Pop porn

Pop porn

«Η γυναίκα είναι γυμνή ή έτσι φαίνεται. Μόνο ένα κορμάκι στο χρώμα του δέρματος καλύπτει το σώμα της. Τα μακριά ξανθιά μαλλιά της πέφτουν στην πλάτη της. Είναι μέσα σ’ ένα κλουβί και τα δάχτυλά της γλιστράνε προκλητικά μέσα κι έξω από το στόμα της. Είναι σκηνή από μια συνηθισμένη πορνό ταινία; Δυστυχώς, όχι. Η γυναίκα είναι η Σακίρα, ποπ σουπερστάρ και τέταρτη πλουσιότερη τραγουδίστρια στον κόσμο», γράφει η Λιζ Τζόουνς στη «Ντέιλι Μέιλ».

Γυναίκες με στρινγκάκια, κολλητές δερμάτινες φόρμες, λεοπαρδαλέ κοστούμια, βρεμένες μπλούζες, σφιχτούς κορσέδες, διχτυωτές κάλτσες, τόπλες, ψηλά τακούνια και μπότες, σε όλες τις στάσεις και θέσεις, στο πίσω κάθισμα πολυτελών αυτοκινήτων, σε μεγάλα κρεβάτια, αχυρώνες, πλυντήρια, ντουζιέρες, νεκροταφεία, αμμουδιές και δωμάτια ξενοδοχείων, δεν γυρίζουν ταινίες για μεγάλους, αλλά βιντεοκλίπ με τα καινούρια τους τραγούδια. Ντυμένες σαν γάτες, τίγρεις ή σκλάβες, αλυσοδεμένες, με κολάρα, μάσκες, μαστίγια, γραβάτες, γάζες, σπαθιά και πυροβόλα όπλα, φιλιούνται, ψευτοσυνουσιάζονται και χαϊδεύονται μόνες ή με πολλούς/ πολλές παρτενέρ σε φυλακές, σχολεία, μοτέλ, ασανσέρ και πισίνες. Τα σώματα ημίγυμνα ή ολόγυμνα. Ολα τα ερωτικά φετίχ που προέρχονται από την πορνογραφία ταυτίζονται με τα τραγούδια και τις γυναίκες που τα ερμηνεύουν στις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Και, κατά προέκταση, στις μουσικές σκηνές και τις εξέδρες των συναυλιών που θυμίζουν υπαίθρια στριπτιζάδικα, όταν η τραγουδίστρια «χορεύει» γύρω από μία κάθετη μεταλλική μπάρα ντυμένη και βαμμένη σαν πορνοστάρ!

Οταν ο Ελβις ήταν… προκλητικός

Το 1989, όταν η Σερ γύρισε ένα βιντεοκλίπ στο καταδρομικό «Μισούρι», καθισμένη πάνω σ’ ένα γιγάντιο κανόνι τριγυρισμένη από εκατοντάδες ναύτες, το MTV αρχικά έκοψε το βίντεο γιατί η 43χρονη τραγουδίστρια φορούσε πολύ λίγα ρούχα και έδειχνε το τατουάζ της πεταλούδας στον πισινό της. Σήμερα, αυτά τα βίντεο δεν προκαλούν αντιδράσεις, γιατί έτσι είναι πια η ποπ μουσική, γράφει ο Τζόνι Ντι.

Ανέκαθεν υπήρχαν σέξι τραγουδιστές και τραγούδια με υπονοούμενα, αλλά στο επίκεντρο της παραγωγής παρέμεναν τα τραγούδια. Οι κινήσεις του Ελβις θεωρούνταν προκλητικές, αλλά χωρίς τα καταπληκτικά τραγούδια δεν θα βοηθούσαν την καριέρα του. Ακόμα και το αισθησιακό «Je t’ aime, moi non plus» του Σερζ Γκένσμπουργκ με την Τζέιν Μπίρκιν στη δεκαετία του 1970, αποτελούσε εξαίρεση.

