«Εμείς» να δώσουμε ζωή στις γειτονιές!

«Εμείς» να δώσουμε ζωή στις γειτονιές!

Προσωπικά, λυπάμαι που προτάσεις και ιδέες που προέρχονται έξω από κόμματα και οργανώσεις δεν εισακούονται από κορυφαία στελέχη. Ευτυχώς, είναι παρηγορητικό ότι υπάρχει κόσμος που ακούει. Και αν αργεί η Αριστερά, οι πολίτες σπεύδουν. Έχοντας γράψει στο Περίπτερο Ιδεών για την ανάγκη ξεμπροστιάσματος των βουλευτών σε επίπεδο εκλογικής τους περιφέρειας, προκειμένου να βαθύνει το ρήγμα στους κόλπους των κομμάτων εξουσίας, χάρηκα που, πριν λαλήσει τρις, πολίτες της Πιερίας και του Ηρακλείου Κρήτης έστειλαν εξώδικα κατά των τοπικών βουλευτών ζητώντας τους ευθύνες!

Μπράβο τους!

 

Επίσης, ήταν πολύ γρήγορη η ανταπόκριση στην πρόταση μας να δώσουμε εμείς οι ίδιοι ζωή στην πλατεία Βικτωρίας, χωρίς πολώσεις, ταμπέλες και ασφυκτικά πολιτικά πλαίσια, σε συνεργασία με τα καταστήματα και τις επιχειρήσεις της γειτονιάς.
Ήδη παίρνονται πρωτοβουλίες από διάφορες ομάδες, πραγματοποιήθηκαν δύο λογοτεχνικές εκδηλώσεις και προβλήθηκε το Debtocracy. Και το περασμένο σαββατόβραδο, «εμείς», δηλαδή μερικοί κάτοικοι της πλατείας Βικτωρίας και περιχώρων, κάναμε μία ωραιότατη βραδιά με μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Παρ’ όλο που για πρακτικούς λόγους δεν το δημοσιοποιήσαμε στον τύπο ή το ραδιόφωνο, πήγε καλά! Γιατί εκτός από μερικούς καλούς φίλους, ήρθαν πολλές παρέες από τη γειτονιά, άνθρωποι που μέχρι χτες δεν τους ξέραμε.
Η βραδιά έγινε στο σουβλατζίδικο, στο φαρδύ πεζοδρόμιο που έχει τα τραπέζια και τις καρέκλες του. Η διαδικασία; Απλή, πολύ απλή: Με μερικά τηλεφωνήματα και είκοσι αφισέτες που βάλαμε δύο μέρες νωρίτερα, παρ’ όλο που έλειπε πολύς κόσμος λόγω τριημέρου, μαζεύτηκαν εκατό γνωστοί και άγνωστοι, φίλοι και περίοικοι, γύρω από τους ΧιΨι που έπαιζαν ρεμπέτικα μέχρι τις επτά το πρωί!
Αυτές δεν είναι πρωτότυπες δράσεις, αλλά δεν είναι και μπαγιάτικες. Και το πιο σημαντικό είναι ότι δεν θέλουν ούτε κεντρικές γραμμές, ούτε καθοδηγητές, ούτε καν λεφτά. Λίγο μεράκι, λίγο κρασί και (εκτός από το αγόρι ή το κορίτσι σας) λίγο επιστροφή στην κοινωνία.
Το τελευταίο διάστημα, η πλατεία βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας εξ αιτίας του δολοφονικού μαχαιρώματος ενός πολίτη που έγινε στην περιοχή. Πολύ δυσάρεστο γεγονός που το αξιοποίησαν στο έπακρο οι χρυσαυγίτες για να στήσουν ένα χορό γύρω από το άτυχο θύμα, το οποίο καμία σχέση δεν είχε με τους φασίστες, κλαψουρίζοντας υποκριτικά για μια ανθρώπινη ζωή που χάθηκε άδικα και ταυτόχρονα σφάζοντας με μαχαίρια και σακατεύοντας ανυπεράσπιστους μετανάστες που έχουνε μάνα, αδελφές, γυναίκα και παιδιά, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, φτωχαδάκια, που για τους Ελληνοχριστιανούς φασίστες δεν είναι παιδιά του καλού θεού τους! Και δεν θα τα κατάφερναν οι νεοναζί, αν δεν είχαν δύο μεγάλους υποστηριχτές: την αστυνομία, που τους καλύπτει, υποθάλπει και αβαντάρει, και μεγάλα μέσα ενημέρωσης, που τους είχαν ώρες ολόκληρες ιδίως στα πρωινάδικα, όπως του Παπαδάκη στον Αντένα, να κάνουν φασιστική και ρατσιστική προπαγάνδα.
Έτσι δημιούργησαν ένα σκηνικό, που άγγιξε την πλατεία Βικτωρίας, αλλά δεν την άλωσε, τελικά. Γιατί φαίνεται ότι αφενός δεν βρήκαν οι φασίστες επαρκή ερείσματα και αφετέρου γιατί στη Χέιδεν είναι η Βίλα Αμαλία, με τους αντιεξουσιαστές που προστάτευσαν την πλατεία εκείνες τις δύσκολες μέρες.
«Εμείς» σκεφτήκαμε ότι είναι η καλύτερη στιγμή να διαφυλάξουμε την πλατεία, όχι με ρόπαλα και στείρες αντιπαραθέσεις με τον ακροδεξιό υπόκοσμο, αλλά συνδέοντας τις δράσεις μας με τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι σ’ αυτή την ωραία περιοχή του κέντρου.

 

 

Κόντρα στη θανατίλα!

