Ιμπεριαλισμός: Βαριά σκιά σε Ελλάδα – Τουρκία

Ιμπεριαλισμός:

Βαριά σκιά σε Ελλάδα – Τουρκία

Στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, στην Τουρκία, η Αριστερά, έχοντας να επιλύσει πολύ διχαστικά και βαθιά ριζωμένα προβλήματα, δυσκολεύεται μέχρι σήμερα να καταλήξει σε συνολική, ευρείας αποδοχής και ισορροπημένη αποτίμηση της νεότερης ιστορίας της χώρας της. Ορισμένοι παράγοντες, όπως η χωρίς ανάπαυλα εξοντωτική σύγκρουση ζωής και θανάτου της Αριστεράς με την κεντρική εξουσία και το παρακράτος, το διαρκές «κουρδικό ζήτημα» που θέτει σε σοβαρή αμφισβήτηση την οντότητα της Τουρκίας, οι ιμπεριαλιστικές πιέσεις και η διαχρονική πάλη ανάμεσα στον κοσμικό και θρησκευτικό χαρακτήρα του κράτους, μάλλον δεν διευκολύνουν την ψύχραιμη διαμόρφωση μιας διεθνιστικής και ταυτόχρονα πατριωτικής αποτίμησης της νεότερης ιστορίας.
Έτσι, στην τουρκική Αριστερά, ευδοκιμούν πολλές απόψεις που είναι αντιφατικές ή παράδοξες έως και αντιδραστικές. Αν ήταν ή δεν ήταν εθνικοαπελευθερωτικός και αντιιμπεριαλιστικός ο αγώνας για τη δημιουργία του τουρκικού κράτους. Υπέρ ή κατά του κεμαλισμού. Αν είναι σωστός ο αγώνας των Κούρδων για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους ή θα πρέπει να τους αποδοθεί σχετική αυτονομία. Αν ο δρόμος της Αριστεράς θα είναι ένοπλος ή ειρηνικός. Αν η Τουρκία πρέπει ή δεν πρέπει να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση… Σχεδόν σε όλα τα δισεπίλυτα ζητήματα, που αλληλοδιαπλέκονται, οι απόψεις διίστανται οδηγώντας συχνά σε δυσνόητες θέσεις.

Η αλήθεια μπορεί να είναι μισή;