Το βίντεο και το MTV διευκόλυναν τη μετάλλαξη της μουσικής βιομηχανίας. Το τραγούδι θα ακολουθούσε τις ανάγκες της διαφήμισης και του μάρκετινγκ. Από το 1981, το MTV «δημιούργησε σταδιακά τη δική του «αισθητική», η οποία επεκτάθηκε στη διαφήμιση, τις ταινίες και την εμπορική τηλεόραση», γράφει η ερευνήτρια Σέρι Καθλίν Κόουλ. «Το MTV από μέσο για την προώθηση διαφόρων προϊόντων έγινε το ίδιο ένα προϊόν το οποίο μπορεί να περνάει μηνύματα και ως εκ τούτου ιδεολογία στο μαζικό του ακροατήριο», υποστηρίζει ο καθηγητής στο τμήμα επικοινωνίας του πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης Σατ Τζάλι.

Σ’ αυτό το τοπίο, τίποτα δεν αποκλείεται. Οι απαγορεύσεις κάποιων βίντεο με σεξιστικό περιεχόμενο εξασθενούσαν καθώς η βιομηχανία έριχνε όλο και περισσότερο σεξ στην εικόνα, με τη συμβολή των ίδιων των καλλιτεχνών. Ηταν θέμα χρόνου η κατάργηση των περιορισμών και η εμπλοκή του τραγουδιού με τα στερεότυπα της πορνογραφίας. Στο βίντεο του τραγουδιού «Κορίτσια σε ταινία» που καθιέρωσε τους Duran Duran στην Αμερική, η κάμερα δείχνει περισσότερο κάποια ιδιαίτερα μέρη του γυναικείου σώματος. «Η γυναίκα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα πλήρες άτομο, αλλά ως μία συλλογή «τμημάτων» που προσφέρονται για σεξουαλική χρήση», τονίζει η Κόουλ. Σε έρευνα του Συμβουλίου Γονέων για την Τηλεόραση, σε 71 ώρες προγράμματος του MTV, καταγράφηκαν 1.548 σεξουαλικές σκηνές με 3.056 εικόνες σεξ ή γυμνού, δηλαδή μία σεξουαλική σκηνή κάθε 6,6 λεπτά. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, το MTV μπαίνει σε 10 εκατ. σπίτια και παρακολουθείται από το 73% των αγοριών και το 78% των κοριτσιών από 12 ετών και πάνω.

Σημαντικότατο ρόλο, σύμφωνα με τη Μέρεντιθ ΛεΒάντ, έπαιξαν οι νομοθετικές αλλαγές στις ΗΠΑ που επέτρεψαν την πολλαπλή ιδιοκτησία μέσων ενημέρωσης και ευνόησαν την «κανονικοποίηση» της πορνογραφίας. Εταιρείες με μεγάλη εμβέλεια μπήκαν χοντρά στην πορνογραφία. ΑΤ&Τ, Yahoo!, Marriott, Hilton, AOL Time Warner, General Motors και Fox-DirecTV του Μέρντοχ προβάλλουν την πορνογραφία σε εκατομμύρια σπίτια. Μία βιομηχανία που ήταν παράνομη νομιμοποιήθηκε και καλλιέργησε το μείγμα ποπ και πορνό κουλτούρας. Οι συντηρητικοί ενοχλούνται από την προβολή του σεξ, αλλά δεν νοιάζονται καθόλου για τη χρήση της γυναίκας ως αντικειμένου. Εξάλλου, οι θρησκόληπτοι αποτελούν κρυφίως τους καλύτερους πελάτες της βιομηχανίας πορνό. Η γυναίκα, έτσι κι αλλιώς, είναι κατώτερη από τον άντρα.

Η Μαντόνα είναι βασικός φορέας των αλλαγών στη σχέση της μουσικής με την εικόνα και στο ρόλο της γυναίκας ποπστάρ. Απελευθερώνεται η γυναίκα δείχνοντας δημόσια και χρησιμοποιώντας σεξουαλικά το σώμα της ή υποβαθμίζεται σε αντικείμενο χρήσης; Τα τραγούδια έχουν αυτοτελή αξία ή απλώς υπηρετούν την εικόνα; Τα ερωτήματα αυτά συνεχίζουν να απασχολούν τους κοινωνιολόγους, τους μουσικολόγους και τις φεμινίστριες που εμφανίζονται διχασμένες.

