Ο επαναστάτης με τη Fender

Ο επαναστάτης με τη Fender

Στα 27 του ο Τζίμι Χέντριξ ήταν ήδη θρύλος. Σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του, πολλοί τον μιμούνται, κανείς δεν τον ξεπέρασε.

Το όνειρο του Γιάννη Σπάθα (Socrates), του Αρη Τασούλη (Μπουρμπούλια), του Γιάννη Κιουρκτσόγλου, του Νίκου Δαπέρη, του Τάκη Ανδρούτσου (Πελόμα Μποκιού) και κάθε νεαρού κιθαρίστα πριν από σαράντα χρόνια ήταν να αποκτήσει μία κιθάρα Fender Stratocaster και έναν ενισχυτή Marshal 100 Watt. Δηλαδή, τα βασικά εργαλεία του Τζίμι Χέντριξ επί σκηνής.

[Ο Τζίμι Χέντριξ στο φεστιβάλ του Γούντστοκ. Στο βάθος διακρίνεται ο Μπίλι Κοξ.]
 

Περνώντας από την πιο ελαφριά ποπ στο πιο σκληρό ροκ, τα ελληνικά συγκροτήματα δέχονταν επιρροές από τους πιο εντυπωσιακούς και καινοτόμους μουσικούς. Ο Πιτ Τάουνσεντ των Who και ο Τζίμι Χέντριξ ήταν αυτοί που ξεχώριζαν περισσότερο. Οχι μόνο για τη δεξιοτεχνία τους, αλλά και για τις παραμορφώσεις που επέβαλαν στους ήχους σε συνδυασμό με τη σκηνική τους παρουσία που ξέφευγε από τα ήθη της εποχής.

Ειδικά ο Χέντριξ, που πέθανε πριν από 40 χρόνια, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1970, άλλαξε τον τρόπο που παιζόταν και ακουγόταν η ροκ μουσική. Ολοι οι κιθαρίστες είχαν σαν βάση το ριθμ εντ μπλουζ. Στην Αγγλία, οι Ερικ Κλάπτον, Τζεφ Μπεκ, Κιθ Ρίτσαρντς, Πίτερ Γκριν, Τζον Μάγιαλ, Αλέξις Κόρνερ, Τζίμι Πέιτζ και πολλοί άλλοι εμπνέονταν απεριόριστα από τον ήχο της ακουστικής κιθάρας που προερχόταν από το Δέλτα του Μισισιπή και της ηλεκτρικής από το Σικάγο. Ολοι, όμως, ήταν λευκοί. Μέχρι που εμφανίστηκε ο Χέντριξ στο Λονδίνο. Ενας κιθαρίστας που διαμόρφωσε το προσωπικό του στιλ παίζοντας κλασικό ριθμ εντ μπλουζ και ροκ εντ ρολ με τους Isley Brothers και τον Λιτλ Ρίτσαντ στην Αμερική, χωρίς να κρύβει το θαυμασμό του για τον Μπομπ Ντίλαν και τον Εντι Κόχραν.

Ενα στιλ που ταίριαζε περισσότερο σε λευκούς ακροατές, που αναγόρευαν σε ινδάλματα τους σολίστες της κιθάρας, και λιγότερο σε μαύρους που εκφράζονταν καλύτερα μέσα από τους ρυθμούς της σόουλ μουσικής και τις φωνές του Τζέιμς Μπράουν και της Αρίθα Φράνκλιν. Γι’ αυτό, το ταλέντο του Τζίμι αναγνωρίζεται πρώτα στην Αγγλία, όπου οι κιθαρίστες προσπαθούσαν να δημιουργήσουν νέες πρωτότυπες φόρμες. Ο Χέντριξ έγινε αποδεκτός και βρήκε το κατάλληλο περιβάλλον για να δείξει το ταλέντο και την ευρηματικότητά του.

Στην Αμερική, ακόμα και στους προοδευτικούς κύκλους, οι μαύροι ήταν με τους μαύρους, οι λευκοί με τους λευκούς. Στο Γούντστοκ, το 1969, ελάχιστοι ήταν οι μαύροι καλλιτέχνες στο πλουσιότατο πρόγραμμα του φεστιβάλ. Κι όταν πια εμφανίστηκε ο Χέντριξ, στο κλείσιμο του τριημέρου, είχε μείνει μόνο το ένα τρίτο των πεντακοσίων χιλιάδων θεατών. Βέβαια, αποζημιώθηκαν για την αντοχή τους, γιατί ο Χέντριξ ήταν κάτι διαφορετικό και αποθεώθηκε όταν έπαιξε τον αμερικανικό εθνικό ύμνο σε μια ελεύθερη διασκευή που αναιρούσε το μιλιταριστικό χαρακτήρα του και έκτοτε θεωρείται το απαύγασμα των μουσικών του αντιπολεμικού κινήματος.