Αφορμή γι’ αυτό το σχόλιο πήρα από το αφιέρωμα «Από την Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος: Η Γενοκτονία στην Ανατολή», στο Δρόμο (φ. 67). Προβληματίστηκα διαβάζοντάς το, γιατί ένιωσα ότι η επιλογή των κειμένων που συνθέτουν το εκτεταμένο -για την εφημερίδα- αφιέρωμα των οκτώ σελίδων, επιβεβαιώνει τις παραπάνω διαπιστώσεις. Και αναφέρομαι πρωτίστως στο «πνεύμα» του «αφιερώματος» και δευτερευόντως στα επιμέρους στοιχεία που περιλαμβάνονται στα κείμενα των γειτόνων μελετητών.
Κατ’ αρχήν, θεωρώντας τα όλα αληθή, κάνω δύο εφαπτόμενες επισημάνσεις: Η πρώτη είναι ότι η αλήθεια μπορεί να διαστρεβλωθεί ακόμα κι όταν δεν λες ψέματα. Η μέθοδος είναι απλή: λες αλήθειες, μόνο που δεν τις λες όλες. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, όλα τα κείμενα αλληλοσυμπληρώνονται και υπηρετούν μία ερμηνεία, η οποία παρεμπιπτόντως ταυτίζεται με την κατεστημένη στην Ελλάδα άποψη που καλλιεργήθηκε από την «εθνικόφρονα» παράταξη. Άποψη που ανέκαθεν δικαίωνε ή απάλυνε τις καταστροφικές πολιτικές της ελληνικής άρχουσας τάξης και εξωράιζε το ρόλο των μεγάλων δυνάμεων που την κηδεμόνευαν.
Η δεύτερη είναι ότι καμία σοβαρή ανάλυση δεν μπορεί να παραλείπει να τοποθετήσει τα επιμέρους θέματα που πραγματεύεται μέσα σε ένα κατά το δυνατόν πλατύτερο πλαίσιο, το οποίο φωτίζει, επηρεάζει ή διαμορφώνει καθοριστικά την εξέλιξή τους. Και μάλιστα, με δεδομένο ότι οι περισσότεροι αναγνώστες της εφημερίδας δεν είναι ειδικοί και χρειάζονται μία πληρέστερη, σφαιρική και αντικειμενική θεώρηση. Ιδού, λοιπόν, κάποια ζητήματα:
1. Οι αναλύσεις των Τούρκων παραλείπουν ή υποβαθμίζουν σε βαθμό κακουργήματος όλα τα δεδομένα με τη μεγαλύτερη και καθοριστικότερη βαρύτητα στα ιστορικά συμβάντα κατά τη συγκεκριμένη εποχή. Έτσι προκύπτει το ερώτημα: πόσο επιστημονική, πόσο αντικειμενική και πόσο αριστερή μπορεί να είναι μία προσέγγιση που παραλείπει εντελώς το ρόλο που παίζει στις εξελίξεις ο παράγοντας που λέγεται ιμπεριαλισμός; Και μάλιστα, σε μία περιοχή του κόσμου που -στην υπό εξέταση περίοδο- αποτελεί βασικό πεδίο και αιχμή των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων. Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Αμερικανοί και Ρώσοι εισβολείς είτε δεν αναφέρονται καθόλου στα άρθρα είτε μόνο ως τριτεύουσας σημασίας παράγοντες.
2. Οι αναλύσεις παραλείπουν να συνυπολογίσουν στη διαμόρφωση των εξελίξεων ακόμα και το ρόλο της Ελλάδας! Σε κείμενα πολλών χιλιάδων λέξεων, ανιχνεύεις μόνο τηλεγραφική αναφορά στο εμπόλεμο στάτους των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ούτε λέξη για την πολιτική της Ελλάδας πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη του παγκοσμίου πολέμου και φευγαλέα αναφορά στη στρατιωτική εκστρατεία των Ελλήνων επί οθωμανικού εδάφους, το 1919-22.
3. Οι αναλύσεις αποκρύπτουν τις τεράστιες εσωτερικές αντιθέσεις μεταξύ των κέντρων εξουσίας στην οθωμανική επικράτεια και τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των αντιμαχόμενων δυνάμεων. Αποκρύπτουν επίσης το γεγονός ότι τα βασικά μέτωπα πάλης του Κεμάλ είναι δύο: η εκδίωξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των εισβολέων και η απόλυτη κατάργηση του οθωμανο-ισλαμισμού.
Παραλείψεις που σκοτώνουν
Συχνά, τα γεγονότα σε διαφορετικές περιοχές και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με διαφορετικούς παρονομαστές, αναμιγνύονται και εξομοιώνονται παραποιώντας τις εκτιμήσεις.
Επίσης, αναφέρονται ήσσονος σημασίας γεγονότα, ενώ παραλείπονται σκανδαλωδώς οι ελληνο/βαλκανο/τουρκικοί πόλεμοι, ιδιαίτερα του 1912-13, ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος (1914-18), η «συμμαχική» απόβαση στα Δαρδανέλια (Καλλίπολη) με τριακόσιες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες (1915), η ρωσική εισβολή με εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες από βορρά (1914-17), η συνθήκη των Σεβρών που διαμοίραζε την Τουρκία μεταξύ των «συμμάχων» (1920), οι πολύχρονοι τουρκοαρμενικοί πόλεμοι και οι αγώνες των Αρμενίων για εθνικό κράτος επί οθωμανικού εδάφους, η αποικιοκρατική εισβολή των Άγγλων στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή κ.λπ.
Όλες αυτές οι «ασήμαντες λεπτομέρειες» αποκρύβονται, παραλείπονται ή υποβαθμίζονται στο «αφιέρωμα»! Έτσι, εύκολα, οι διαφορές και οι συγκρούσεις με τις μη μουσουλμανικές εθνικές ομάδες αναγορεύονται σε αυτοτελές εσωτερικό ζήτημα εντελώς ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο από τις κοσμογονικές ανατροπές που συντελούνται στην οθωμανική επικράτεια, αλλά και σε μία τεράστια περιοχή από την κεντρική Ευρώπη και τη Ρωσία ώς τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Ο στόχος φαίνεται ότι είναι να στηριχτεί η άποψη ότι τα πάντα στην ιστορία κινούνται σχεδόν αποκλειστικά από το μίσος των Τούρκων για τους μη μουσουλμάνους!
Εύκολα, λοιπόν, αντί να συνυπολογιστεί η τερατώδης διάσταση και επίδραση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην υπό διάλυση οθωμανική αυτοκρατορία και την υπό εκόλαψη Τουρκία, η κατάληξη στο «αφιέρωμα» είναι η εξής:
«Συμπερασματικά, ο ισχυρισμός ότι ο Τουρκικός Εθνικοαπελευθερωτικός Πόλεμος δόθηκε κατά του ιμπεριαλισμού δεν θεμελιώνεται πουθενά.» Βεβαίως! Παραλείποντας να αναφέρεις τους πολύχρονους πολέμους των Οθωμανών/Τούρκων σε όλα τα μέτωπα εναντίον Άγγλων (συνεπικουρούμενων από χιλιάδες Ινδούς, Αυστραλούς κ.λπ.), Γάλλων και Ρώσων ιμπεριαλιστών (ενισχυμένων με δεκάδες χιλιάδες Αρμένιους κ.ά. στρατιώτες), βγάζεις όποιο συμπέρασμα θέλεις. Και μπορείς να αδειάσεις ακόμα και τον Λένιν ως εθνικιστή και ανιστόρητο!
Αλλά, ακόμα κι αν αυθαίρετα περιορίζαμε το οπτικό μας πεδίο, σε μικροτοπική κλίμακα, τι θέλει να πει το «αφιέρωμα»; Ότι η πολεμική αναμέτρηση του ελληνικού με το οθωμανικό κράτος στα πλαίσια των βαλκανικών πολέμων (αφήνοντας απ’ έξω τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις) δεν επηρέαζε τις πολιτικές των Τούρκων έναντι των Ελλήνων της Τουρκίας; Ούτε η εισβολή των 220.000 ανδρών του ελληνικού στρατού στην Ανατολία;
Με την ευκαιρία, σκέφτομαι ότι ως αριστεροί δημοκράτες, Έλληνες και Τούρκοι, όταν μιλάμε για τους λαούς, δεν θα έπρεπε να αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στις τύχες των Τούρκων που ζούσαν στις καταλαμβανόμενες από τα ελληνικά στρατεύματα περιοχές του ελλαδικού, αλλά και του μικρασιατικού χώρου;