«Η «μουσική» δεν πουλάει τη μουσική», υποστηρίζει η νεαρή μπλόγκερ Τζέσικα Αστρονοτ. «Η ποπ είναι προϊόν που ελέγχεται από κάποιον άντρα σ’ ένα γραφείο. Ο μόνος τρόπος που αντιλαμβάνεται για να πουλήσει τη μουσική είναι να πουλάει το γυναικείο σώμα. Το σεξ πουλάει… Παρακολουθώντας τα μουσικά βίντεο είναι σχεδόν το ίδιο με το να παρακολουθείς μαλακό πορνό. Οι γυναίκες αντικειμενοποιούν τους εαυτούς τους». Πράγματι, οι τραγουδίστριες συναινούν, για δόξα και λεφτά.

Ως «το ακουστικό ισοδύναμο της σκληρής πορνογραφίας» χαρακτηρίστηκε το άλμπουμ της Τζάνετ Τζάκσον «Damita Jo», με το τραγούδι «Sexhibition». Η Τζάκσον είχε προκαλέσει σκάνδαλο όταν κατά τη διάρκεια της εμφάνισής της στον τελικό του αμερικανικού ποδοσφαίρου βγήκε στιγμιαία (και τυχαία;) το στήθος της σε κοινή θέα ενώπιον δεκάδων εκατομμυρίων τηλεθεατών, την ώρα που ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ τραγουδούσε «θα σε έχω γδύσει μέχρι να τελειώσει αυτό το τραγούδι».

Το σαδομαζοχιστικό «Justify my love» της Μαντόνα είναι σχεδόν ξεχασμένο, το μοντέλο της όμως κυριάρχησε.

Η Αλάνις Μορίσετ πηγαίνει μισόγυμνη για ψώνια, η Λέιντι Γκάγκα αναπαριστά αυνανισμό πάνω σε μοτοσικλέτα υπό τα όμματα επτά αντρών, η Αλέσα Ντίξον τραγουδάει φορώντας τα εσώρουχα για εξώρουχα και η Ερικα Μπαντού κάνει στριπτίζ περπατώντας στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Τζον Κένεντι.

Μπιγιονσέ, Σίντι Λόπερ, Κάτι Πέρι, Τζένιφερ Λόπεζ, Μπρίτνεϊ Σπίαρς, Girls aloud και άλλες τραγουδίστριες με τις προκλητικές εμφανίσεις τους. Ακόμα και η Μπιορκ εμφανίζεται μισοντυμένη στο «Pagan Poetry». Μόνο γυναίκες νέες, όμορφες και διαθέσιμες. Οι άλλες στην πυρά.

Αλλά και άντρες χρησιμοποιούν τα γυναικεία σώματα. Η Τζίντζερ Λιν Αλεν υποδύεται την πόρνη σε βίντεο των Metallica και η Τερέζα Μέι μία στριπτιζέζ σε τραγούδι των Prodigy. Το στριπτίζ είναι συνηθισμένο, από τον ράπερ 50 Cent ώς τους Massive Attack. Και δεν λείπουν ούτε οι σκηνές επίδειξης από τους καλλιτέχνες. Ο Ρόμπι Ουίλιαμς συμμετέχει σε αναπαράσταση ομαδικού σεξ, όπως και ο Jadakiss. Οι Hollywood Undead «παίζουν» με γυμνά κορίτσια, οι Placebo οργανώνουν όργιο και ο Μάνσον δείχνει τα γεννητικά του όργανα, ενώ οι Rammstein τα καλύπτουν με τα μουσικά τους όργανα και σε άλλο βίντεο επιδίδονται σε σκληρό σεξ.

