία της παράδοσης και χρησιμοποιούν σαν βάση το ρεμπέτικο και δη το μεταπολεμικό λαϊκό, παρ’ όλο που προβάλλονται επιφυλάξεις, ενστάσεις έως και σοβαρές αντιρρήσεις που φτάνουν στην πλήρη άρνηση.
Μέσα από τα έντυπα της Αριστεράς, κυρίως την Επιθεώρηση Τέχνης, γίνονται οξύτατες αντιπαραθέσεις, γιατί κάποιοι θεωρούν τους λαϊκούς καλλιτέχνες λούμπεν και τη λαϊκή μουσική κακής ποιότητας. Αντιδράσεις εκδηλώνονται και από μερικούς καταξιωμένους ποιητές που στο πρώτο άκουσμα δυσκολεύονται να χωνέψουν το συνταίριαγμα των βαθυστόχαστων και λυρικών ποιημάτων τους με τους ρυθμούς του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου και τους ήχους που παράγει το μπουζούκι. Αλλά η απήχηση των μελοποιημένων ποιημάτων και η επιμονή του Θεοδωράκη ο οποίος νιώθει ότι έχει βρει μια πλούσια φλέβα χρυσού, επιδρούν καταλυτικά και σταδιακά αίρονται οι αισθητικές ή πολιτικές επιφυλάξεις. Ομοίως, μέσα από τη συνεργασία και τη ζύμωση νέων μορφών έκφρασης λειαίνεται ο εθνικός διχασμός. Η βαθύτερη επιθυμία για μία τέχνη προσιτή στο λαό και ταυτόχρονα σύγχρονη, προοδευτική, λόγια και ανοιχτή σε άλλες μορφές έκφρασης, εκπληρώνεται συνδυαστικά.

Εν αναμονή

Ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, της οικογένειας των πολυκαταστημάτων Αφοι Λαμπρόπουλοι, στο σπίτι του οποίου είδα αναρτημένα στο τοίχο τα πρωτότυπα ζωγραφικά έργα της Ρωμιοσύνης και του Άξιον Εστί, και ο έτερος των καινοτόμων Αλέκος Πατσιφάς, ιδιοκτήτης της ΛΥΡΑ, είναι αστοί που δεν έχουν ταμπού και προκαταλήψεις. Αυτοί οι επιχειρηματίες δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον για να ευδοκιμήσει το ελληνικό τραγούδι. Στη ΛΥΡΑ, σχεδόν όλοι, από τον τον υπεύθυνο πωλήσεων και τους λογιστές ώς τους παραγωγούς ανήκουν στον προοδευτικό χώρο. Θυμάμαι τον Κώστα Ασωνίτη, υπεύθυνο της αποθήκης, που είχε πολλά χρόνια φυλακής στην πλάτη του, αλλά και τον άτυπο υποδιευθυντή Τάκη Τσίρο που την επομένη της 17ης Νοεμβρίου 1973, με κάλεσε κρυφά στο σπίτι του, στο Κολωνάκι, για να αφηγηθώ με γυρισμένη την πλάτη σε τηλεοπτικό συνεργείο του BBC όσα είχαν διαδραματιστεί κατά την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο. Στις τέχνες, φωτισμένοι αστοί και αριστεροί πάλευαν από κοινού για τον πολιτισμό που η μεταπρατική εξουσία αντιμετώπιζε με φόβο, απέχθεια και διώξεις. Αριστεροί και δεξιοί καλλιτέχνες ένωναν τις δυνάμεις τους, με βάσεις στη λαϊκή κουλτούρα και μεταφορές και υιοθεσίες από τα σύγχρονα ρεύματα, όπως ο Κάρολος Κουν στο θέατρο, η Ραλλού Μάνου στο χορό και ο Νίκος Κούνδουρος ή αργότερα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στον κινηματογράφο. Πάμπολλοι ζωγράφοι, χαράκτες και γραφίστες συμμετέχουν στη δισκογραφία φιλοτεχνώντας εξαίσια τα εξώφυλλα δίσκων. Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Σπύρος Βασιλείου, Δημήτρης Μυταράς, Γιώργος Σταθόπουλος, Βάσω Κατράκη, Τάσσος, Μποστ, Μίνως Αργυράκης, Δημήτρης Αρβανίτης, Αλέξης Κυριτσόπουλος κ.ά.