Εκτός φάσης η τουρκική Αριστερά
Αν τα δημοσιευμένα κείμενα είναι ολοκληρωμένα και αντιπροσωπευτικά των απόψεων των συγγραφέων τους και δεν αποτελούν μονοσήμαντες επιλογές των επιμελητών του «αφιερώματος», επιβεβαιώνεται η αίσθηση του γράφοντος (και άλλων) ότι πολλοί Τούρκοι «νέοι ιστορικοί» και ιδίως οι προερχόμενοι από την τουρκική Αριστερά, έχουν σοβαρό πρόβλημα αντικειμενικής θεώρησης της ιστορίας, όπως έχει ολόκληρη η τουρκική Αριστερά η οποία, απελπιστικά κατακερματισμένη, έχει τραγικά αποτύχει στις εκτιμήσεις και στις προσπάθειές της να πιάσει την ουσία της ιστορίας αλλά και το σφυγμό του τουρκικού λαού απ’ τον οποίο προέρχεται και τον οποίο διακαώς θα ήθελε να εκπροσωπεί και να υπηρετεί.
Η επίκληση των σκληρών διωγμών που έχει υποστεί η τουρκική Αριστερά μοιάζει με υπεκφυγή, ειδικά την ώρα που οι επίσης σκληρά καταδιωχθέντες Κούρδοι βγάζουν 36 βουλευτές στο νέο τουρκικό κοινοβούλιο. Η δικαιολογημένη και πληρωμένη πολύ ακριβά σύγκρουση των αριστερών με το τουρκικό κατεστημένο, μετακεμαλικής ή νεοϊσλαμικής προέλευσης, όσο έντονη και ηρωική κι αν είναι, δεν οδηγεί από μόνη της σε μια επιστημονικά τεκμηριωμένη ανάλυση της ιστορικής πραγματικότητας.
Γι’ αυτό, ας ακούμε τους Τούρκους συντρόφους γιατί κι εμείς έχουμε πολλά να μάθουμε, αλλά ας μην παίρνουμε και μετρητοίς τις απόψεις τους, όσο αγαπητοί κι αν είναι.

Στέλιος Ελληνιάδης

 

[Ελευθέριος Βενιζέλος - Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού, για το άρθρο]

 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 
 
 
 
φ. 70, 18 Ιουνίου 2011
Advertisements

Μεϊχανέδες, μαντίλες και ο Τσόμσκι

Μεϊχανέδες, μαντίλες και ο Τσόμσκι

 

Από την Πόλη φύγαμε το 1958. Πηγαίνοντας συχνά στην Ουκρανία, μέσω Κωνσταντινούπολης, παρ’ όλο που κάθε φορά περίμενα πολλές ώρες στο αεροδρόμιο Κεμάλ Ατατούρκ το αεροπλάνο για την Κριμαία, δεν το αποφάσιζα να βγω στην Πόλη.