 

Ενωσε την πολιτική με τη μουσική

Στο Λονδίνο, ο Χέντριξ απέκτησε το σταθερό περιβάλλον που του έλειπε. Εχοντας χάσει νωρίς τη μητέρα του, στα 36 της από αλκοόλ, και με τα τρία από τα τέσσερα αδέρφια του με αναπηρίες μοιρασμένα σε ορφανοτροφεία και ανάδοχες οικογένειες, ο Χέντριξ, μόλις απολύθηκε από το στρατό που είχε καταταγεί για να γλιτώσει μια καταδίκη για κλοπή αυτοκινήτων, γύριζε σε όλη την Αμερική, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο και από κλαμπ σε κλαμπ, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε διάφορα μαύρα συγκροτήματα.

Η τύχη του άλλαξε όταν ο μπασίστας των Ανιμαλς Τσας Τσάντλερ έγινε μάνατζέρ του και προσπάθησε να διοχετεύσει όλη αυτή τη δημιουργικότητα σε μια πετυχημένη καριέρα, με τη συνοδεία δύο λευκών μουσικών (Μιτς Μίτσελ και Νόελ Ρέντινγκ). Τα πρώτα δισκάκια 45 στροφών (Hey Joe, Purple Haze κ.λπ.) τον καθιέρωσαν αμέσως στην Αγγλία, ενώ στην Αμερική χρειάστηκε η επεισοδιακή του εμφάνισή στο φεστιβάλ του Monterey για να γίνει γνωστός.

Ενας μαύρος που έπαιζε ψυχεδελικό ροκ, ντυμένος χίπικα, με πολύχρωμα φαρδιά πουκάμισα και χαϊμαλιά, με δύο λευκούς μουσικούς, ήταν ανορθόδοξος ακόμα και στην πιο ανορθόδοξη περίοδο της ποπ κουλτούρας. Ολα είχαν ξαναγίνει πριν, αλλά όχι από ένα πρόσωπο. Ο Χέντριξ χρησιμοποιούσε κάθε αξεσουάρ για να παραμορφώνει τον ήχο και να τον παραποιεί με τρέμουλο και μικροφωνισμούς. Ο τεχνικός Ρότζερ Μάγερ επινοούσε εξαρτήματα που αλλοίωναν τον ήχο ειδικά για κείνον, τα οποία στη συνέχεια γίνονταν μέρος του εξοπλισμού κάθε ροκ κιθαρίστα. Ο Χέντριξ έπαιζε με την κιθάρα ανάμεσα στα πόδια ή πίσω στους ώμους, έπαιζε ακόμα και με τα δόντια, αξιοποιώντας ένα κόλπο που είχε δει να κάνουν περιθωριακοί μουσικοί του μπλουζ.

Μερικά τρικ ήταν αυθόρμητα και μερικά σκηνοθετημένα, αλλά σηματοδοτούσαν ρήξη, καθώς πολιτική και μουσική συνδέονταν. Ο Χέντριξ έσπασε αρκετές κιθάρες επί σκηνής ενισχύοντας το ριζοσπαστικό προφίλ του και μερικές τις έκαψε με βενζίνη, πριν τις μοιράσει σε μικρά κομμάτια στο κοινό. Μερικοί το θεώρησαν μαγεία, βουντού, που είχε ρίζες στις κοινότητες των μαύρων στον αμερικανικό Νότο. Και άλλοι πετυχημένο διαφημιστικό τρικ. Επίσης, ο Χέντριξ τραγουδούσε σολάροντας, ενώ συνήθως οι κιθαρίστες ακομπανιάρουν τον εαυτό τους.