Το σοβαρότερο πρόβλημα είναι η αναδουλειά. Η πλατεία έχει γύρω της εκατοντάδες μαγαζιά και επιχειρήσεις, που αιμορραγούν ασταμάτητα, πηγαίνοντας από το κακό στο χειρότερο. Γιατί, το ρήμαγμα της χώρας, και του εμποράκου, όπως αποκαλύφθηκε πανηγυρικά, έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια με τη συστηματική καταλήστευση της χώρας από 19 οικογένειες και τα βαποράκια τους, τους πολιτικούς, με υποστυλώματα ουκ ολίγους δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς και λοιπούς διανοούμενους. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η κρίση εμφανιζόταν από τα ΜΜΕ και τους ακροδεξιούς, που βρίσκονται μέσα σε όλα τα κόμματα εξουσίας κι όχι μόνο στα συμπληρώματά τους, τύπου ΛΑΟΣ, ότι είναι κρίση που οφείλεται στη «λαθρομετανάστευση» και στις διαδηλώσεις που γίνονται στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Κι αυτό το έχαψαν αμάσητο πολλοί έμποροι και ελεύθεροι επαγγελματίες, ακόμα και υπάλληλοι και εργάτες, από τα δεξιά ώς τα αριστερά.
Έτσι απέκρυψαν ότι η κρίση οφειλόταν στον εκτροχιασμό της χώρας που ροκανιζόταν από τον υπερδανεισμό, τη φαυλοκρατία, τις υπερτιμολογήσεις στα δημόσια έργα και τις προμήθειες, αλλά και στην εσωτερική αποδόμηση της ελληνικής οικονομίας. Τη συστηματική αποβιομηχάνιση και εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής, αλλά και την προσχεδιασμένη καταστροφή του λιανικού εμπορίου με τη συγκεντροποίηση σε δέκα-είκοσι τεράστια εμπορικά κέντρα τα οποία στην κυριολεξία ρούφηξαν τους τζίρους εκατοντάδων χιλιάδων μαγαζιών, από τα οποία ζούσαν εκατομμύρια πολίτες και αποτελούσαν το ζωτικό τομέα κάθε γειτονιάς, άνευ του οποίου κάθε συνοικία μαραζώνει, υποβαθμίζεται και πεθαίνει. Και έγινε τόσο αποτελεσματική προπαγάνδα, τέτοια πλύση εγκεφάλου, που οι πολίτες -έμποροι και καταναλωτές- γιόρταζαν αποβλακωμένοι αυτή τη θανάτωση της ζωής σαν εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη. Τους έμαθαν να χαίρονται με το θάνατό τους ή με το θάνατο του διπλανού τους που προηγείται, και τους έκαναν συνενόχους με δάνεια και τηλεοπτική λάσπη, μετατρέποντας τον πολίτη από σκεπτόμενο άνθρωπο σε καταναλωτικό χόρτο.
Αυτή τη θανατίλα βιώνουμε τώρα.
Τι κάνουμε, λοιπόν;
Στην πλατεία Βικτωρίας, ξεκινήσαμε μόνοι μας την αναζωογόνησή της, τώρα!
Πρώτο βήμα. Να σπάσουμε το φόβο που έχουν εμφυσήσει στους κατοίκους με θετικές ενέργειες. Να ξαναγαπήσουμε την περιοχή μας. Να σκεφτόμαστε συλλογικά. Να συμμετέχουμε.
Πήραμε σβάρνα τα μαγαζιά. Εσείς, τους είπαμε, θα βάζετε το χώρο κι «εμείς» θα σας φέρνουμε κόσμο, πελάτες, θαμώνες. Εδώ και τώρα! Κι αυτό έχει μεγάλη απήχηση.
Στο σουβλατζίδικο ήταν ωραία. Οι 80 καρέκλες δεν έφτασαν, παρ’ όλο που είχαμε φοβηθεί προς στιγμήν, όταν διαπιστώσαμε ότι οι εννιά στους δέκα φίλους που καλέσαμε τηλεφωνικά, έλειπαν για το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, καταλήξαμε και στο εξής χρήσιμο συμπέρασμα. Να φροντίσουμε ώστε η επανάσταση να μη γίνει Σαββατοκύριακο ή κανένα τριήμερο αργιών, γιατί πολλοί αριστεροί θα λείπουνε στις εξοχές! Αν και ένας φίλος είπε ότι μάλλον είναι καλύτερα να λείπουν οι αριστεροί, γιατί αν είναι παρόντες, μέχρι να τα βρούνε μεταξύ τους, η ευκαιρία για την επανάσταση θα έχει χαθεί! Κακίες!

Στέλιος Ελληνιάδης

[Η φωτογραφία είναι του Στέλιου Ελληνιάδη]

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 70, 18 Ιουνίου 2011 
 
Advertisements

Ναι στις πλατείες – Όχι ποντικοφάρμακο στους πολιτικούς

Ναι στις πλατείες  – 

Όχι ποντικοφάρμακο στους πολιτικούς

 Επικηρύξτε τους!

Περνάω κάθε πρωί αυτό το τρομερό τεστ αντοχής, να βλέπω τον «εγώ δεν είμαι λαϊκιστής» Παπαδάκη, τους «πουλάμε και λίγη τρέλα» Καμπουράκη-Οικονομέα και τους «όπου με βάλεις κάθομαι» Λυριτζή-Οικονόμου! Μια χαρά τούς θυμάμαι, χρόνια τώρα, να αποσιωπούν τις εκατοντάδες διαμαρτυρίες και τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων και των φοιτητών ή να αναζητούν ευκαιρία, μια κατάληψη, μια πέτρα, μια μολότοφ, για να δείξουν πλάνα με φωτιές και ξύλο, να καταδικάσουν τη βία των διαδηλωτών, των αναρχικών, των καταληψιών και οπωσδήποτε του ΣΥΡΙΖΑ.