Το 1988, οι γονείς μου ξαναπήγαν στην Πόλη, αλλά στην επιστροφή τους, στο Ελληνικό, ο πατέρας μου ήταν αγνώριστος. Αντί να ανταποδώσει τα καλωσορίσματά μας, ψέλλισε συντετριμμένος «Πάει η Ελλάδα»! Ολόκληρος ο κόσμος που εκείνος φύλαγε σαν μαργαριτάρι στο μυαλό και την καρδιά του, είχε εξαφανιστεί… Εκείνη τη χρονιά, το ελληνικό κράτος, ύστερα από τριάντα χρόνια, αξιώθηκε να μου δώσει την ελληνική υπηκοότητα για να πάψω τυπικά να είμαι άπατρις! Θυμάμαι πόσο ντρεπόμουν που, μικρά παιδιά, στεκόμασταν στην ουρά στο Κέντρο Αλλοδαπών, μαζί με τους ξένους, κάθε έξι μήνες επί δεκαπέντε χρόνια, για να μας κάνουν τη χάρη να μας ανανεώσουν τις άδειες παραμονής μας. Μεγαλώνοντας άρχισα να θυμώνω και όταν φοιτούσα στο πανεπιστήμιο αποφάσισα να μην ξαναπατήσω στο δεύτερο όροφο της Χαλκοκονδύλη, κυκλοφορώντας πλέον με ληγμένη την άδεια παραμονής, παράνομος!

Όταν όμως έκανα αίτηση για διαβατήριο τύπου «Ε» που κατά βούληση έδιναν στους ομογενείς, ο τότε διευθυντής του Κέντρου Αλλοδαπών, ο γνωστός βασανιστής της Ασφάλειας Λάμπρου, με περιποιήθηκε με το πολύ πατριωτικό «Θα σε στείλω πίσω στους Τούρκους, ρε!», επειδή είχα μακριά μαλλιά και έκανα παρέες με αντιφρονούντες φοιτητές. Τελικά, σ’ ένα από τα προπέρσινα ταξίδια μου διανυκτέρευσα αναγκαστικά στην Πόλη. Κι έτσι, πάτησα ξανά τα χώματα της ιδιαίτερης πατρίδας μου, 43 χρόνια μετά! Κι από τότε, πηγαινοέρχομαι, σαν στο σπίτι μου!

Η Πόλη δεν είναι μία. Υπάρχει η Πόλη του τουρίστα, η Πόλη του Ρωμιού και η Πόλη του πλήθους. Η πρώτη περιλαμβάνει επισκέψεις στην Αγία Σοφία και το Τοπ Καπί, παζάρια στο Τσαρσί και μια βραδιά σε μαγαζί χιλίων θέσεων με μπουζούκια και χορό της κοιλιάς από Αμερικάνες και Ρωσίδες χορεύτριες. Η δεύτερη περιλαμβάνει νοσταλγία, πόνο, σχολεία με λίγους μαθητές, εκκλησίες με μικρό εκκλησίασμα, νεκροταφεία, χαλασμένες γειτονιές, το Πατριαρχείο, παλαμίδες και καλκάνια, αναμνήσεις από καλοκαίρια στα Πριγκηπόνησσα… Η τρίτη περιλαμβάνει τους ουρανοξύστες που συμβολίζουν τον πλούτο της μειοψηφίας, τις κακοχτισμένες πολυκατοικίες της πλειοψηφίας, ένα σύγχρονο οδικό δίκτυο, πανεπιστήμια, αστυνομοκρατία, φιλόξενους ανθρώπους, βαποράκια στην Προποντίδα, Μπιενάλε σε αρχαιολογικούς χώρους, αγάλματα του Κεμάλ, μαντίλες γύρω από όμορφα πρόσωπα και τις φωνές των ιμάμηδων από τους μιναρέδες γραμμένες σε CD!  Βιβλία και δημοκρατία.
Κατά καλή μου τύχη, αναμείχθηκα ως γενικός γραμματέας του συλλόγου εκδοτών βιβλιοπωλών της Αθήνας, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Κωνσταντινούπολης και ανέπτυξα ζεστές σχέσεις με τους Τούρκους εκδότες και συγγραφείς, οι οποίοι ενδιαφέρονται για το ελληνικό βιβλίο, αλλά συναντούν δυσκολίες. Η αγορά τους δεν είναι ευκαταφρόνητη σε μέγεθος, αλλά είναι μικρή σε τζίρο λόγω της χαμηλής τιμής του βιβλίου και της πειρατείας.
Επίσης, και στις δύο χώρες, είναι λίγοι οι μεταφραστές. Έτσι, τα μεταφρασμένα βιβλία είναι λίγα σε σχέση με τη βιβλιοπαραγωγή περίπου πενήντα για την κάθε πλευρά, μεταξύ των οποίων έργα των Ν. Καζαντζάκη, Γ. Ρίτσου, Δ. Σωτηρίου, Οδ. Ελύτη, Ναζίμ Χικμέτ, Αζίζ Νεσίν, Ορχάν Παμούκ, Κ. Μουρσελά κ.α.
Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα μούδιασμα για τους Τούρκους συγγραφείς, ενώ στην Τουρκία υπάρχουν σοβαρά προβλήματα λογοκρισίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τιμώμενο πρόσωπο της «Kitap Fuari» ήταν ο Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος πήγε στην Πόλη για να εκφράσει τη συμπαράστασή του στους εκδότες που έχουν συρθεί στα δικαστήρια για τα δικά του βιβλία και για να εκφράσει τη διαμαρτυρία-καταγγελία του εναντίον των ΗΠΑ για το Ιράκ.
Πάντως, η ελληνική παρουσία έδωσε μεγάλη χαρά στους εκδότες που αγωνίζονται για τον εκδημοκρατισμό της χώρας και την ελευθερία της έκφρασης. Ενθουσιασμένοι ήταν και οι επισκέπτες που ζητούσαν βιβλία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά και για τον Άρη Βελουχιώτη! Πιο επίμονοι, οι φοιτητές των ελληνικών σπουδών στα δύο πανεπιστήμια της Πόλης, ενδιαφέρονταν για λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Το περίπτερό μας με την ελληνική σημαία αναρτημένη φαρδιά πλατιά συμπλήρωνε την πολυπολιτισμικότητα της έκθεσης, με τις τούρκικες σημαίες, τις φωτογραφίες του Κεμάλ, τις αφίσες του Τσε και το Κοράνι. Πάντως, η πρωτοβουλία της ομοσπονδίας των εκδοτών και βιβλιοπωλών -με την οικονομική υποστήριξη του ΥΠΠΟ- δεν θεωρήθηκε από τα ελληνικά ΜΜΕ τόσο σημαντική για την ελληνοτουρκική φιλία όσο ο αγώνας Παναθηναϊκού – Γαλατά Σεράι που κατέληξε σε επικοινωνιακό φιάσκο! Στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, τα Ταταύλα, ξαναβρέθηκα όταν ο Τσετίν, ο Μετίν, ο Χακάν, ο Μουζαφέρ, η Αϊσέ και η Μπαχάρ μας πήγαν στον μεϊχανέ της Δέσποινας. Το μαγαζί είναι όπως παλιά, αλλά οι πελάτες είναι πια μόνο Τούρκοι. Η φωτογραφία της γοητευτικής ιδιοκτήτριας σε υποδέχεται στην είσοδο, αλλά η ίδια έχει πλέον αποτραβηχτεί, άρρωστη και γερασμένη, στο σπίτι της. Υπό τους ήχους της χωρίς μικρόφωνα κομπανίας φάγαμε πολίτικους μεζέδες, ήπιαμε ρακί, χορέψαμε και τραγουδήσαμε παρέα με τους άλλους θαμώνες τούρκικα και ελληνικά τραγούδια.