Η απόσταση ώς την ενεργή συμμετοχή των αυθεντικών πορνοστάρ έχει ήδη καλυφθεί. Στις γνωστότερες, όπως η Ιντια και η Σκάι Λόπεζ, μη εξαιρουμένης της Πάρις Χίλτον, προστέθηκε «μία ροκ εν ρολ τύπισσα, η Σάσα Γκρέι, πριγκίπισσα του πορνό», γράφει ο Ντάνιελ Κρεπς στο περιοδικό «Ρόλινγκ Στόουν». Μόλις 22 ετών, από αμερικανίδα μητέρα και έλληνα πατέρα, η Μαρίνα Αννα Χατζή δήλωσε στη δημοσιογράφο Βανέσα Γρηγοριάδη ότι θεωρεί το πορνό απελευθερωτικό για τη γυναίκα, είναι αντιρατσίστρια και θαυμάζει τον Τσε και τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ!

Σεξουαλικές εικόνες και βία

Αυτό το φαινόμενο, που από περιστασιακό έγινε κανόνας, απέκτησε μιμητές σε όλο τον κόσμο, από τη Τζούλια ώς τη Βουλγάρα Γκεργκάνα. Μάλιστα, οι μέινστριμ καλλιτέχνες που παίζουν το χαρτί του σεξ απολαμβάνουν προνόμια. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις ενδυματολογικές προτιμήσεις της Βανδή, της Κοκκίνου και παλιότερα της πρωτοπόρας Αντζελας Δημητρίου. Η κρατική ΕΡΤ και η εταιρεία αναψυκτικών που τον χρυσοπλήρωσε για τα διαφημιστικά αποθέωσαν τον Σάκη Ρουβά που προκαλεί τα πιτσιρίκια με εμφανίσεις αλά Μάικλ Τζάκσον που χορεύοντας δεν παρέλειπε να επιδεικνύει και τα γεννητικά του όργανα.

Με 226.000 πράξεις βίας σε βάρος γυναικών ετησίως (2009) και 11.648 βιασμούς (2008), το υπουργείο Εσωτερικών της Βρετανίας ανέθεσε μία έρευνα στην ψυχολόγο δρα Λίντα Παπαδοπούλου, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση των σεξουαλικών εικόνων συνδέεται με τη βία εναντίον των γυναικών και την εμφανίζει ως κανονική συμπεριφορά.

Οι εικόνες αυτές έχουν επιπτώσεις στους νέους, που μιμούνται τα πρότυπα. «Εάν παρατηρήσεις μια Παρασκευή βράδυ τις γυναίκες που παρελαύνουν στο κέντρο των πόλεων της Βρετανίας, θα δεις πόσο παίρνουν τοις μετρητοίς τα ντυσίματα και τα μακιγιαρίσματα των τραβεστί και των πορνών που βλέπουν στις οθόνες τους», επισημαίνει η Λιζ Τζόουνς. «Ακόμα και στο σχολείο προσπαθούν να μιμούνται τις εμφανίσεις της Μπιγιονσέ», προς μεγάλη ικανοποίηση των εταιρειών ένδυσης και καλλωπισμού που, διαφημίζοντας τα προϊόντα τους με «δάνεια» από την πορνογραφία, διευρύνουν ηλικιακά την πελατεία τους, πουλώντας σουτιέν, δαντελωτά εσώρουχα, κρέμες και κολόνιες σε όλο και μικρότερα παιδιά.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 25 Ιουλίου 2010
Advertisements

1969: η χρονιά που θ’ άλλαζε τον κόσμο

1969: η χρονιά που θ’ άλλαζε τον κόσμο

Η Αμερική ξυπνούσε από το λήθαργο της συντήρησης και του απατηλού ονείρου, ενώ στην Ελλάδα εν μέσω χούντας άρχισε να πνέει ένας άνεμος καλλιτεχνικής πρωτοπορίας

Τη χρονιά που πάτησε ο άνθρωπος στο φεγγάρι, ο πλανήτης Γη βρισκόταν σε αναταραχή. Η Αμερική παλλόταν από μαζικές διαμαρτυρίες ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κατέφθαναν στο Γούντστοκ για μια γιορτή «αγάπης, ειρήνης και μουσικής», το αντιπολεμικό κίνημα απλωνόταν από το Τόκιο ώς το Βερολίνο, οι εθνικο-απελευθερωτικοί αγώνες ανθούσαν σε Ασία και Αφρική, ενώ στην Ελλάδα, την τυλιγμένη στον «γύψο», οι εξορίες και οι φυλακίσεις βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, αλλά στα νυχτερινά κέντρα το κέφι έφτανε στο ζενίθ…. Τι αξίζει να θυμηθούμε από εκείνη την εποχή; Τι μας κληροδότησε μέχρι σήμερα; Ο απολογισμός, στο αφιέρωμα που ακολουθεί.