Πόση λάσπη δεν έφαγαν οι λιμενεργάτες στον Πειραιά από τα πρωινάδικα. Πόσο διασύρθηκαν οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν σε σχολεία που χτίζονται σαν φυλακές ενηλίκων. Πόσο θάψιμο υπέστησαν οι κάτοικοι της Κερατέας που κανένα κανάλι δεν έδειχνε τον αγώνα τους επί τέσσερις μήνες που η περιοχή τους ήταν αστυνομοκρατούμενη.
Και ξέρω γιατί το περνάω. Γιατί, εκτός από την περιέργεια μη χάσω κάτι, και την επιλογή να βιώνω τα ίδια με τον απλό τηλεθεατή για να μην είμαι αλλού, έχω αναπτύξει κι εγώ ένα μαζοχισμό, μαζί με όλο το φιλοθεάμον κοινό, που στηρίζει και καταναλώνει παθητικά αυτού του είδους την «ενημέρωση».
Εκατοντάδες φορές έβγαλαν στις εκπομπές τους τα κυβερνητικά στελέχη, εκατοντάδες!, για να κάνουν πλύση εγκεφάλου στον κόσμο, για να περάσει η πολιτική της κυβέρνησης μέσα από τη διαρκή επανάληψη, μέσα από τη νομιμοποίηση της κρατικής τρομοκρατίας, μέσα από την επικοινωνιακά αξεπέραστη ισχύ της τηλεόρασης.
Και τώρα, που άρχισαν κάπως να ανησυχούν, όχι για τη χώρα, αλλά για την πάρτη τους και για τους εργοδότες τους, το γυρίζουν στην αντιπολίτευση. Πολύς πόνος για τον μεροκαματιάρη, τον συνταξιούχο και τον άνεργο. Τώρα, που δεν φωνάζει μόνο η δύσμοιρη Αριστερά, η κατασυκοφαντημένη, τώρα που σιγά σιγά βγαίνουν από τα σπίτια τους και οι ανοργάνωτοι, τώρα που ξαναβρίσκουν κάπως τις αισθήσεις τους από τα αλλεπάλληλα πλήγματα οι μικρομεσαίοι, τώρα που τα ποσοστά των κομμάτων κατολισθαίνουν, τώρα που βγήκαν στα Προπύλαια και οι πνευματικοί φανοστάτες της εξουσίας, οι πανεπιστημιακοί, ο Παπαδιάς, ο Καμπουρέας κι ο Λυρονόμου τρέχουν να σώσουν τη χώρα και το Κοινοβούλιο, για το οποίο είδα ιδιαίτερα ανήσυχο τον Ποντικίφικα Αντώνη Δελλατόλα, που αποδοκίμαζε ξανά και ξανά το κράξιμο που έφαγαν οι βουλευτές στο Σύνταγμα.
Μέχρι την περασμένη βδομάδα, βγάζανε τους Χρυσαυγίτες στα παράθυρα χωρίς χρονικούς περιορισμούς για να χύνουν κι άλλο δηλητήριο στην κοινωνία. Με μεγάλη ικανοποίηση, δημιουργούσαν ευκαιρίες για να ταπεινώσουν τους αριστερούς και τους διανοούμενους. Και τώρα, ως δια μαγείας, και ο λαντζέρης έχει μερίδιο στα πρωινάδικα, και η άνεργη νηπιαγωγός. Τους μιλάνε και στον πληθυντικό, γιατί ξαφνικά έγιναν αξιοσέβαστοι. Αλλά κι όταν το κάνουν, μερικοί δεν μπορούν να κρατηθούν! Ο Καμπουράκης ξέσπασε σε μια γυναίκα που μιλούσε ωραία και λογικά για το χουνέρι που υπέστη ο Πεταλωτής στην Αργυρούπολη.
Θα μου πεις, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Ναι, βέβαια, αρκεί να μην ξεχνάμε ότι οι εργοδότες της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας πρώτα τη γούνα τους θέλουν να προστατεύσουν. Εξάλλου, προτιμάνε τους αγαναχτισμένους πολίτες που μπορεί και να κουραστούνε, από τους επίμονους αριστερούς που δεν βγαίνουνε μόνο όταν έχει ήλιο, αλλά κι όταν ρίχνει καλαπόδια ή δακρυγόνα!

 

Βαράτε τους εκεί που πονάνε!

Σε πρώτη φάση, Τρόικα, Παπανδρέου και Καναλάρχες ρίξανε τους πεπειραμένους καρχαρίες να φάνε το πόπολο! Ποιος μπορεί να τα βγάλει πέρα σε μια μονομαχία στην τηλεοπτική αρένα με τον βαρύγδουπο Πάγκαλο, που στην καθισιά του θέλει τρεις πανεπιστημιακούς για ορεκτικό! Ποιος μπορεί να τα βγάλει πέρα με έναν Πρετεντέρη, μία Τρέμη, έναν Καψή κι ένα Ρέπα ή ένα Λοβέρδο, ταυτόχρονα;
Αλλά τώρα, τα κανάλια δίνουνε περισσότερο λόγο στους δευτεροκλασάτους. Οι πρωτοκλασάτοι ψιλοκάηκαν. Έμπειροι και αδίστακτοι, ήταν χρήσιμοι για να περάσει με τρομοκρατία το πρώτο πακέτο μέτρων. Ίσως επανέλθουν αργότερα. Ίσως και μερικοί να μαζεύτηκαν αυτοβούλως, τώρα που αρχίζουν οι σφαίρες να πέφτουν σαν το χαλάζι! Ούτε σε ένα εστιατόριο πολυτελείας δεν μπορούν να φάνε ήσυχοι! Και δεν είναι για τα ξεφωνήματα και τα γιαουρτώματα. Κανένα τρελαμένο μάγειρα φοβούνται που θα τους βάλει ποντικοφάρμακο στο ψαρονέφρι! (Σημ. Επειδή το ποντικοφάρμακο σκοτώνει, προτείνω διπλή δόση καθαρτικού, με ταυτόχρονη «βλάβη» στις τουαλέτες!)
Θα προτιμούσα πάντως, οι πολίτες σε κάθε εκλογική περιφέρεια να οργάνωναν καμπάνιες ενημέρωσης των ψηφοφόρων για τις θέσεις και τα έργα του κάθε εκλεγμένου βουλευτή τους χωριστά. Τι ψήφισε στη Βουλή και τι δεν ψήφισε, τι θέση πήρε για το Μνημόνιο, τι θέση παίρνει για τη μείωση των μισθών και των συντάξεων, για τη χαριστική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, για τις περικοπές στην εκπαίδευση, για όλα. Με φυλλάδια για το «έργο» του κάθε βουλευτή, με τη φωτογραφία του, με το διαδίκτυο και πόρτα-πόρτα. Να ξέρει ακριβώς ο κόσμος για την ποιότητα του καθενός, κι από κει και πέρα να αναλάβει ο κάθε πολίτης τις ευθύνες του απέναντι στην κοινωνία και την οικογένειά του. Να μην αφήσουμε χώρο για νέα εξαπάτηση των πολιτών από τους βουλευτές που τους ξεπούλησαν μπιρ παρά! Να τους επικηρύξουν οι ψηφοφόροι τους, έναν-έναν ονομαστικά!
Κάτι απίθανα όντα, καθυστερημένοι τριτοκοσμικοί γιάπις, υπάλληλοι διεθνών τοκογλύφων, υπερεθνικοί, με τις ιδιότητες υφυπουργών, γραμματέων, επενδυτικών συμβούλων και οικονομολόγων υποψηφίων για νόμπελ υποτέλειας, προσπαθούν να διαγράψουν τη μνήμη μας και να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα με απύθμενο θράσος, αλαζονεία και προκλητικότητα. Η αποθέωση του κυνισμού! Μια Ξαφά, ένας Μόσιαλος, μια Χριστοφιλοπούλου! Μια στρατιά ολάκερη ανασύρθηκε από τις εφεδρικές αποθήκες του συστήματος για να μην χάσουν τα λεφτά τους οι διεθνείς τοκογλύφοι! Χρόνια τούς ετοίμαζαν στα αμερικάνικα πανεπιστήμια.
Αλλά τώρα, σφίγγουν οι πρωκτοί, γιατί χιλιάδες αδέσποτοι στις πλατείες δεν θέλουν να δουν τηλεόραση. Με πράσινα λέιζερ (όπως «οι χούλιγκαν των γηπέδων» κατά τον Οικονομέα) πυροβολούν τις κάμερες που είναι στημένες όσο πιο ψηλά γίνεται για να μην τις φτάνουν οι πέτρες! Με τα μηχανάκια που πουλάνε οι Μπανγκλαντεσιανοί, παίρνοντας μια μικρή εκδίκησή για την τηλε-φασιστο-αστυνο-τρομοκρατία εναντίον φτωχών και ανυπεράσπιστων μεταναστών.