Είναι η εποχή που διανούμενοι και καλλιτέχνες, από ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, ενώνουν τις δυνάμεις τους για τη δημιουργία μιας κουλτούρας εθνικής, προοδευτικής, σύγχρονης και λαϊκής. Στην ποίηση, τη μουσική, τα εικαστικά, την αρχιτεκτονική, το χορό, το θέατρο, το σινεμά, σε όλα. Κουλτούρας που άφησε σπουδαία κληροδοτήματα, αλλά τσαλαπατήθηκε από την γραφειοκρατικοποίηση και τον κατακερματισμό της Αριστεράς, και κυρίως από την ξενοδουλεία, την απληστία και τον ξεπεσμό της κυρίαρχης Δεξιάς που υποτίμησε την παιδεία και τον πολιτισμό, αλλά και της όψιμης σοσιαλδημοκρατίας που εξαγόρασε συνειδήσεις και έδωσε τη χαριστική βολή.
Αυτά, εν αναμονή της επόμενης -μη εισέτι διαφαινόμενης- πολιτιστικής επανάστασης την οποία, πριν απ’ όλους, χρειάζεται η ίδια η Αριστερά.

Στέλιος Ελληνιάδης

 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 33, 2 Οκτωβρίου 2010 
 

Pop porn

Pop porn

«Η γυναίκα είναι γυμνή ή έτσι φαίνεται. Μόνο ένα κορμάκι στο χρώμα του δέρματος καλύπτει το σώμα της. Τα μακριά ξανθιά μαλλιά της πέφτουν στην πλάτη της. Είναι μέσα σ’ ένα κλουβί και τα δάχτυλά της γλιστράνε προκλητικά μέσα κι έξω από το στόμα της. Είναι σκηνή από μια συνηθισμένη πορνό ταινία; Δυστυχώς, όχι. Η γυναίκα είναι η Σακίρα, ποπ σουπερστάρ και τέταρτη πλουσιότερη τραγουδίστρια στον κόσμο», γράφει η Λιζ Τζόουνς στη «Ντέιλι Μέιλ».

Γυναίκες με στρινγκάκια, κολλητές δερμάτινες φόρμες, λεοπαρδαλέ κοστούμια, βρεμένες μπλούζες, σφιχτούς κορσέδες, διχτυωτές κάλτσες, τόπλες, ψηλά τακούνια και μπότες, σε όλες τις στάσεις και θέσεις, στο πίσω κάθισμα πολυτελών αυτοκινήτων, σε μεγάλα κρεβάτια, αχυρώνες, πλυντήρια, ντουζιέρες, νεκροταφεία, αμμουδιές και δωμάτια ξενοδοχείων, δεν γυρίζουν ταινίες για μεγάλους, αλλά βιντεοκλίπ με τα καινούρια τους τραγούδια. Ντυμένες σαν γάτες, τίγρεις ή σκλάβες, αλυσοδεμένες, με κολάρα, μάσκες, μαστίγια, γραβάτες, γάζες, σπαθιά και πυροβόλα όπλα, φιλιούνται, ψευτοσυνουσιάζονται και χαϊδεύονται μόνες ή με πολλούς/ πολλές παρτενέρ σε φυλακές, σχολεία, μοτέλ, ασανσέρ και πισίνες. Τα σώματα ημίγυμνα ή ολόγυμνα. Ολα τα ερωτικά φετίχ που προέρχονται από την πορνογραφία ταυτίζονται με τα τραγούδια και τις γυναίκες που τα ερμηνεύουν στις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Και, κατά προέκταση, στις μουσικές σκηνές και τις εξέδρες των συναυλιών που θυμίζουν υπαίθρια στριπτιζάδικα, όταν η τραγουδίστρια «χορεύει» γύρω από μία κάθετη μεταλλική μπάρα ντυμένη και βαμμένη σαν πορνοστάρ!

Οταν ο Ελβις ήταν… προκλητικός

Το 1989, όταν η Σερ γύρισε ένα βιντεοκλίπ στο καταδρομικό «Μισούρι», καθισμένη πάνω σ’ ένα γιγάντιο κανόνι τριγυρισμένη από εκατοντάδες ναύτες, το MTV αρχικά έκοψε το βίντεο γιατί η 43χρονη τραγουδίστρια φορούσε πολύ λίγα ρούχα και έδειχνε το τατουάζ της πεταλούδας στον πισινό της. Σήμερα, αυτά τα βίντεο δεν προκαλούν αντιδράσεις, γιατί έτσι είναι πια η ποπ μουσική, γράφει ο Τζόνι Ντι.

Ανέκαθεν υπήρχαν σέξι τραγουδιστές και τραγούδια με υπονοούμενα, αλλά στο επίκεντρο της παραγωγής παρέμεναν τα τραγούδια. Οι κινήσεις του Ελβις θεωρούνταν προκλητικές, αλλά χωρίς τα καταπληκτικά τραγούδια δεν θα βοηθούσαν την καριέρα του. Ακόμα και το αισθησιακό «Je t’ aime, moi non plus» του Σερζ Γκένσμπουργκ με την Τζέιν Μπίρκιν στη δεκαετία του 1970, αποτελούσε εξαίρεση.