Τα Ταταύλα που άλλαξαν

Όμως, γύρω γύρω, η παλιά ελληνική συνοικία έχει αλλάξει εντελώς. Γυρνούσα νυχτιάτικα για να βρω κάτι που να αντιστοιχεί στις άσβηστες παιδικές μου μνήμες. Μάταια. Εκεί που ήταν το τριώροφο σπίτι μας, στέκεται μια πολυκατοικία, φτηνιάρικη, γκρίζα και απεριποίητη, σαν τις χιλιάδες που χτίστηκαν πρόχειρα για να στεγάσουν εκατομμύρια φτωχούς μετανάστες από την Ανατολή. Μοναδικό σημείο αναφοράς στην άλλοτε ελληνική φυσιογνωμία των Ταταούλων, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου με το περιτοιχισμένο προαύλιο που τις Κυριακές κάναμε ποδήλατο μετά τον πρωινό εκκλησιασμό και, απέναντι, το ωραίο κτίριο του σχολείου μας που, με δύο μαθητές, αργοπεθαίνει.
Σχολεία σε κρίση. Από τα δέκα που λειτουργούν ακόμα, στο Ζωγράφειο Λύκειο, όλα μοιάζουν -σχεδόν- όπως παλιά. Ο διευθυντής Γιάννης Δεμιρτζόγλου και το προσωπικό κρατάνε την αρχοντιά του σχολείου. Στο μεγαλοπρεπές μέγαρο όλα είναι στη θέση τους. Οι ευεργέτες, τα έπαθλα, η προτομή του Κεμάλ. Αίθουσες φυσικής, χημείας και ανθρωπολογίας με βολτόμετρα, δοκιμαστικούς σωλήνες, φακούς, πετρώματα, σκελετούς κ.τ.λ., αλλά και αίθουσες ξένων γλωσσών με συστήματα ενδοεπικοινωνίας και πληροφορικής με υπολογιστές.
Στο ωραίο θέατρο του Ζωγραφείου παρακολούθησα μια συγκινητική γιορτή, μαζί με μερικές δεκάδες Ελλήνων της Πόλης· τη μαθητική χορωδία σε έργα Χατζιδάκι, καθώς και τον Θωμά Κοροβίνη με τη Μαρία Φωτίου που παρουσίασαν τραγούδια της Κωνσταντινούπολης.
Στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, μετά την ελληνοτουρκική προσέγγιση που έλαμψε στους σεισμούς, οι επιδιορθώσεις που οι αρχές επέτρεψαν να γίνουν, έφεραν στην επιφάνεια εντυπωσιακές ζωγραφιές που υπογραμμίζουν το χαρακτήρα του σχολείου. Σαν τα υπέροχα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας που χάρη σε έμπειρους τεχνίτες απελευθερώνονται από σοβάδες αιώνων, φανερώνοντας (μέχρι στιγμής) τον Βασιλέα των Ρωμαίων, τη Μητέρα του Θεού, τον Χριστό, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο! Δυστυχώς, τα ελληνικά σχολεία που αποτελούν, μαζί με τις εκκλησίες, τις πιο ζωντανές εστίες του πολιτισμού μας, μαραζώνουν μέχρι θανάτου, από την έλλειψη μαθητών, μου εξομολογήθηκε με θλίψη ο σύμβουλος εκπαίδευσης Νίκος Νικολούλης, αφού παραμένουν ανοιχτά χάρη στους αραβόφωνους χριστιανούς μαθητές!