Όλα εδώ πληρώνονται!
Μουντζώνων,
Γκαούρ

 

 

[H φωτογραφία -Ρεμπέτικα εναντίον Μνημονίου, στις 29 Μαΐου- είναι του Στέλιου Ελληνιάδη]
Σημείωση :
Στη φοβερή μπάντα μπουζουκομπαγλαμάδων, που στήθηκε στα σκαλάκια της πλατείας Συντάγματος, συμμετείχαν πολλοί γνωστοί και σπουδαίοι οργανοπαίκτες,  σαν τον δεξιοτέχνη Γιάννη Παπαβασιλείου (Βλάχος) και τον πανεπιστημιακό Γιάννη Κοντογιάννη.]
 
 
 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 68, 4 Ιουνίου 2011 

Υπέροχοι μαθητές σε σχολεία φυλακές!

Υπέροχοι μαθητές σε σχολεία φυλακές!

Τι σχέση έχει ο Μάρκος Βαμβακάρης με τους Ρόλινγκ Στόουνς και ο Μπόμπ Ντίλαν με τον Άκη Πάνου; Αυτό ήταν το θέμα της ομιλίας στο 2ο Λύκειο Δάφνης, μπροστά σε διακόσια πενήντα κορίτσια κι αγόρια, που αποτελούν το φετινό δυναμικό του.

Μαζί με τους καθηγητές και τον Λυκειάρχη, τον Στέλιο Μενεξή. Ο πρώτος συνδετικός κρίκος ήταν η κυριακάτικη εκπομπή μου Στο Κόκκινο 105,5. Ο δεύτερος, οι ομιλίες στο «@Ρουφ» για το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. Έτσι γνωρίστηκα με τους καθηγητές που πήραν την πρωτοβουλία για την πρόσκληση στο Λύκειο.

Σχεδόν δύο ώρες κράτησε η εκδήλωση στο αμφιθέατρο του σχολείου, με την ομιλία και τις ερωταπαντήσεις που ακολούθησαν. Στο τέλος, σαν να μην έφτανε αυτό, αρκετοί μαθητές μαζεύτηκαν μπροστά στη σκηνή και ζητούσαν να υπάρξει μία συνέχεια. Τα παιδιά με μάγεψαν με την ευγένεια και τη συμμετοχή τους. Και οι δάσκαλοι με το ενδιαφέρον τους για τα παιδιά και την ανοιχτόμυαλη προσέγγισή τους. Μία πραγματικότητα εντελώς διαφορετική, ανατρεπτική, της γνωστής εικόνας που παρουσιάζουν τα ΜΜΕ για τα σχολεία. Αλλά και της μίζερης αναπαράστασης που ίσως άθελά τους κάνουν ορισμένοι συνδικαλιστές στα τηλεπαράθυρα μιλώντας μόνο με μελανά χρώματα για την κατάσταση στην παιδεία προκειμένου να διασφαλίσουν τα εργασιακά δικαιώματα και να αυξήσουν τις πενιχρές αμοιβές των εκπαιδευτικών. Ήταν τόσο όμορφο αυτό που ένιωθα, που φοβήθηκα μην είναι μια παραίσθηση, μια πρώτη εξωτερική εντύπωση που κρύβει μια άλλη πραγματικότητα. Γι’ αυτό, ξαναπήγα, για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν επιφανειακή και παραπλανητική η εντύπωση που σχημάτισα, και για να δοθεί συνέχεια σ’ αυτή τη φρέσκια σχέση.

Η δεύτερη αφορμή ήταν, λίγες μέρες αργότερα, μία θεατρική παράσταση που είχαν ετοιμάσει, με δουλειά ενός χρόνου, οι μαθητές σε συνεργασία με δύο καθηγήτριές τους. Καμιά δεκαπενταριά «ηθοποιοί» μετέφεραν στη σχολική σκηνή το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Οδυσσέα, γύρισε πίσω», με αυτοσχέδια σκηνικά, νεανικά κοστούμια και ανάλογες μουσικές μπροστά σε μπαμπάδες και κυρίως μαμάδες, μαζί με συμμαθητές, φίλους και δασκάλους.