Το βίντεο και το MTV διευκόλυναν τη μετάλλαξη της μουσικής βιομηχανίας. Το τραγούδι θα ακολουθούσε τις ανάγκες της διαφήμισης και του μάρκετινγκ. Από το 1981, το MTV «δημιούργησε σταδιακά τη δική του «αισθητική», η οποία επεκτάθηκε στη διαφήμιση, τις ταινίες και την εμπορική τηλεόραση», γράφει η ερευνήτρια Σέρι Καθλίν Κόουλ. «Το MTV από μέσο για την προώθηση διαφόρων προϊόντων έγινε το ίδιο ένα προϊόν το οποίο μπορεί να περνάει μηνύματα και ως εκ τούτου ιδεολογία στο μαζικό του ακροατήριο», υποστηρίζει ο καθηγητής στο τμήμα επικοινωνίας του πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης Σατ Τζάλι.

Σ’ αυτό το τοπίο, τίποτα δεν αποκλείεται. Οι απαγορεύσεις κάποιων βίντεο με σεξιστικό περιεχόμενο εξασθενούσαν καθώς η βιομηχανία έριχνε όλο και περισσότερο σεξ στην εικόνα, με τη συμβολή των ίδιων των καλλιτεχνών. Ηταν θέμα χρόνου η κατάργηση των περιορισμών και η εμπλοκή του τραγουδιού με τα στερεότυπα της πορνογραφίας. Στο βίντεο του τραγουδιού «Κορίτσια σε ταινία» που καθιέρωσε τους Duran Duran στην Αμερική, η κάμερα δείχνει περισσότερο κάποια ιδιαίτερα μέρη του γυναικείου σώματος. «Η γυναίκα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα πλήρες άτομο, αλλά ως μία συλλογή «τμημάτων» που προσφέρονται για σεξουαλική χρήση», τονίζει η Κόουλ. Σε έρευνα του Συμβουλίου Γονέων για την Τηλεόραση, σε 71 ώρες προγράμματος του MTV, καταγράφηκαν 1.548 σεξουαλικές σκηνές με 3.056 εικόνες σεξ ή γυμνού, δηλαδή μία σεξουαλική σκηνή κάθε 6,6 λεπτά. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, το MTV μπαίνει σε 10 εκατ. σπίτια και παρακολουθείται από το 73% των αγοριών και το 78% των κοριτσιών από 12 ετών και πάνω.

Σημαντικότατο ρόλο, σύμφωνα με τη Μέρεντιθ ΛεΒάντ, έπαιξαν οι νομοθετικές αλλαγές στις ΗΠΑ που επέτρεψαν την πολλαπλή ιδιοκτησία μέσων ενημέρωσης και ευνόησαν την «κανονικοποίηση» της πορνογραφίας. Εταιρείες με μεγάλη εμβέλεια μπήκαν χοντρά στην πορνογραφία. ΑΤ&Τ, Yahoo!, Marriott, Hilton, AOL Time Warner, General Motors και Fox-DirecTV του Μέρντοχ προβάλλουν την πορνογραφία σε εκατομμύρια σπίτια. Μία βιομηχανία που ήταν παράνομη νομιμοποιήθηκε και καλλιέργησε το μείγμα ποπ και πορνό κουλτούρας. Οι συντηρητικοί ενοχλούνται από την προβολή του σεξ, αλλά δεν νοιάζονται καθόλου για τη χρήση της γυναίκας ως αντικειμένου. Εξάλλου, οι θρησκόληπτοι αποτελούν κρυφίως τους καλύτερους πελάτες της βιομηχανίας πορνό. Η γυναίκα, έτσι κι αλλιώς, είναι κατώτερη από τον άντρα.

Η Μαντόνα είναι βασικός φορέας των αλλαγών στη σχέση της μουσικής με την εικόνα και στο ρόλο της γυναίκας ποπστάρ. Απελευθερώνεται η γυναίκα δείχνοντας δημόσια και χρησιμοποιώντας σεξουαλικά το σώμα της ή υποβαθμίζεται σε αντικείμενο χρήσης; Τα τραγούδια έχουν αυτοτελή αξία ή απλώς υπηρετούν την εικόνα; Τα ερωτήματα αυτά συνεχίζουν να απασχολούν τους κοινωνιολόγους, τους μουσικολόγους και τις φεμινίστριες που εμφανίζονται διχασμένες.

«Η «μουσική» δεν πουλάει τη μουσική», υποστηρίζει η νεαρή μπλόγκερ Τζέσικα Αστρονοτ. «Η ποπ είναι προϊόν που ελέγχεται από κάποιον άντρα σ’ ένα γραφείο. Ο μόνος τρόπος που αντιλαμβάνεται για να πουλήσει τη μουσική είναι να πουλάει το γυναικείο σώμα. Το σεξ πουλάει… Παρακολουθώντας τα μουσικά βίντεο είναι σχεδόν το ίδιο με το να παρακολουθείς μαλακό πορνό. Οι γυναίκες αντικειμενοποιούν τους εαυτούς τους». Πράγματι, οι τραγουδίστριες συναινούν, για δόξα και λεφτά.