Το 1969, το κέντρο του κόσμου ήταν η Αμερική. Στην Ελλάδα, με τη χούντα στο φόρτε της, με την ανίσχυρη ακόμα αντίσταση να περιμένει βοήθεια από το εξωτερικό, ο πολιτισμός είχε καθήσει.

Αλλοι στη φυλακή, άλλοι στις εξορίες, άλλοι στο εξωτερικό και οι περισσότεροι στα σπίτια τους, φοβισμένοι και παρακολουθούμενοι. Στους φοιτητικούς χώρους η αντίσταση βρισκόταν σε επίπεδο αναγνωριστικών συζητήσεων στην καφετερία της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης, στην οδό Μασσαλίας.

Υπήρχε μια ποπ σκηνή που προσπαθούσε να βγει από την ελαφρότητα της δεκαετίας που μονοπωλήθηκε από τις εφηβικές μιμήσεις των ελληνικών συγκροτημάτων και τη χειραγώγηση των «γιεγιέδων» από τον Νίκο Μαστοράκη και (συμπληρωματικά) τους αδελφούς Καρατζαφέρη, Γιώργο και Σπύρο, που αποστείρωναν τη νέα μουσική από όλα της τα νοήματα περιορίζοντάς την σε μπιτς πάρτι και χαζοχαρούμενες πόζες.

Τα μακριά μαλλιά ήταν απαγορευμένα από το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες των συνταγματαρχών και, μαζί με τις μίνι φούστες, ηθικά κατακριτέα από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που έριχνε βιτριόλι στις κοπέλες που αρνούνταν τις προτάσεις των «γαμπρών» και έλυνε με παραθείο τις οικογενειακές διαφορές, με ένα νομικό πλαίσιο που θεωρούσε το σεξ κακούργημα, απειλώντας τους νέους με φυλακή ή γάμο!

Εποχή που οι γονείς στέλνανε τα κορίτσια τους νύφες στην Αυστραλία με άγνωστους «παραλήπτες». Και η Αρχιεπισκοπή τιμωρούσε τον εφημέριο του Αγίου Χαράλαμπου Ιλισίων «γιατί ετέλεσε χίπικον γάμο με μίνι και λουλουδένιες κάλτσες»!

Ηταν όμως η χρονιά που τα πράγματα άλλαζαν. Αποδεσμευόμασταν από τους «ποπ πατέρες», αφήναμε τα μαλλιά μας να μακρύνουν, κονταίναμε τις φούστες και στρεφόμασταν στον Σαββόπουλο, τα Μπουρμπούλια και τους MGC, και κάναμε παρέα με τους χίπι που έφερναν στα Αναφιώτικα της Πλάκας βιβλία του Θορό, ινδικά μυρωδικά, περίεργα τσιγάρα και σλίπιν μπαγκ που δεν είχαμε ξαναδεί, στον δρόμο για τα Μάταλα ή το Κατμαντού.

Στο ελληνικό τραγούδι, παρ’ όλο που η λογοκρισία είχε στενέψει πολύ τον κορσέ, έβγαιναν σπουδαία τραγούδια χάρη στον Ζαμπέτα, τον Ακη Πάνου, τον Σπανό, τον Μαρκόπουλο, τον Λοΐζο κ.ά.

Ο Θεοδωράκης εξόριστος στη Ζάτουνα συνέθετε τις Αρκαδίες απομονωμένος στο εσωτερικό αλλά όχι στο εξωτερικό, όπου το «Ζ» του Κώστα Γαβρά σάρωνε τους διεθνείς επαίνους και τα βραβεία στις Κάνες και στα Οσκαρ!