Ηλεκτρικές κιθάρες και κρητική λύρα

Η τρίτη πρόσκληση αφορούσε τη μουσική ομάδα. Γιατί, εκτός από τη θεατρική, κάθε Παρασκευή μεσημέρι μαζεύονται 20-25 μαθητές, μετά τη λήξη των μαθημάτων, για να συζητήσουν περί μουσικής και τραγουδιών. Ήδη αισθανόμουν πολύ άνετα ανάμεσά τους. Ένας ένας σηκωνόταν στον πίνακα, έγραφε τα στοιχεία τού τραγουδιού που είχε επιλέξει, μοίραζε φωτοτυπίες με τους στίχους, έδινε πληροφορίες για το τραγούδι και τον καλλιτέχνη και η παρουσίαση έκλεινε με την ακρόαση του τραγουδιού από ένα φορητό μηχανάκι. Εντύπωση μού έκανε η άνεση με την οποία τα παιδιά δέχονται τη διαφορετικότητα του άλλου. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία ακουσμάτων, από σκληρό ροκ μέχρι γαλλικές μπαλάντες και Πλούταρχο. Αρκετά από τα παιδιά παίζουν μουσικά όργανα, κυρίως ηλεκτρική κιθάρα. Μάλιστα, η έκπληξη ήταν οι τρεις νέοι που έπαιξαν ζωντανά δικές τους διασκευές με ντραμς, κιθάρα και κρητική λύρα!
Στη συνέχεια, πρότεινα στην ομάδα να έρθει σύσσωμη στο ραδιόφωνο, να κάνουμε μαζί μία εκπομπή, με τραγούδια που θα έχουν διαλέξει και θα τα παρουσιάσουν οι ίδιοι. Η ιδέα τούς άρεσε πολύ και ένα κυριακάτικο μεσημέρι, είκοσι παιδιά πλημμύρισαν τους μικρούς χώρους του σταθμού, στου Ψυρρή. Με μεγάλη άνεση, οι μαθητές πήραν την εκπομπή πάνω τους, έπαιξαν μουσική και έκαναν σχόλια, όχι μόνο για τα τραγούδια, αφού ακόμα και τα κορίτσια είχαν άποψη για την πορεία της Μπαρτσελόνα!
Μέσα από τις επαφές μας, φάνηκε ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν μετά το σχολείο, αλλά αισιοδοξούν ότι θα τα καταφέρουν παρ’ όλο που ανήκουν σε μικρομεσαίες οικογένειες, χωρίς να έχουν τίποτα εξασφαλισμένο. Παιδιά με ποιότητα, παιδιά με ανησυχίες, παιδιά με σχέδια και όρεξη για δημιουργία. Ωραία παιδιά. Αλλά, κάποια στιγμή αναρωτήθηκα, γιατί να είναι υποχρεωμένα αυτά τα παιδιά να περνούν καθημερινά τόσες ώρες επί τόσα χρόνια μέσα σε ένα σχολείο καθαρό μεν, αλλά καγκελόφραχτο από παντού; Ακόμα και οι πόρτες των τάξεων είναι σιδερένιες, χειρότερες κι από φυλακής, αφού δεν διαθέτουν ούτε ένα μικρό παραθυράκι! Τα παιδιά δεν φαίνεται να το συνειδητοποιούν, μη έχοντας γνωρίσει κάτι άλλο, και δυστυχώς το συνηθίζουν. Δηλαδή, μάθε παιδί μου γράμματα και φτιάξε χαρακτήρα σε ένα κτηριακό περιβάλλον που δεν διαφέρει σε τίποτα από μία φυλακή ανηλίκων. Δεν είναι τερατώδες;
Συντρώγοντας με τους καθηγητές, διαπίστωσα ότι αυτές οι αποφάσεις που εφαρμόζονται σχεδόν σε όλα τα σχολεία, παίρνονται έξω από τα σχολεία, με πρόσχημα κάποιες ζημιές που γίνονται κατά καιρούς. Αντί, λοιπόν, να υπάρξει μία ήπια αντιμετώπιση του προβλήματος, η αντιπαιδαγωγική εξουσία μετατρέπει το κτήριο του σχολείου στα πρότυπα μιας φυλακής, στην οποία ο μαθητής είναι υποχρεωτικά εγκλεισμένος μέχρι να γίνει δεκαοκτώ ετών. Ένα καθεστώς που ασφαλώς δεν υφίσταται σε κανένα ιδιωτικό σχολείο, ούτε στα δημόσια σχολεία που βρίσκονται σε πιο εύπορες περιοχές. Στη Δάφνη, η μόνη ελπίδα απεικονιζόταν στα λουλούδια που βρίσκονται περιποιημένα στο προαύλιο, σαν όαση μέσα στο σίδερο και το μπετόν.  

Εκπαιδευτικοί άλλης κοπής

Τι θα γίνουν, λοιπόν, όλα αυτά τα παιδιά, που έχουν τόση αθωότητα, τόση όρεξη και τόσο ενθουσιασμό; Ποιος νοιάζεται για το μέλλον τους; Για την αξιοποίησή τους και όχι για τη χειραγώγηση και απονεύρωσή τους;
Οι πιο ευαίσθητοι δάσκαλοι είναι φανερό ότι νοιάζονται και προσπαθούν. Το είδα στο σχολείο, το άκουσα από τους μαθητές και το βίωσα κάνοντας παρέα με τους φιλόξενους καθηγητές στη Δάφνη. Κι απ’ αυτή την άποψη, ίσως τα πράγματα να είναι καλύτερα από παλιότερες εποχές. Ποιος εκπαιδευτικός θα βοηθούσε τους πιο αδύνατους μαθητές εκτός ωραρίου χωρίς πρόσθετη αμοιβή (κι αυτό γίνεται!) και ποιος θα ανησυχούσε για τα παιδιά που έχουν σοβαρά προβλήματα στο σπίτι; Αλλά και ποιος λυκειάρχης, στα χρόνια μου, θα καλούσε κάποιο διανοούμενο στο σχολείο να μιλήσει για το ροκ και το ρεμπέτικο! Γι’ αυτό, ένιωσα τεράστια ανακούφιση και αγαλλίαση όταν βεβαιώθηκα ότι αυτή η εμπειρία δεν ήταν εικονική, κι απ’ την άλλη βλαστήμησα το σύστημα και τους αρμόδιους γραφειοκράτες που πιστεύουν περισσότερο στην παιδαγωγική δύναμη της σιδερένιας πόρτας παρά στην αγωγή της ψυχής που επιλέγουν οι καθηγητές και τα παιδιά της θεατρικής και της μουσικής ομάδας στο 2ο Λύκειο της Δάφνης. Μπορεί τα παιδιά να μην ασχολούνται πολύ με την πολιτική, αλλά σίγουρα καταλαβαίνουν ήδη αρκετά ώστε στην ερώτησή μου για τους πολιτικούς, να απαντήσουν ομόφωνα, στον αέρα, με επιφωνήματα και εκφράσεις όχι και τόσο κολακευτικά για τους διαχειριστές της εξουσίας.
Ένας άλλος κόσμος είναι πράγματι εφικτός!