Ως «το ακουστικό ισοδύναμο της σκληρής πορνογραφίας» χαρακτηρίστηκε το άλμπουμ της Τζάνετ Τζάκσον «Damita Jo», με το τραγούδι «Sexhibition». Η Τζάκσον είχε προκαλέσει σκάνδαλο όταν κατά τη διάρκεια της εμφάνισής της στον τελικό του αμερικανικού ποδοσφαίρου βγήκε στιγμιαία (και τυχαία;) το στήθος της σε κοινή θέα ενώπιον δεκάδων εκατομμυρίων τηλεθεατών, την ώρα που ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ τραγουδούσε «θα σε έχω γδύσει μέχρι να τελειώσει αυτό το τραγούδι».

Το σαδομαζοχιστικό «Justify my love» της Μαντόνα είναι σχεδόν ξεχασμένο, το μοντέλο της όμως κυριάρχησε.

Η Αλάνις Μορίσετ πηγαίνει μισόγυμνη για ψώνια, η Λέιντι Γκάγκα αναπαριστά αυνανισμό πάνω σε μοτοσικλέτα υπό τα όμματα επτά αντρών, η Αλέσα Ντίξον τραγουδάει φορώντας τα εσώρουχα για εξώρουχα και η Ερικα Μπαντού κάνει στριπτίζ περπατώντας στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Τζον Κένεντι.

Μπιγιονσέ, Σίντι Λόπερ, Κάτι Πέρι, Τζένιφερ Λόπεζ, Μπρίτνεϊ Σπίαρς, Girls aloud και άλλες τραγουδίστριες με τις προκλητικές εμφανίσεις τους. Ακόμα και η Μπιορκ εμφανίζεται μισοντυμένη στο «Pagan Poetry». Μόνο γυναίκες νέες, όμορφες και διαθέσιμες. Οι άλλες στην πυρά.

Αλλά και άντρες χρησιμοποιούν τα γυναικεία σώματα. Η Τζίντζερ Λιν Αλεν υποδύεται την πόρνη σε βίντεο των Metallica και η Τερέζα Μέι μία στριπτιζέζ σε τραγούδι των Prodigy. Το στριπτίζ είναι συνηθισμένο, από τον ράπερ 50 Cent ώς τους Massive Attack. Και δεν λείπουν ούτε οι σκηνές επίδειξης από τους καλλιτέχνες. Ο Ρόμπι Ουίλιαμς συμμετέχει σε αναπαράσταση ομαδικού σεξ, όπως και ο Jadakiss. Οι Hollywood Undead «παίζουν» με γυμνά κορίτσια, οι Placebo οργανώνουν όργιο και ο Μάνσον δείχνει τα γεννητικά του όργανα, ενώ οι Rammstein τα καλύπτουν με τα μουσικά τους όργανα και σε άλλο βίντεο επιδίδονται σε σκληρό σεξ.

Η απόσταση ώς την ενεργή συμμετοχή των αυθεντικών πορνοστάρ έχει ήδη καλυφθεί. Στις γνωστότερες, όπως η Ιντια και η Σκάι Λόπεζ, μη εξαιρουμένης της Πάρις Χίλτον, προστέθηκε «μία ροκ εν ρολ τύπισσα, η Σάσα Γκρέι, πριγκίπισσα του πορνό», γράφει ο Ντάνιελ Κρεπς στο περιοδικό «Ρόλινγκ Στόουν». Μόλις 22 ετών, από αμερικανίδα μητέρα και έλληνα πατέρα, η Μαρίνα Αννα Χατζή δήλωσε στη δημοσιογράφο Βανέσα Γρηγοριάδη ότι θεωρεί το πορνό απελευθερωτικό για τη γυναίκα, είναι αντιρατσίστρια και θαυμάζει τον Τσε και τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ!

Σεξουαλικές εικόνες και βία

Αυτό το φαινόμενο, που από περιστασιακό έγινε κανόνας, απέκτησε μιμητές σε όλο τον κόσμο, από τη Τζούλια ώς τη Βουλγάρα Γκεργκάνα. Μάλιστα, οι μέινστριμ καλλιτέχνες που παίζουν το χαρτί του σεξ απολαμβάνουν προνόμια. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις ενδυματολογικές προτιμήσεις της Βανδή, της Κοκκίνου και παλιότερα της πρωτοπόρας Αντζελας Δημητρίου. Η κρατική ΕΡΤ και η εταιρεία αναψυκτικών που τον χρυσοπλήρωσε για τα διαφημιστικά αποθέωσαν τον Σάκη Ρουβά που προκαλεί τα πιτσιρίκια με εμφανίσεις αλά Μάικλ Τζάκσον που χορεύοντας δεν παρέλειπε να επιδεικνύει και τα γεννητικά του όργανα.