Δοκιμάζοντας νέους ήχους

Ολα αυτά θα ήταν γελοία, αν δεν εναρμονίζονταν με υψηλή δεξιοτεχνία και πρωτοτυπία και δεν ενσωματώνονταν στα καταπληκτικά τραγούδια που έγραφε ο ίδιος ή διασκεύαζε με τρόπο μοναδικό. Παραμένουν μυθικές οι εκτελέσεις του Χέντριξ στα αριστουργήματα Killing Floor (Howlin’ Wolf), Rock me baby (Β.Β. King), Sg. Pepper’s (Beatles), All along the watchtower (Bob Dylan), Sunshine of your love (Cream) κ.ά. Μέχρι τότε, μόνο μουσικοί της τζαζ σαν τον Τζον Κολτρέιν έκαναν τόσους αυτοσχεδιασμούς και μόνον τραγουδιστές σαν τον Τζέιμς Μπράουν έκαναν εκρηκτικά σόου.

Ο Χέντριξ έλεγε «θέλω να κάνω με την κιθάρα μου αυτά που κάνει ο Λιτλ Ρίτσαρντ με τη φωνή του». Και ήταν τόσο αξιοθαύμαστα αυτά που άνοιξαν το δρόμο στο χαρντ ροκ, το τζαζ-ροκ και το χιπ-χοπ. Ο Μάιλς Ντέιβις, πρωτοπόρος στη μίξη τζαζ και ροκ, δεν ήταν ο μόνος καθιερωμένος μουσικός που θαύμαζε τον Χέντριξ, του οποίου η επιρροή εντοπίζεται στον Πρινς και τον Ice-Τ, αλλά κι εκεί που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Είναι πολύ χαρακτηριστική η πόζα του Γιάννη Παπαϊωάννου που κάθεται πάνω στα σπασμένα πιάτα και παίζει με το μπουζούκι πάνω στους ώμους, σαν τον Χέντριξ-σκηνή που θα επαναληφθεί από πολλούς σε συναυλίες και κέντρα διασκέδασης.

Πολλοί και διαφορετικού είδους καλλιτέχνες δελεάστηκαν από τα κομμάτια του και τα ξανατραγούδησαν με το δικό τους ύφος, υπογραμμίζοντας την αξία του ως συνθέτη. Στην Ελλάδα, οι πρωτοπόροι MGC ηχογράφησαν σε δίσκο 45 στροφών το Foxy Lady, λίγο μετά την κυκλοφορία του στην Αγγλία! Στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων, οι Cure, οι Pretenders, αλλά και ο τζαζίστας Πατ Μέθενι, έκαναν δεύτερες εκτελέσεις. Μάλιστα, ο Νάιτζελ Κένεντι, ο βιολιστής και μαέστρος που κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ πωλήσεων στην κλασική μουσική με τις «Τέσσερις Εποχές» του Βιβάλντι, διασκεύασε και ηχογράφησε έξι συνθέσεις του Χέντριξ, εξομοιώνοντάς τον με τον Μπαχ και τον Σοπέν!

Ο αναπάντεχος θάνατος του Τζίμι έδωσε λαβή για πολλές θεωρίες. Ενας συνεργάτης κατηγόρησε τον μάνατζερ Μάικ Τζέφερι ότι έβαλε να σκοτώσουν τον Χέντριξ εξαναγκάζοντάς τον να καταπιεί μεγάλες ποσότητες βαρβιτουρικών και οινοπνεύματος, κάτι που δεν απέκλεισε ο γιατρός που έκανε τη νεκροψία βρίσκοντας τεράστιες ποσότητες από κόκκινο κρασί όχι μόνο στο στομάχι και τα πνευμόνια του, αλλά και στα ρούχα και τα μαλλιά του. Η πιο στενή του φίλη Κάθι Μαίρη Ετσιγχαμ (για την οποία έγραψε και το τραγούδι The wind cries Mary) υποπτευόταν ότι η γυναίκα που ήταν μαζί του τη νύχτα της 18ης Σεπτεμβρίου 1970 έδωσε την υπερβολική δόση που ήταν μοιραία για τον μόλις 27χρονο καλλιτέχνη. Η έρευνα όμως της Σκότλαντ Γιαρντ δεν επιβεβαίωσε τις καταγγελίες και η επίσημη εκδοχή του θανάτου από αναρρόφηση δεν άλλαξε.

Στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε η θεωρία της δολοφονίας του από τις μυστικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα μετά τη δημοσιοποίηση των φακέλων του FBI που απεκάλυψαν ότι ο Χέντριξ, ο Τζιμ Μόρισον, η Τζάνις Τζόπλιν και άλλοι καλλιτέχνες που πέθαναν από μη φυσικές αιτίες, ήταν υπό παρακολούθηση είτε επειδή σχετίζονταν με το αντιπολεμικό κίνημα είτε επειδή είχαν «αποκλίνουσα συμπεριφορά» (σεξ, βία, ναρκωτικά κ.λπ.). Σ’ αυτή την πορεία πολιτικοποίησης και την επιρροή του κινήματος των Μαύρων Πανθήρων αποδίδουν ορισμένοι μελετητές την απόφασή του να δημιουργήσει, μετά τη διάλυση των Experience, ένα εξ ολοκλήρου μαύρο συγκρότημα, τους Band of Gypsys (Ορχήστρα των Γύφτων) με τον Μπίλι Κοξ και τον Μπάντι Μάιλς, τονίζοντας το χρώμα και την καταγωγή του. Μόνο οι ερωμένες του παρέμεναν λευκές!

Είναι εντυπωσιακό το απόθεμα της σύντομης καριέρας του Τζίμι Χέντριξ. Εκτός από τα τρία πρώτα LP που τον καθιέρωσαν σε διάστημα δύο ετών (1967-68), έχουν κυκλοφορήσει πάνω από εκατό δίσκοι με υλικό ηχογραφημένο σε συναυλίες, ραδιοφωνικούς σταθμούς και στούντιο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ακόμα εκπλήξεις. Ακούγοντας το πιο πρόσφατο CD «Valleys of Neptune», ο Ρον Τζέικομπς έγραψε ενθουσιασμένος ότι «ακούς τον Χέντριξ με ένα εντελώς νέο τρόπο». Ενώ άναβε φωτιές στις ζωντανές εμφανίσεις του (υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τις 500), ξημεροβραδιαζόταν στο στούντιο δοκιμάζοντας νέους ήχους. Η υπέρμετρη τελειομανία και ο ακατάπαυστος πειραματισμός, που συχνά δεν κατέληγε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, χάλασε τη συνεργασία με τον Τσάντλερ. Αυτός ήταν και ο λόγος που καταχρεώθηκε για να φτιάξει το Electric Lady Studio στη Νέα Υόρκη (το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα). Αυτή η μεγάλη κληρονομιά τον ανέδειξε στον καλύτερο ροκ κιθαρίστα όλων των εποχών από το περιοδικό «Ρόλινγκ Στόουν».

Στο Λονδίνο, η έκθεση «Ο Χέντριξ στη Βρετανία», σαράντα χρόνια από το θάνατό του, θα είναι ανοιχτή έως τις επτά Νοεμβρίου, στο σπίτι που πριν από τον Χέντριξ έμενε ο συνθέτης Γεώργιος Φρειδερίκος Χέντελ. Και στο Σιάτλ, τη γενέτειρα του Τζίμι, το χάι-τεκ μουσείο μουσικής που δημιούργησε ο συνιδρυτής της Microsoft Πολ Αλεν για να τιμήσει το ίνδαλμά του, ξεπέρασε σε κόστος τα 100 εκατομμύρια δολάρια! Για πολλούς ανθρώπους, ο Τζίμι Χέντριξ είναι πράγματι αθάνατος! *

* Περισσότερες λεπτομέρειες για το στούντιο του Τζίμι Χέντριξ και τη σημερινή του κατάσταση στο ένθετο των «New York Times» στη σελίδα 14.
 
 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά, Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010
Advertisements

Από τον Σαββόπουλο στον Λαζόπουλο

Από τον Σαββόπουλο στον Λαζόπουλο

Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα έκλεισε καλλιτεχνικά με την πληθωρική παρουσία του Διονύση Σαββόπουλου στη μεγάλη σκηνή του «Παλλάς» και του Λάκη Λαζόπουλου στη μικρή οθόνη της τηλεόρασης. Με μια πολυσύνθετη αναδρομή του ενός στην αφετηριακή δεκαετία του ’60 και ένα σχόλιο του άλλου στην τρέχουσα επικαιρότητα. Το χτες και το σήμερα; Περίπου.