 

Σεπτεμβριανά – νύχτα τρόμου

Οι περισσότεροι Τούρκοι αγνοούν τα γεγονότα που οδήγησαν στον ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου από την Πόλη, αλλά θέλουν να μάθουν. Μίλησα γι’ αυτά σε ραδιοφωνικές εκπομπές και η εφημερίδα «Vatan» δημοσίευσε συνέντευξή μου, που αφηγούμαι την οικογενειακή μας τραγωδία αρχίζοντας από την απόπειρα να μας κάψουν ζωντανούς με πετρέλαιο, στα Σεπτεμβριανά του 1955! Μάλιστα, η εφημερίδα κάτω από τον υπερβολικά τολμηρό για τα τουρκικά δεδομένα τίτλο «Ημέρα ντροπής», αναφέρει όλες τις φοβερές καταστροφές που προκάλεσε ο όχλος μέσα σε μία νύχτα στη Ρωμηοσύνη! Έκαψαν και κατέστρεψαν, γράφει, πρώτα τις ελληνικές εφημερίδες και εν συνεχεία 4.000 καταστήματα, 73 εκκλησίες, 110 ξενοδοχεία, 27 φαρμακεία, 20 εργοστάσια, 2.600 σπίτια, 52 ελληνικά και 8 αρμένικα σχολεία! Ήταν η νύχτα της κολάσεως, για την οποία προσπάθησαν να ενοχοποιήσουν τους κομουνιστές και έριξαν στη φυλακή τον Αζίζ Νεσίν, τον Κεμάλ Ταχίρ και δεκάδες άλλους διανοούμενους.
Ένα βράδυ είδα ένα ειδικό αφιέρωμα στο CNN Turk με τη συμμετοχή Ρωμιών που περιέγραφαν τα παθήματά τους και Τούρκων που αποδοκίμαζαν τις βαρβαρότητες και αναφέρονταν στον τότε πρωθυπουργό Μεντερές, ο οποίος εν τέλει καταδικάστηκε σε θάνατο, κατηγορούμενος μεταξύ άλλων και για την οργάνωση των ανθελληνικών επεισοδίων της Πόλης.

 

Στο Πέραν

Περπατώντας στο Πέραν, αισθάνεσαι ότι μεγάλωσες. Ένας ατελείωτος ποταμός νέων, που κοιτάει προς την Ευρώπη ή ακολουθεί τη σύγχρονη ισλαμική κουλτούρα, πλημμυρίζει τον πεζόδρομο των δύο-τριών χιλιομέτρων, υπογραμμίζοντας τη δημογραφική έκρηξη της Τουρκίας, που θα παίξει σημαντικότατο ρόλο στις παρυφές μιας γερασμένης Ευρώπης. Μετά, χαζεύεις τα καταπληκτικά κτίρια, που διασώθηκαν από τη σκούπα της ανοικοδόμησης που σάρωσε την Πόλη. Σε ορισμένα ακόμα διακρίνεις τις εντοιχισμένες επιγραφές με τις ελληνικές ονομασίες.
Κινηματογράφοι, βιβλιοπωλεία, καταστήματα με χαλιά, κοσμήματα και τρόφιμα, τα πάντα εκτεθειμένα με γούστο. Τα ψάρια αραδιασμένα σαν λουλούδια στα ψαράδικα, οι παστουρμάδες και τα αλλαντικά αιωρούμενα σαν κορδέλες, τα πολύχρωμα μπαχαρικά σε ωραία δοχεία, εκφράζουν έναν άλλο τρόπο ζωής που περνάει στη σύγχρονη εποχή χωρίς να χάσει το μεράκι και την αισθητική του. Κι αυτό όχι μόνο στο κέντρο της πόλης, αλλά και στις συνοικιακές αγορές. Στο Καντίκιοϊ, στην ασιατική πλευρά, ψάχναμε κασέτες και cd σ’ ένα δισκάδικο διακοσμημένο με τεράστιες φωτογραφίες διάσημων μουσικών και τραγουδιστών της παραδοσιακής μουσικής και στο Σκούταρι, ο λούστρος που μου έβαφε τα παπούτσια στο πεζοδρόμιο, μάς πρόσφερε τσάι, ενώ ο διπλανός του έφερε ένα σκαμπό για να μην περιμένει όρθια η φίλη μου και φύλακας άγγελός μου Μπαχάρ.