Με 226.000 πράξεις βίας σε βάρος γυναικών ετησίως (2009) και 11.648 βιασμούς (2008), το υπουργείο Εσωτερικών της Βρετανίας ανέθεσε μία έρευνα στην ψυχολόγο δρα Λίντα Παπαδοπούλου, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση των σεξουαλικών εικόνων συνδέεται με τη βία εναντίον των γυναικών και την εμφανίζει ως κανονική συμπεριφορά.

Οι εικόνες αυτές έχουν επιπτώσεις στους νέους, που μιμούνται τα πρότυπα. «Εάν παρατηρήσεις μια Παρασκευή βράδυ τις γυναίκες που παρελαύνουν στο κέντρο των πόλεων της Βρετανίας, θα δεις πόσο παίρνουν τοις μετρητοίς τα ντυσίματα και τα μακιγιαρίσματα των τραβεστί και των πορνών που βλέπουν στις οθόνες τους», επισημαίνει η Λιζ Τζόουνς. «Ακόμα και στο σχολείο προσπαθούν να μιμούνται τις εμφανίσεις της Μπιγιονσέ», προς μεγάλη ικανοποίηση των εταιρειών ένδυσης και καλλωπισμού που, διαφημίζοντας τα προϊόντα τους με «δάνεια» από την πορνογραφία, διευρύνουν ηλικιακά την πελατεία τους, πουλώντας σουτιέν, δαντελωτά εσώρουχα, κρέμες και κολόνιες σε όλο και μικρότερα παιδιά.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Όλα τα λεφτά στην πίστα…

‘Ολα τα λεφτά στην πίστα…

Μια βόλτα στις φωτισμένες πίστες με τις σκοτεινές συναλλαγές που συνδέουν χρόνια τώρα τους παράγοντες της μέρας με τον κόσμο της νύχτας

Η «Φαντασία» εκδικήθηκε συμπαρασύροντας στην κατεδάφισή της τον Τόλη Βοσκόπουλο, την υφυπουργό Αντζελα Γκερέκου και τη βιτρίνα του συστήματος, παρ’ όλο που ο πρωθυπουργός παραβρέθηκε στην «τελετή» με τις μπουλντόζες για να ξορκίσει ο ίδιος τα πνεύματα. Ομως, δεν έπιασαν τα ξόρκια. Η πρώτη παραίτηση υπουργού, και δη από το υπουργείο Πολιτισμού, ακολούθησε εντός ολίγου.

 Η «Φαντασία», στο Ελληνικό, απέναντι από το παλιό αεροδρόμιο, ήταν το «Μέγαρο» της διασκέδασης στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Κάθε τραγουδιστής που έκανε καριέρα ονειρευόταν ότι κάποια μέρα θα τραγουδήσει εκεί. Και κάθε μικροαστός που ανερχόταν οικονομικά φανταζόταν τον εαυτό του σε πρώτο τραπέζι στη «Φαντασία», το «Στορκ», τη «Νεράιδα» ή τα «Δειλινά». Γύρω απ’ αυτό το «φαντασιακό» διαμορφώθηκε η νυχτερινή διασκέδαση. Για τους πολιτικούς, τα μαγαζιά της παραλίας αντιπροσώπευαν την ευημερία, είτε υπαρκτή είτε εικονική. Πρόσφεραν τα «θεάματα», ακόμα κι αν δεν υπήρχε αρκετός «άρτος» για όλους. Για την παραεξουσία ήταν μια σταθερή πηγή υψηλού μαύρου εισοδήματος. Εκτοτε, πολλοί ελεγκτές του μηχανισμού που έχουν κέντρα διασκέδασης στην «ενορία» τους πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Περνώντας τις ώρες αιχμής από τα μαγαζιά χτίζουν ορόφους και βάζουν τζακούζι στα εξοχικά τους.

Τη φοροαποφυγή δεν την εφηύραν ούτε οι ιδιοκτήτες των κέντρων διασκέδασης, ούτε οι τραγουδιστές. Τη διαμόρφωσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Γιατί η φοροαποφυγή στη νύχτα ήταν φανερή και γνωστή. Τα μαγαζιά είναι δημόσιοι χώροι. Από αρχαιοτάτων χρόνων, εκατομμύρια πελάτες, μικρομεσαίοι (στα πίσω τραπέζια), πλούσιοι, υπουργοί και πρωθυπουργοί (στα μπροστινά), γνωρίζουν το καθεστώς λειτουργίας των μαγαζιών. Ούτε ο Αριστοτέλης Ωνάσης έπαιρνε θεωρημένες αποδείξεις από τη «Φαντασία», ούτε ο Αντρέας Παπανδρέου από το «Χάραμα». Ούτε οι αμέτρητοι βουλευτές και υπουργοί που γιορτάζουν γάμους και βαφτίσια των παιδιών τους, την ονομαστική τους εορτή και τις προεκλογικές τους συγκεντρώσεις ή τις εκλογικές νίκες στα κέντρα διασκέδασης, σε όλη την Ελλάδα.