Στέλιος Ελληνιάδης

 

[H φωτογραφία -Το 2ο Λύκειο Δάφνης Στο Κόκκινο 105,5- είναι του Στέλιου Ελληνιάδη]

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 68, 4 Ιουνίου 2011 
 

Κρίση, με πιάνει κρίση

Κρίση, με πιάνει κρίση

Παλιά, η φτώχεια είχε… πλούσιο ρεπερτόριο. Σήμερα, ο νεοπλουτισμός παραμένει ακόμα τόσο ισχυρός, που η οικονομική κατάρρευση ελάχιστα έχει αγγίξει τα νέα τραγούδια.
Κάτι άλλαξε στα τραγούδια. Η οικονομική κρίση, η νέα φτώχεια και η καταπολέμησή της δεν ανιχνεύονται μέσα στις στροφές τους. Γι’ αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκήρυξε πανευρωπαϊκό διαγωνισμό τραγουδιού παροτρύνοντας νέους δημιουργούς να καλύψουν αυτή την έλλειψη που παρατηρείται και στην Ελλάδα αν και έχει μεγάλη παράδοση τραγουδιών για τη φτώχεια και τις συνέπειές της.

«Τι να γίνει, Πολυξένη; Το δολάριο ανεβαίνει, το δολάριο κατεβαίνει, η ζωή μας ακριβαίνει, πάρε φάβα και κρεμμύδια, και θα φάει απ’ τα ίδια όλη μας η φαμελιά» τραγουδούσε ο Ζαμπέτας. Ενώ τώρα, με όλους τους οικονομικούς δείκτες στο κόκκινο, οι λέξεις κρίση, φτώχεια, φτωχολογιά, φτωχοκόριτσο, φτωχός, φτωχαδάκι, φτωχόπαιδο, φτωχομάνα, φτωχόσπιτο, φτωχογειτονιά, φτωχολόι, μπατίρης, άφραγκος, ρέστος, ταπί, άνεργος κ.λπ., που ήταν συνηθισμένες στα τραγούδια τουλάχιστον μέχρι το 1980, στα σημερινά αναφέρονται πολύ σπάνια.

«Τα φράγκα κάνανε φτερά, για μένα δεν υπάρχουν και όμως άλλοι, φίλε μου, με το τσουβάλι τα ‘χουν… Κοιτώ την άδεια τσέπη μου και βαριαναστενάζω, κι αν είναι έτσι, σίγουρα, τη βγάζω δεν τη βγάζω» (Μπ. Μπακάλης).

Τα λογοκριμένα

Παλιότερα η φτώχεια στο λαϊκό τραγούδι σπάνια είχε συγκεκριμένες πολιτικές αιχμές, γιατί η κρατική λογοκρισία δεν άφηνε να περάσει οτιδήποτε μεμφόταν την εξουσία ή ξεσήκωνε τον εργαζόμενο λαό. Από τη μεταξική δικτατορία, με αιτία και πρόσχημα τα χασικλίδικα τραγούδια, η λογοκρισία εδραίωσε τον ασφυκτικό κλοιό της κόβοντας ό,τι ήταν ενοχλητικό. Κι αυτή η πρακτική συνεχίστηκε μεταπολεμικά υπό καθεστώς δημοκρατίας.

Ομως η φτώχεια ήταν εκτεταμένη και οι δημιουργοί δεν μπορούσαν να την αγνοήσουν. Αναζητούσαν λοιπόν τεχνάσματα για να ξεπερνούν τα λογοκριτικά εμπόδια. Συνήθως, μεταμφίεζαν τα τραγούδια για τη φτώχεια σε ερωτικά! Έτσι, κυκλοφόρησαν πάρα πολλά τραγούδια. Φτώχεια και έρωτας, φτώχεια και μετανάστευση, φτώχεια και φιλότιμο, φτώχεια και διασκέδαση, φτώχεια και περηφάνια, φτώχεια και ταξικές διαφορές! «Το χρήμα μάς χωρίζει δυστυχώς, εσύ είσαι πλούσια κι εγώ φτωχός» (Χ. Κολοκοτρώνης).

Τα τραγούδια για τις δυσκολίες που δημιουργεί η έλλειψη χρημάτων στην καθημερινή επιβίωση και τις ανθρώπινες σχέσεις είναι αμέτρητα. Ισως παραπάνω από τα μισά να γράφτηκαν και να τραγουδήθηκαν από το 1948 ώς το 1960. Τραγούδια φτώχειας, μόχθου και μοίρας που προηγούνται χρονικά των αντίστοιχων ινδικών που φτάνουν μέσα από ταινίες όπως «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» και τα οποία φέρνουν τον λαό της μιας χώρας κοντά στον λαό της άλλης πρώτη φορά ύστερα από την «επίσκεψη» του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ινδία πριν από 2.300 χρόνια!