 

Η ελληνική μουσική στους μεϊχανέδες

Η ελληνική μουσική ήταν και είναι δημοφιλής. Όπως ξέρουμε από τους γονείς μας κι όπως τα περιγράφει η Σούλα Μπόζη στο βιβλίο της για το Πέραν, οι μερακλήδες Τούρκοι ήταν τακτικοί θαμώνες στα ελληνικά κέντρα διασκέδασης της δεκαετίας του ’50 και του ’60 για να ακούσουν Τσιτσάνη, Καζαντζίδη, Παπαϊωάννου και Χιώτη αυτοπροσώπως! Παρ’ όλ’ αυτά, η σύγχρονη Ελλάδα «ανέθεσε» την πολιτιστική μας εκπροσώπηση στην Άντζελα Δημητρίου! Ίσως η «Πολίτικη Κουζίνα» να ανεβάσει τους δείκτες ευαισθησίας μας.
Έχουν περάσει χρόνια από την εποχή που ο ψάλτης Νικηφόρος Μεταξάς και οι Τούρκοι δεξιοτέχνες μάς έκαναν γνωστά με την ορχήστρα «Βόσπορος» τα σπουδαία μουσικά έργα των ρωμιών συνθετών της Πόλης, χωρίς να υπάρξει από την Ελλάδα καμία σοβαρή ανταπόκριση. Και σχεδόν κανένας δεν γνωρίζει τον Μουαμέρ Κετεντζόγλου που όχι μόνο παίζει και ηχογραφεί με το συγκρότημά του ελληνικά τραγούδια, αλλά έχει και site στο Ιντερνέτ στην ελληνική γλώσσα!
Αλλά, αν οι μουσικοί γνωρίζουν τα ρεμπέτικα και τα δημοτικά μας τραγούδια, στους χώρους καθημερινής διασκέδασης, στους μεϊχανέδες, και στα κυριλέ εστιατόρια του Βοσπόρου, τα ελληνικά είναι αναπόσπαστο μέρος των προγραμμάτων. Από λαϊκά μέχρι σκυλάδικα εποχής! Κατηφορίζοντας την Ιστικλάλ, από τα δισκάδικα ξεχύνονται οι φωνές της Δέσποινας Βανδή και του Πασχάλη Τερζή, αλλά και της Μαρίκας Παπαγκίκα και του Στράτου Παγιουμτζή!
Η «Μάντρα» είναι ένα υπόγειο στο Παγκάλτι, σαν τα παλιά μπουζουξίδικα της Αθήνας, με ιδιοκτήτη Ρωμιό, Τούρκους και έλληνες καλλιτέχνες και πελάτες. Τούρκους που διασκεδάζουν μέχρι πρωίας με ελληνικά τραγούδια! Η παρέα μας, εκδότες, δάσκαλοι, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες, έγινε ένα με όλες τις παρέες κι όταν η Φιγκέν με καταγωγή από την Κομοτηνή, χόρεψε τον «Σαλονικιό», η πίστα γέμισε λουλούδια και χειροκροτήματα. Κι ένα σαββατόβραδο, σ’ ένα μεϊχανέ κοντά στο γήπεδο της Γαλατά Σεράι, μια κομπανία έπαιζε όμορφα τούρκικα κομμάτια, με κανονάκι, ούτι, βιολί και ντέφι, και, στη συνέχεια, η φίρμα του μαγαζιού, ένας νεαρός Τούρκος με μπουζούκι, γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Αλέκος», τραγούδησε Τσιτσάνη, Καλδάρα, Χιώτη και Μπιθικώτση. Όλο το μαγαζί χόρευε ζεϊμπέκικα και χασαποσέρβικα. Μετά, η Σεβάλ, διάσημη ηθοποιός, μας τραγούδησε σμυρναίικους αμανέδες και το «Όλα σε θυμίζουν» με τούρκικα λόγια.
Η Πόλη είναι πόλη μεταναστών. Όλοι οι εργάτες στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής του πατέρα μου στο Εμίνονου ήταν Κούρδοι. Τώρα όμως έχουν προστεθεί και οι πρόσφυγες από τα χιλιάδες χωριά που έχει κατεδαφίσει ή εκκενώσει βίαια ο στρατός για να περιορίσει τον ζωτικό χώρο των εξεγερμένων Κούρδων. Έτσι, σε πολλά στέκια, νεαροί μουσικοί παίζουν κλασικά τούρκικα και κούρδικα τραγούδια, με σάζι, τουμπερλέκι και ούτι. Σ’ αυτά τα μαγαζιά είναι πολύ εύκολο να κάνεις φιλίες. Στο Deli Mavi, ένας νεαρός Αμερικάνος ταξιδευτής της Ανατολής, μου έλεγε ότι αυτά τα μαγαζιά μοιάζουν με τα ρεμπετάδικα. Ο χώρος, η ατμόσφαιρα, οι συμπεριφορές, τα πρόσωπα. Εκείνη την ώρα, άντρες και γυναίκες χόρευαν ένα κούρδικο τραγούδι πανομοιότυπο με ποντιακό.
Στο Eylül Türk Evi, σ’ ένα στενό πεζόδρομο με αγόρια και κορίτσια που παίζουν τάβλι και ντάμα πίνοντας τσάι, τραγούδια-ιστορίες για τσακισμένους έρωτες, για ξεριζωμούς και για φυλακές. Ακούγοντάς μας να μιλάμε ελληνικά, δύο νεαροί μάς κέρασαν ρακί και μας είπαν ότι είναι Αρμένιοι από τη Γαλλία που ήρθαν για να γνωρίσουν τον τόπο καταγωγής τους, αλλά φοβούνται να δηλώσουν την εθνικότητά τους. Ένα πρόβλημα που εγώ δεν το αντιμετώπισα πουθενά. Αντιθέτως, λέγοντας «ben Yunan», τα χαμόγελα γίνονται διάπλατα. Ακόμα και στα απομονωμένα ορεινά χωριά της Ανατολικής Θράκης που οι αγρότες ήθελαν να μας φιλοξενήσουν επειδή χιόνιζε και ήταν δύσκολη η επιστροφή μας στην Πόλη. Βέβαια, δεν έτυχε να πέσουμε πάνω σε λυσσασμένους γκρίζους λύκους!..