Ακρόπολη και μπουζούκια

Εδώ και χρόνια, τα μαγαζιά συντηρούνται σε μεγάλο βαθμό από τους χορούς και τις συνεστιάσεις των κομμάτων και των συλλόγων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Οι πάντες πραγματοποιούν τις ετήσιες χοροεσπερίδες τους στα μαγαζιά. Και ο χορός των δικαστικών στη «Φαντασία» ή τα «Δειλινά» γινόταν. Και των εφοριακών. Οι περισσότερες πολεοδομικές αυθαιρεσίες στα μαγαζιά έγιναν για να μεγαλώσει η χωρητικότητά τους, με προεκτάσεις ή δεύτερες αίθουσες, για να προσελκύουν τους συλλόγους με τα πολλά μέλη (Τράπεζες, ΙΚΑ, υπουργεία, ΟΤΕ κ.λπ.). Οι νίκες στα ντέρμπι και οι κατακτήσεις κυπέλλων γιορτάζονται στα μαγαζιά. Ο Πανταζής (Πανιώνιος) και ο Ρέμος (Ηρακλής) δεν είναι οι μόνοι που επεκτάθηκαν στον επίσης αδιαφανή και ευνοημένο από τα κόμματα εξουσίας (με σκανδαλώδεις διαγραφές χρεών) επαγγελματικό αθλητισμό.

Ολα τα μεγάλα μαγαζιά έχουν ειδικευμένο προσωπικό που ασχολείται αποκλειστικά με τους χορούς, καλλιεργώντας γνωριμίες με κομματικούς παράγοντες, συνδικαλιστές και παράγοντες σωματείων πάσης φύσεως. Πολλοί φοιτητοπατέρες διακινούν χιλιάδες φοιτητές στα κέντρα διασκέδασης με το αζημίωτο. Ακόμα και σχολεία κατεβαίνουν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη με πρόσχημα μια επίσκεψη στην Ακρόπολη ή το Βυζαντινό Μουσείο, αλλά με πραγματικό σκοπό μια βραδιά σε μεγάλη πίστα. Συνήθως, για την επιλογή του χώρου διασκέδασης μεσολαβεί αλισβερίσι μεταξύ μαθητών, ταξιδιωτικών γραφείων και μαγαζιών.

Ανέκαθεν οι μαγαζάτορες έπρεπε να τα έχουν καλά με την αστυνομία και το βαθύ κράτος. Τα μεγαλύτερα κοσμικά μαγαζιά τα είχαν άνθρωποι με πιστοποιημένη πολιτική ταυτότητα ή κομματική σχέση. Ενας δηλωμένος βασιλικός, ένας κουμπάρος ισχυρότατου πολιτικού της δεξιάς, ένας πρώην μπράβος και μία προστατευόμενη υπουργού της χούντας ήταν οι σημαντικότεροι επιχειρηματίες της νύχτας στη δεκαετία του ’70. Και για να είναι αποτελεσματικός ο έλεγχος σε όλα τα μαγαζιά, η απαραίτητη άδεια λειτουργίας τους ήταν πάντα σε εκκρεμότητα, ώστε οι μαγαζάτορες να βρίσκονται σε μια διαρκή ομηρία και να είναι ευάλωτοι στους εκβιασμούς των αρχών, επ’ ανταλλάγματι.

Στα νεότερα χρόνια, το καθεστώς προσαρμοζόταν στις αλλαγές. Οι παλιοί επιχειρηματίες δεν πειράχτηκαν, αλλά βοηθήθηκαν άλλοι που πρόσκεινταν στο ΠΑΣΟΚ ή σε στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με παραχωρήσεις χώρων του Δημοσίου, διευκολύνσεις δανείων για «πολιτιστικά κέντρα» κ.λπ. Είτε με λάδωμα είτε με πολιτικά κονέ και διαμεσολαβήσεις δόθηκαν θέατρα, στάδια, παραλίες, πάρκα, ακόμα και τοποθεσίες προσκείμενες σε αρχαιολογικούς χώρους, για να γίνουν καφετέριες και κέντρα διασκέδασης. Λέγεται, μάλιστα, ότι και η κατεδάφιση του θαυμάσιου «Ορφέα», στην οδό Σταδίου, χωρητικότητας 1.700 ατόμων, έκρυβε και άλλες σκοπιμότητες πέρα από την αποτροπή δημιουργίας εναλλακτικής αίθουσας στη μονοκρατορία του Μεγάρου.