Ολοι οι μεγάλοι συνθέτες έχουν συνεισφέρει με τέτοιου είδους τραγούδια, ελαφριά και βαριά. Τούντας, Νταλγκάς, Τσιτσάνης, Χιώτης, Μητσάκης, Δερβενιώτης, Περιστέρης, Χρυσίνης, Καραμπεσίνης, Καλδάρας, Χατζηχρήστος, Παπαϊωάννου, Σούκας, Μουσαφίρης, Κουγιουμτζής κ.λπ. με υλικό από στιχουργούς πρώτης εθνικής κατηγορίας (Βίρβος, Μάνεσης, Βασιλειάδης, Παπαγιαννοπούλου, Κοφινιώτης, Πυθαγόρας, Χριστοδούλου, Παπαδόπουλος κ.ά.) και φωνές με λαϊκό μέταλλο (Τάκης Μπίνης, Ρένα Ντάλλια, Σεβάς Χανούμ, Στέλλα Χασκίλ, Περπινιάδης, Πόλυ Πάνου, Παγιουμτζής, Τσαουσάκης, Τζουανάκος, Αγγελόπουλος, Αναγνωστάκης, Διονυσίου, Μητροπάνος, Νταλάρας κ.ά.). Από το μοιρολατρικό «Αφού γεννήθηκα φτωχός» ώς το αισιόδοξο «Γεια σου, λεβεντιά μου φτώχεια».

Απ’ όλους τους τραγουδιστές, αυτός που ταυτίστηκε απόλυτα με τη φτωχολογιά είναι ο Καζαντζίδης. Οχι μόνο λόγω ρεπερτορίου, αλλά και ύφους, ποιότητας ερμηνείας και τρόπου ζωής που διαλαλούσε το κοινωνικό πρόβλημα και εδραίωνε το δικαίωμα των μη προνομιούχων στη ζωή. Ο Καζαντζίδης έγινε η φωνή της άλλης Ελλάδας, της αποκλεισμένης από τον πλούτο και την εξουσία. Μόνο αυτός θα μπορούσε να τραγουδήσει με κύρος ένα βαρύ τραγούδι απελπισίας και διαμαρτυρίας που λέει «ο φτωχός, μάνα, καλύτερα να μη γεννιέται».

Από το ’60 και μετά, τραγούδια για τη φτώχεια γράφονται κι από τη νέα φουρνιά των λόγιων δημιουργών που παίρνουν με επιτυχία σκυτάλη από τους λαϊκούς καλλιτέχνες. Τα πιο ωραία λαϊκά του Μίκη Θεοδωράκη, όπως τα «Δραπετσώνα» και «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, εκθειάζουν τη φτωχολογιά, εξ αριστερών, με μεγάλη δόση ρομαντισμού. «Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι» και «Απονη ζωή… το κρίμα μας βαρύ, μας γέννησες φτωχούς», γράφει το 1963 ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, και το ’66, «Σφύριζαν πλοία, μετανάστες φεύγαν… στην παραλία οι μανάδες κλαίγαν για το φτωχομάνι, τη χαμοζωή» σε μουσική του Χρήστου Λεοντή. Κι από κοντά ο Ζαμπέτας «Φτωχομάνα γειτονιά» σε στίχους του Γιάννη Κακουλίδη.

Με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, το 1967, η λογοκρισία σφίγγει τα λουριά. Οσα περιέχουν «ακατάλληλες» λέξεις ή νοήματα, παλιά ή καινούρια, απαγορεύονται ή τροποποιούνται, όπως το τραγούδι του Ακη Πάνου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση «Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια μακριά απ’ τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια» που γίνεται «Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια να ‘ρθουν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια» και ηχογραφείται εκ νέου με τη Βίκυ Μοσχολιού! Ο Πάνου, την επόμενη φορά, χρησιμοποιεί ένα εύρημα για να ξεπεράσει τον σκόπελο. Κόβει τις λέξεις σε σημείο που ο λογοκριτής δίνει έγκριση, μην καταλαβαίνοντας ότι οι «περικοπές» στο χαρτί αποκρύβουν τη σημασία του μηνύματος στην ακρόαση.

«Απεργία λοιπόν, απεργία»

«Αυτός που κλε- ένα καρβέ- κι ύστερα τρέχει, κύριε Πρό- δεν είναι κλέ- σεσημασμέ, πέντ’ έξι μή- ένα ψωμί… δικαίως έχει φασκελωμέ- την κοινωνί- τη χαλασμέ». Στη μεταπολίτευση, χρησιμοποιεί ξανά αυτό το τρικ για να φτιάξει άλλο ένα τραγούδι («Εφτά νομά- σ’ ένα δωμά-»), που περιγράφει τη φτώχεια και την ανέχεια που ήταν κοινός παρονομαστής των λαϊκών γειτονιών στις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Και όχι μόνο τότε.

Στα κωμειδύλλια και τα μελοδράματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, οι ηθοποιοί τραγουδούν «Απεργία λοιπόν απεργία, παρατήστε παιδιά τη δουλειά/ ωφελεί καθώς λεν στην υγεία πού και πού λιγοστή τεμπελιά» και ο Αττίκ, το 1920, «Ποιος φταίει αν είναι στη γη δυστυχείς; Το χρήμα! Το χρήμα!», μέχρι να έρθει ο Βαμβακάρης με συχνές σταράτες αναφορές στη φτώχεια και την αδικία. «Οσοι έχουνε πολλά λεφτά, να ‘ξερα τι τα κάνουν/ άραγε σαν πεθάνουνε, βρε αμάν, μαζί τους θα τα πάρουν;»

Προπολεμικά, έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον τα τραγούδια που γράφονται από Ελληνες στις ΗΠΑ αναφορικά με τη μεγάλη κρίση του 1929-30. «Τι θα κάνουμε, βρε φίλοι, στην κατάστασιν αυτήν, που χαμένοι πάμε όλοι εδώ στην Αμερικήν. Οπου φτώχεια έχει πέσει και δε βρίσκομε δουλειά και τα έξοδα δεν βγαίνουν και τραβούμε συμφορά» τραγουδάει ο Γιώργος Κατσαρός, μετανάστης από την Αμοργό.