 

Μακρύς δρόμος

Ο δρόμος είναι μακρύς για να ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις, χωρίς να κλείσουμε τα μάτια στη σκοτεινή πλευρά της τούρκικης πραγματικότητας, ενισχύοντας κάθε προσπάθεια για εκδημοκρατισμό και ειρήνη.
Στην Τουρκία υπάρχουν πράγματα που όποιος τα αγγίξει κινδυνεύει σοβαρά. Μέρα μεσημέρι, ένας πανεπιστημιακός δολοφονήθηκε για τις πολιτικές πεποιθήσεις του. Ο στρατός δεν αποτελεί αντικείμενο κριτικής, το Κουρδικό καίει και οι εφημερίδες δεν γράφουν για τους δεκάδες πολιτικούς κρατούμενους, αριστερούς και Κούρδους, που πεθαίνουν από απεργία πείνας στις φυλακές. Έτσι, όλη η οργή του κόσμου για τη φτώχεια και τη διαφθορά, εστιάστηκε στην πολιτική νομενκλατούρα που εξαφανίστηκε ως διά μαγείας από τις βουλευτικές έδρες στις τελευταίες εκλογές. Τι θα κάνουν τώρα ο Ετσεβίτ, η Τσιλέρ και οι άλλοι; -ρώτησα τον ταξιτζή που με πήγαινε στο αεροδρόμιο, κι αυτός με αγανάκτηση αναφώνησε: Αϊ σιχτίρ, τα χαϊβάνια!
Όμως, όσες αλλαγές κι αν έγιναν, η Κωνσταντινούπολη δεν μ’ άφησε ούτε στιγμή να νιώσω ξένος. Όχι μόνο γιατί στάθηκα δίπλα στον Πατριάρχη στον Άγιο Νικόλαο και θαύμασα τον πολιτισμό που αποπνέει η Μεγάλη του Γένους Σχολή που φοιτούσε ο πατέρας μου, αλλά και γιατί επιβεβαίωσα ότι τα τούρκικα παραμένουν η δεύτερή μου γλώσσα και γιατί η Ισίν μού έδειξε το φρέσκο πρόσωπο της Τουρκίας, η Σεμρά μού χάρισε ένα βιβλίο με τα τρυφερά ποιήματά της για την Κύπρο και ο Dündar τρεις δίσκους 78 στροφών με τραγούδια του Μανώλη Χιώτη, του Στελλάκη Περπινιάδη και του Σταύρου Τζουανάκου, τυπωμένα στην Πόλη πριν από πολλές δεκαετίες!

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ  (18 / 01 / 2004)