Μέσα σ’ αυτή την ηθελημένη από τα κέντρα εξουσίας θολή κατάσταση, οι μαγαζάτορες ικανοποιούν τις ιδιοτελείς απαιτήσεις των πολιτικών και των υπαλλήλων της αστυνομίας, της εφορίας, της πολεοδομίας, του υγειονομικού και της πυροσβεστικής για να κρατάνε τα μαγαζιά τους ανοιχτά. Καθ’ οδόν, στη διαδικασία αδειοδότησης (και λαδώματος) προστέθηκαν οι δήμοι. Και, από τη δεκαετία του ’90, εδραιώθηκε πιο οργανωμένα η «προστασία» του «ιδιωτικού» τομέα. Δηλαδή, η φοροδιαφυγή και οι άλλες παραβάσεις (παράνομα κτίσματα, δολοφονικά ποτά-μπόμπες, έλλειψη πυρασφάλειας και εξόδων κινδύνου κ.ά.) γίνονται ανεκτές και ενθαρρύνονται σιωπηρά από μηχανισμούς του κράτους και της αυτοδιοίκησης, για να εισπράττουν μερίδιο όλοι οι εμπλεκόμενοι, όχι βέβαια για τα δημόσια ταμεία, αλλά για τις τσέπες τους. Ακόμα και συγγενείς και φίλοι υπουργών και δημάρχων προσλαμβάνονται σε μαγαζιά, με αργομισθίες. Και αστυνομικοί εν ενεργεία δουλεύουν σεκιούριτι σε μαγαζιά, αφού το κράτος αφήνει τον υπόκοσμο να αναπτύσσεται.

Πόρτα στον υπόκοσμο

Σκοπίμως, λοιπόν, δεν μπαίνει τάξη στη διασκέδαση, γιατί βολεύεται ένας ολόκληρος παρασιτικός ιστός που πλέχτηκε γύρω από τα μαγαζιά και τα απομυζά. Μπορεί αυτό να ακούγεται παράδοξο, αλλά οι επιχειρηματίες της νύχτας περπατούν σε τεντωμένο σχοινί. Οι μηχανισμοί ωθούν προς την αντίθετη από το νόμο κατεύθυνση. Η κρατική ασυδοσία δυσκολεύει τους επιχειρηματίες που δεν διαθέτουν ισχυρούς δεσμούς με τα παρακλάδια της εξουσίας και ανοίγει περισσότερο την πόρτα στο οργανωμένο έγκλημα.

Οι τραγουδιστές έγιναν ισχυρό εξάρτημα αυτού του καθεστώτος. Κατ’ αρχήν άθελά τους, γιατί έτσι βρήκαν τους χώρους δουλειάς και δεν είχαν περιθώρια επιλογής. Από τα κέντρα της παραλίας αναδείχτηκαν η Αλεξίου, ο Μητροπάνος, η Μαρινέλλα, ο Νταλάρας, η Γαλάνη, ο Καλογιάννης και πολλοί άλλοι του λεγόμενου ποιοτικού τραγουδιού. Ακόμα κι ο Ξαρχάκος έκανε μουσικές βραδιές στην παραλία. Και ο Μάνος Χατζιδάκις είχε αναγκαστεί για φορολογικές επιπλοκές να καταφύγει στην Αμερική.

Στη συνέχεια, όμως, χάρη στην προνομιακή τους προβολή από τις εταιρείες δίσκων και τα ΜΜΕ, οι τραγουδιστές (όχι οι συνθέτες και οι μουσικοί) όλων των αποχρώσεων εξελίχτηκαν σε ρυθμιστικούς παράγοντες των οικονομικών της διασκέδασης. Οσο καλό μαγαζί κι αν έχει κανείς, χωρίς τους επίκαιρους τραγουδιστές δεν μπορεί να κάνει ικανοποιητικές εισπράξεις. Αυτό εντείνει τον ανταγωνισμό των μαγαζιών στη διεκδίκηση των τραγουδιστών με σουξέ, με συνέπεια τα «μεροκάματα» να εκτινάσσονται από χρονιά σε χρονιά στα ύψη συμπαρασύροντας προς τα πάνω, όχι πάντως αναλογικά, τα μεροκάματα και των μικρότερων ονομάτων. Λεφτά συνήθως μαύρα, αφού το σύστημα είναι έτσι δομημένο. Οσο δε αυξάνονται τα «μεροκάματα», αυξάνεται η ελαχίστη κονσομασιόν, αλλά και η φοροδιαφυγή. Οι επιχειρήσεις δεν δηλώνουν όλες τις εισπράξεις τους, αλλά δεν δηλώνουν ούτε όλα τα έξοδά τους, αφού οι τραγουδιστές συνήθως δίνουν «λειψά» παραστατικά για τα «μεροκάματά» τους που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του λειτουργικού κόστους των μαγαζιών. Δηλαδή, φαύλος κύκλος.