 Κουβανέζικη επανάσταση, αντιπολεμικό κίνημα, Βιετκόνγκ, Πολιτιστική Επανάσταση, Τσε, Ανοιξη της Πράγας, Γαλλικός Μάης, Μαύροι Πάνθηρες, Μπέρκλεϊ, Μπιτλς, χιπισμός, ροκ, Ντίλαν, ψυχεδέλεια, μίνι φούστα, κασετόφωνα, Μαρκούζε, ερωτική απελευθέρωση, Γκοντάρ, Καστοριάδης, Γκαγκάριν, ταξίδι στο φεγγάρι, παλαιστινιακή αντίσταση, 114, Άξιον Εστί, ελληνικό ροκ, αντιδικτατορικός αγώνας… Αυτή τη δεκαετία ανατροπών συνόψισε ο Σαββόπουλος μέσα σε λίγα σπουδαία τραγούδια. Μάγοι στη σκηνή, Συννεφούλα, Ηλιος αρχηγός, Βιετνάμ γιε-γιε, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα, Αμνηστία ’64, Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ, ο Καραγκιόζης που ονειρεύεται… Θέματα, μουσικές, ύφος και τρόπος παρουσίασης έξω από το πολιτιστικό μέινστριμ. Η πιο ενδιαφέρουσα έκφραση της ανατρεπτικής δεκαετίας. Και σε συνθήκες λογοκρισίας.

Εκτοτε, η χούντα έπεσε, η Κύπρος διχοτομήθηκε, το Βιετνάμ απελευθερώθηκε, το απαρτχάιντ στη Ν. Αφρική καταργήθηκε, η Σοβιετική Ενωση κατέρρευσε, η Αμερική φτώχυνε, η Κίνα αναδύθηκε, η Βενεζουέλα του Σιμόν Μπολίβαρ αναστήθηκε, οι πόλεμοι επέστρεψαν, το κλίμα αλλάζει, τα τρόφιμα ακριβαίνουν, το νερό μολύνεται, το AIDS σκοτώνει εκατομμύρια, δικαιώματα και κοινωνικές παροχές περιορίζονται, διανοούμενοι υπερασπίζονται το σύστημα, οι Ρόλινγκ Στόουνς είναι δισεκατομμυριούχοι, οι Χέντριξ, Μόρισον, Τζόπλιν, Τζόουνς, Κομπέιν, Ασιμος, Γώγου κ.ά. αυτοχειριάστηκαν, ο Ακης Πάνου κατέληξε στη φυλακή, τα τραγούδια έγιναν mp3, οι ζωγράφοι εγκλωβίστηκαν στις γκαλερί και η ζωγραφική βγήκε στον δρόμο, η παιδεία έγινε εμπόριο και οι φοιτητές ψηφίζουν δεξιά, Γέλτσιν-Μπους-Μπλερ-Σαρκοζί-Μπερλουσκόνι επιτάχυναν την παρακμή του δυτικού μοντέλου, η Ελλάδα καίγεται στα τζάκια, η γλώσσα τσουρουφλίζεται στα σχολεία, ο Θεοδωράκης τιμήθηκε από την αστυνομία και τον στρατό και ο Παρθενώνας μετακόμισε από την Ακρόπολη σε πολυκατοικία στου Μακρυγιάννη.

Πού είναι ο νέος Σαββόπουλος να μας τα πει; Παρακολουθώντας την ωραία παράσταση στο «Παλλάς», ένιωθα την προσπάθεια του Διονύση να ξανασυνδεθεί με τη δεκαετία του ’60, επιστρατεύοντας τραγούδια, νοσταλγία και συναίσθημα. Δεν ήταν εύκολο. Ισως γιατί ο Σαββόπουλος χρόνια τώρα κρατάει αποστάσεις, ενώ πολλοί συνομήλικοί του στο κοινό δεν έπαψαν ποτέ να ζουν με το άρωμα της δεκαετίας του ’60. Και οι νέοι με τα λάπτοπ επίσης μεγαλώνουν με Ντίλαν, Ντορς, Στόουνς, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση και Σιδηρόπουλο. Η αντίρρηση και η αμφισβήτηση εξακολουθούν να εκφράζονται με διαδηλώσεις για την παιδεία, αντιπολεμικές κινητοποιήσεις, ποδήλατα, καταλήψεις, ροκ και ρεμπέτικο. Σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες, οι πολίτες με ανησυχίες δεν απομακρύνθηκαν ποτέ από το πνεύμα των sixties.