Κι ενώ αυτό το είδος τραγουδιού συμπιέζεται επί χούντας, στη μεταπολίτευση μια νέα αριστερής υφής καλλιτεχνική αντεπίθεση επαναφέρει πανηγυρικά τη θεματολογία στο ελληνικό τραγούδι, με πρωταγωνιστές τον Γιάννη Μαρκόπουλο («Οταν οι εργολάβοι κι όλα τα γραφεία δεν δίνουνε δουλειά, σημαίνει ανεργία», «Εμείς είμαστε το αίμα, εμείς είμαστε φωτιά/ εμείς είμαστε οι εργάτες, χτίζουμε εμείς τη λευτεριά» κ.ά.), τον Μάνο Λοΐζο και τον Φώντα Λάδη («Στους δρόμους της Αθήνας φέιγ-βολάν μοιράζουν, εργάτες κι υποστήριξη ζητάνε»), τον Δήμο Μούτση και τον Γιώργο Σκούρτη («Σαν οι εργάτες απεργήσουν και στους δρόμους κατεβούν/ κι άμα ακόμα τους λυγίσουν, πάλι νικητές θα βγουν»), τον Ηλία Ανδριόπουλο και τον Μιχάλη Μπουρμπούλη («Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει/ εμείς που ζήσαμε φτωχοί/ του κόσμου η βροχή δεν μας πειράζει») και άλλοι, με ερμηνευτές τον Λάκη Χαλκιά, τη Σωτηρία Μπέλλου κ.λπ.

Την ίδια εποχή, με τη λεγόμενη «αναβίωση» του ρεμπέτικου, όλα τα τραγούδια για τη φτώχεια επανέρχονται στο προσκήνιο. Εργάτες, τεχνίτες, αγρότες, αλλά και διανοούμενοι, φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι και ελεύθεροι επαγγελματίες συνδιασκεδάζουν στα ρεμπετάδικα, τις ταβέρνες και τα κέντρα διασκέδασης με μια ισχυρή δόση αισιοδοξίας. «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση, θέλει αγάπη και κρασί… για να ‘ναι η ζωή χρυσή…» (Ι. Βέλλα-Ο. Λάσκου).

Κι όμως, ενώ τα παλιά τραγούδια παραμένουν εξαιρετικά δημοφιλή μέχρι σήμερα (τραγουδιούνται παντού και μοιράζονται κατά εκατοντάδες χιλιάδες από τις εφημερίδες και τα περιοδικά), τα τελευταία χρόνια, οι σύγχρονοι δημιουργοί σπάνια θίγουν θέματα φτώχειας και οικονομικής δυσπραγίας.

Τι συνέβη άραγε; Επαψε να υπάρχει φτώχεια ή για κάποιους λόγους έπαψε να συγκινεί δημιουργούς, ερμηνευτές και ακροατές; Εγιναν όλοι πλούσιοι ή έγινε ντεμοντέ η αναφορά στη φτώχεια; Το σίγουρο είναι ότι έγιναν πλούσιοι οι δημοφιλείς τραγουδιστές και κανένας πια δεν αισθάνεται άνετα να τραγουδάει για φτώχειες και μπατιρήματα. Οι τραγουδιστές δεν κατοικούν πια στις λαϊκές γειτονιές. Αλλαξαν κοινωνικό στάτους, άλλαξαν παρέες, άλλαξαν τα γούστα τους.

«Ο κόσμος τώρα εκτιμά μονάχα τους παράδες, κι όσους δεν έχουνε λεφτά τους λένε φουκαράδες. Αν σε δουν να πιάσεις φράγκα, θα σε πουν νταή και μάγκα, κι αν δεν το ‘χεις το αρζάν θα σου πουν αλέ-βουζάν!» (Ι. Τατασόπουλου-Ν. Ρούτσου).

[Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού, με τους Τάκη Μπίνη, Στέλλα Χασκήλ, Στελλάκη Περπινιάδη και τον συνθέτη Γιάννη Τατασόπουλο, από το 1950.]

 

Αλλαξαν και οι γειτονιές. Αλλαξαν και οι φτωχοί. Μια γενική άνοδος του βιοτικού επιπέδου και μια νέας μορφής φτώχεια. Υπαρκτή, αλλά άφαντη. Η φτώχεια δεν είναι πια καμάρι, είναι μόνο ντροπή. Ούτε οι φτωχοί θέλουν να ακούνε για φτώχεια.

Οι νεόπτωχοι δεν είναι σαν τους φτωχούς παλαιάς κοπής. Δεν έχουν το ίδιο πολιτισμικό περιβάλλον. Η φτώχεια δεν συνδέεται με ωραία στοιχεία της λαϊκής ζωής. Η αδυναμία συμμετοχής στην κατανάλωση και αποπληρωμής των δανείων επηρεάζει και τα αισθήματα. Γι’ αυτό και οι μη έχοντες παρηγοριούνται με βόλτες στα εμπορικά κέντρα. Φάτε, μάτια, ψάρια… Η σημερινή φτώχεια φέρνει στρες και περιθωριοποίηση σ’ ένα κλειστό διαμέρισμα, όχι σε μια κοινότητα συνύπαρξης και αλληλεγγύης.

«Τσιγάρο ατέλειωτο, βαρύ, η μοναξιά μου» τραγουδάει ο Σωκράτης Μάλαμας.

Ο πολιτισμός των λαϊκών ανθρώπων της παλιάς γειτονιάς με συνοχή, λεβεντιά, φιλότιμο, περηφάνια, ανθρωπιά, ταξική συνείδηση, λαϊκό τραγούδι και κουλτούρα γειτονιάς μεταλλάχθηκε. Αυξήθηκε ο ατομισμός, ο οχαδερφισμός και η εγκληματικότητα, που κάποτε στις φτωχές λαϊκές γειτονιές ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Θα βρει άραγε η νέα φτώχεια εκφραστές και ακροατήριο; Θα αναβιώσει μέσα από τα τραγούδια κάποια ανθρωπιά και μαχητικότητα; Θα αναζωογονηθεί η χαμένη αθωότητα και η διεκδίκηση περισσότερης δικαιοσύνης ή θα πελαγοδρομούμε στο κυνήγι ενός υπεσχημένου πομπώδους και ρηχού λάιφ στάιλ; Ζητήματα που το σύγχρονο τραγούδι αγγίζει διστακτικά, ενώ το τραγούδι του Κώστα Ρούκουνα, από το 1934, παραμένει πολύ επίκαιρο.

«Οι φόροι και τα κόμματα φέραν αυτή την κρίση

που κάνανε τον άνθρωπο να μην μπορεί να ζήσει».

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά, Σάββατο 3 Απριλίου 2010