Αυτή η κατάσταση σταδιακά παγιώνεται, ενώ παράλληλα γίνονται σημαντικές επενδύσεις σε κτίρια και εξοπλισμούς και αυξάνονται οι απασχολούμενοι. Δεκάδες χιλιάδες σερβιτόροι, λαντζέρηδες, μάγειροι, λογιστές, παρκαδόροι, ηχολήπτες, τεχνικοί και προμηθευτές μουσικών οργάνων, ποτών, τροφίμων, επίπλων κ.λπ. ζουν από τον κλάδο διασκέδασης, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την τουριστική βιομηχανία. Ενας πολύ σημαντικός κλάδος που αντιμετωπίστηκε με ιδιοτέλεια και προχειρότητα από τους παράγοντες του κράτους, με συνέπεια να εκσυγχρονιστεί άναρχα, να αναπτυχθεί πάνω σε πήλινα πόδια και σε κάποιο βαθμό να γίνει εστία ξεπλύματος μαύρου χρήματος και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων.

Ο βαθμός αναξιοπιστίας των κυβερνήσεων φάνηκε και από άλλα «μέτρα» της τελευταίας δεκαετίας. Το εισιτήριο εισόδου εφαρμόστηκε πλημμελώς εξυπηρετώντας μόνο τους ελεγκτές του υπουργείου Οικονομικών. Ο διαχωρισμός των μαγαζιών σε καπνίζοντες και μη δεν εφαρμόστηκε ποτέ, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά οι πιο νομοταγείς, που έκαναν πολυδάπανες μετατροπές στα μαγαζιά τους. Απ’ όπου και να την πιάσεις, η εξουσία βρομάει.

Σφακιανάκης, Βίσση, Τερζής και πολλές άλλες φίρμες ελέγχθηκαν για τη φορολογική τους συμπεριφορά. Αλλά η δομή του επαγγελματικού τους χώρου δεν άλλαξε. Η απροθυμία του κράτους να εφαρμόσει μία συστηματική πολιτική όχι εξόντωσης, αλλά εξυγίανσης του κλάδου της διασκέδασης, την οποία σίγουρα θα επιθυμούσαν αρκετοί σοβαροί επιχειρηματίες και κυρίως οι εργαζόμενοι, καθιστά τις επιλεκτικές διώξεις ύποπτες. Αναμφίβολα, οι μεγαλοτραγουδιστές, καλοί και κακοί, ευνοήθηκαν οικονομικά από το σύστημα, αλλά όχι μόνο με τις υπέρογκες αδήλωτες αμοιβές. Για παράδειγμα, πάμπολλες συναυλίες μοιράζονταν από υπουργεία και δήμους μέσα από κυκλώματα γνωριμιών και αλληλοεξυπηρετήσεων. Γνωστοί τραγουδιστές φιγουράρουν ακόμα και σε προεκλογικά φυλλάδια υποψηφίων βουλευτών ή εμφανίζονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις τους.

Ελεγχος «για τα μάτια»

Συμπερασματικά, οι έλεγχοι δεν γίνονται για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα του συστήματος, αλλά, αντιθέτως, για να διαιωνιστούν. Απλώς, κάποιοι χρησιμοποιούνται κάθε φορά σαν εξιλαστήρια παραδείγματα, είτε γιατί αρνήθηκαν πολύ χοντρούς εκβιασμούς, είτε για να δοθεί η εντύπωση στους φορολογούμενους ότι το κράτος αγρυπνά και οι πολιτικοί κάνουν καλά τη δουλειά τους, είτε για να πληγούν κάποιοι αντίπαλοι, πολιτικοί ή επιχειρηματίες. Σε ένα κράτος που κάθε κυβερνητικός παράγοντας κάνει αμέτρητα ρουσφέτια, ο τότε σύμβουλος του πρωθυπουργού Γ. Πανταγιάς εκδιώχτηκε ξαφνικά με την κατηγορία ότι μεσολάβησε για ευνοϊκή διευθέτηση του χρέους του Γ. Νταλάρα στην εφορία. Οι παροικούντες γνωρίζουν ότι ο Πανταγιάς, προβάλλοντας υπέρμετρα τον εαυτό του στον Πειραιά (με τη συμβολή και φίλων τραγουδιστών) εις βάρος άλλων υποψηφίων, ενεργοποίησε τα εσωκομματικά μαχαίρια που άστραψαν και βρόντηξαν. Και, σήμερα, ενώ ο κόσμος απαιτεί εφόδους της εφορίας στα «μεγάλα σαγόνια» της Siemens, των ομολόγων, του χρηματιστηρίου, του Βατοπεδίου, των Ολυμπιακών Αγώνων, των χαριστικών δανείων, των εξοπλιστικών προγραμμάτων κ.λπ., που ρούφηξαν τα δεκάδες δισ. που λείπουν από τα κρατικά ταμεία, ο μηχανισμός αποπροσανατολισμού ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στα ψιλικά της Τζούλιας Αλεξανδράτου, γιατί αυτό «πουλάει»! Δηλαδή, ο έλεγχος των οικονομικών των ανθρώπων της σόουμπιζ γίνεται είτε από σπόντα είτε από τσόντα!

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 30 Μαΐου 2010