Ζητούνται νέοι ανατροπείς

Οι δεκαετίες που μεσολάβησαν άφησαν άδειους ουρανοξύστες στο Αμπου Ντάμπι, κουφάρια των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, υπερχρεωμένα νοικοκυριά, σκάνδαλα, αύξηση αναλφαβητισμού, εκατομμύρια μεταναστών και προσφύγων, παραπληροφόρηση, καταναλωτισμό, τυποποιημένα πολιτιστικά προϊόντα, καταστροφή της φύσης, πείνα, εγκληματικότητα, ανεργία και ανασφάλεια. Πού είναι, όμως, οι νέοι φιλόσοφοι, πανεπιστημιακοί, ζωγράφοι, ποιητές και τραγουδοποιοί με ιδέες και πνευματικό ανάστημα να εκφράσουν την εποχή, να θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, να ξεβολευτούν; Πού είναι οι ανατροπείς της καθεστηκυίας αισθητικής; Οι διάδοχοι των καινοτόμων δημιουργών Ελύτη, Ρίτσου, Αναγνωστάκη, Γκάτσου, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ζαμπέτα, Ξαρχάκου, Καλδάρα, Λοΐζου, Τσαρούχη, Μόραλη, Κοψίδη, Κουν, Κωνσταντινίδη, Ασιμου κ.λπ.;

Κυριάρχησε η μικροαστική κουλτούρα που απαθανάτισε στους «Μικρούς Μήτσους» ο Λαζόπουλος. Photoshop οπίσθια και σιλικονούχα στήθη μπήκαν με νίτρο στη ζωή μας, πρωινάδικα εγκαταστάθηκαν στα διαμερίσματά μας, τζιπ με τσαρούχια κυριάρχησαν στα όνειρά μας και τηλεψωνάκηδες αναγορεύθηκαν βουλευτές κωλτούρας. Και το «Αλ τσαντίρι» ανέλαβε σχεδόν αποκλειστικά τον επιθετικό σχολιασμό του νεοελληνικού εξαμβλώματος. Αλλά ένα σόου δεν μπορεί να αναπληρώσει το καλλιτεχνικό ρεύμα ιδεών και δράσεων που λείπει. Εξάλλου, η τηλεόραση όλα τα κάνει κιμά. Αφαιρεί από τους πολίτες τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχή και τους καθιστά υποχείρια της εξουσίας, παθητικούς καταναλωτές του προκάτ και της κακογουστιάς.

Εάν κάθε φορά εξεγείρονταν λιγάκι από την καυστική κριτική του Λαζόπουλου, εκατομμύρια τηλεθεατές θα ξεχύνονταν στους δρόμους. Η τηλεόραση μεταλλάσσει το πιπέρι σε καραμέλα και το διεγερτικό σε κατασταλτικό. Ακυρώνει τον κριτικό λόγο. Ακόμα και τις υπερβάσεις που επιτρέπουν οι λογοκριτές στον Λαζόπουλο επειδή είναι παιδί των ΜΜΕ με ασυναγώνιστη εμπορικότητα. Οι αγανακτισμένοι νοικοκυραίοι ευχαριστιούνται που τα λέει έξω από τα δόντια για λογαριασμό τους και μετά πάνε για ύπνο ξαλαφρωμένοι. Ούτε οι πιο εύστοχες ατάκες δεν τους ξεκολλάνε απ’ τον καναπέ για να κάνουν τον θυμό τους διαμαρτυρία. Και στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσουν τους ίδιους.

Η παραδοσιακή αριστερά συντηρείται ακόμα χάρη στο πολιτιστικό της απόθεμα από το παρελθόν. Δεν ξανοίγεται ούτε διακινδυνεύει. Φοβάται το νέο, το διαφορετικό, το απρόβλεπτο, που δεν έχει αξιολογηθεί από τους ειδικούς.

Το καθιερωμένο χάσκει. Παραέξω, εκτός ΜΜΕ και «Παλλάς», υπάρχουν παιδιά που δημιουργούν παρέες, μουσικοί που παίζουν σε μουσικά σχολεία, καταλήψεις και μπαράκια, ζωγράφοι που κάνουν γκράφιτι σε τοίχους και τρένα, μικρομηκάδες που φτιάχνουν αυτοσχέδια φιλμάκια, εξαιρετικοί γελοιογράφοι και κομίστες με πένα αιχμηρή, ακτιβιστές που στήνουν μπλογκ, φυτεύουν παρκάκια στην άσφαλτο, κάνουν θέατρο δρόμου και εκδίδουν έντυπα σε όλη την Ελλάδα. Αλλά σ’ αυτές τις μικρές σκηνές δεν διεκδικούν δάφνες. Δεν ψάχνουν το φανταχτερό αλλά το αληθινό. Δεν προσφέρουν υλικό χρήσιμο για τηλεοπτικά παράθυρα, ραδιοφωνικά πλέιλιστ και πολιτιστικά τρίστηλα. Και δεν πάνε Μέγαρο.

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  17 Ιανουαρίου 2010