Μουσική – περιβόλι

Σε μια εποχή που η χούντα προσπαθούσε να κατευνάσει το Συμβούλιο της Ευρώπης, το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού με τις μουσικές του Μίκη έφερνε στο παγκόσμιο προσκήνιο τα ανδραγαθήματα του φασιστικού παρακράτους.

Ο Χατζιδάκις, στην Αμερική, συνεργαζόταν με τους New York Rock & Roll Ensemble για να παρουσιάσει το αγγλόφωνο έργο του «Reflections».

Οι ειδήσεις που είχαν σχέση με τον πολιτισμό και την πολιτική ήταν απελπιστικά φτωχές. Οι ερασιτεχνικοί σταθμοί έπαιζαν καλά τραγούδια, αλλά χωρίς επικίνδυνες αναφορές. Οι εκπομπές που έκανα στον «Φοίνικα», στα Πατήσια, κόπηκαν απότομα όταν άρχισα να σχολιάζω τα τραγούδια του Σαββόπουλου και του Ντίλαν.

Ηταν η χρονιά που, μέσα στην ακινησία, κυκλοφορούσε το «Περιβόλι του Τρελλού», με τραγούδια γεμάτα υπονοούμενα και ένα ωραίο χίπικο εξώφυλλο που δεν ταίριαζε πολύ στη φυσιογνωμία του καλλιτέχνη. Ο Σαββόπουλος στο μικρό υπόγειο «Ροντέο» της πλατείας Βικτωρίας, ήταν το ελληνικό αντεργκράουντ που αναζητούσε χώρο ανάμεσα στην καχύποπτη για δυτικότροπα ανοίγματα στον πολιτισμό αριστερά και την τσαρουχομπαρόκ χουντική δεξιά. Ούτε για το Γούντστοκ έγραψαν κάτι οι εφημερίδες.

Όσοι μαθαίναμε αγγλικά ρουφούσαμε τα ξένα περιοδικά που κυκλοφορούσαν σε δύο-τρία κεντρικά περίπτερα και αναζητούσαμε στα βραχέα τους ντιτζέι του Ράδιο Καρολίνα, που εξέπεμπαν πειρατικά από ένα πλοίο αγκυροβολημένο έξω από τα βρετανικά χωρικά ύδατα.

Η ολιγοήμερη απόδραση του Παναγούλη και η σύλληψή του προβλήθηκαν επιδεικτικά από τη χούντα, όπως και οι συλλήψεις των πρώτων αντιστασιακών, ενώ η με πολιτικά κίνητρα αεροπειρατία του γιατρού Τσιρώνη, που διέφυγε στην Αλβανία με αεροπλάνο της Ολυμπιακής, υποβαθμίστηκε. Φαινομενικά ήταν μια σχετικά ήσυχη χρονιά, γιατί ακόμα δεν γινόταν αντιληπτή η υπόγεια ζύμωση απ’ την οποία θα ξεπηδούσε το μαχητικό αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα στην αυγή της δεκαετίας του ’70 και η επακόλουθη πολιτιστική άνοιξη.

Αναμφίβολα, αν το 1968 είναι η κορυφαία χρονιά της ευρωπαϊκής εξέγερσης, το 1969 είναι της αμερικάνικης. Με δύο βασικές τάσεις, αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοαναιρούμενες, με επίκεντρο τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στο Γούντστοκ συναντιούνται όλοι, 400 χιλιάδες ειρηνιστές χίπι και μέλη της νέας αριστεράς. Οι χορτοφάγοι και ψυχεδελικοί από τα κοινόβια του Χέιτ-Ασμπουρι με τα βιβλία του Έσε και του Γουίτμαν στα σακίδια, με τους ακτιβιστές των πανεπιστημίων με μπροσούρες αυτοδιαχείρισης, σε μια υπερμεγέθη γιορτή αγάπης, φιλίας και καλής μουσικής.

Παρόμοιες σκηνές επαναλαμβάνονται από την Ατλάντα και το Τέξας ως το Αϊλ οφ Γουάιτ στη Βρετανία. Ο κόσμος είναι τόσο πολύς και ετερόκλητος, που οι πιο πολιτικοποιημένοι δεν μπορούν να ελέγξουν τις καταστάσεις. Στη συναυλία των Στόουνς στο Αλταμοντ, οι συμμορίες των Αγγέλων της Κολάσεως χτυπούν με μαχαίρια τους θεατές βάζοντας συμβολικά τέλος στην αθωότητα.

Ο Μπόουι ήρθε από το διάστημα

Σε όλα τα πρωτοκλασάτα πανεπιστήμια γίνονται εκδηλώσεις στη μνήμη του Χο Τσι Μινχ που πεθαίνει στο Ανόι και αναπτύσσονται ζωηρά φόρουμ κάτω από τις μεγεθυμένες φωτογραφίες του Τσε και του Μάο. Στο Μπέρκλεϊ κλείνουν βίαια το κέντρο στρατολογίας, στο Χάρβαρντ προσπαθούν να ιδρύσουν αντιπανεπιστήμιο, το Κορνέλ καταλαμβάνεται από ένοπλους Μαύρους Πάνθηρες και φοιτητές του Πρίνστον πιάνουν δουλειά στα εργοστάσια με την εργατική τάξη! Πραγματική κοσμογονία και στον εναλλακτικό τύπο. Περισσότερες από 150 εφημερίδες με κυκλοφορία δύο εκατομμυρίων αντιτύπων ανατρέπουν τον καθιερωμένο χαρακτήρα της δημοσιογραφίας με τολμηρή γλώσσα, ψυχεδελικά κολάζ και «χειροποίητες» γραμματοσειρές. Οι αντιπολεμικές δραστηριότητες, οι εξεγέρσεις στα πανεπιστήμια, τα δικαιώματα των γυναικών, μειονοτήτων, ιθαγενών και ομοφυλοφίλων, η πάλη των τάξεων, η νέα λογοτεχνία, η σεξουαλική απελευθέρωση, η κουλτούρα των ναρκωτικών, η αστυνομική βία, τα μουσικά φεστιβάλ, οι δίσκοι και πολλά άλλα θέματα που περνούσαν διαστρεβλωμένα από τα ΜΜΕ, γεμίζουν τις σελίδες του Berkeley Barb, του San Francisco Oracle, του Ramparts και δεκάδων άλλων εντύπων που ανταλλάσσουν ελεύθερα την ύλη τους ως μέλη του Συνδικάτου Αντεργκράουντ Τύπου. Στα φυλλάδια που μοιράζονται στα πανεπιστήμια κυριαρχούν οι αναφορές στην κουβανέζικη επανάσταση και την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Οι αρνητές στράτευσης που καταφεύγουν στον Καναδά θα φτάσουν τελικά τις 50 χιλιάδες! Παράλληλα, ο Ψυχρός Πόλεμος συνεχίζεται με ένταση. Συμπτωματικά, ο Ντέιβιντ Μπάουι ξεκινάει την καριέρα του με ένα τραγούδι (Space Oddity) που γίνεται τεράστια επιτυχία, αφηγούμενο την ιστορία ενός αστροναύτη που θαυμάζει τη Γη από ψηλά! Τα βήματα του Νιλ Αρμστρονγκ στη Σελήνη προκαλούν παγκόσμια αίσθηση, φέρνοντας σε ακόμα δυσκολότερη θέση τους Σοβιετικούς, οι οποίοι έχουν προβλήματα στα σινοσοβιετικά σύνορα και στην Τσεχοσλοβακία, που είναι ανάστατη από την εισβολή των τανκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την αυτοπυρπόληση του φοιτητή Γιάν Πάλακ στην Πράγα. Αλλά η Αμερική αιμορραγεί. Οι τηλεοπτικές εικόνες με τα φέρετρα των νεκρών στρατιωτών, που ξεπερνούν τους 35 χιλιάδες ώς το τέλος του 1969, βγάζουν στα συλλαλητήρια του Peace Moratorium (15 Οκτωβρίου) δύο εκατομμύρια πολίτες κόντρα στην πολιτική ηγεσία και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα. Ο πρόεδρος Νίξον, ενώ μυστικά εγκρίνει την επέκταση των αεροπορικών βομβαρδισμών στην Καμπότζη, αναγκάζεται να εξαγγείλει τη σταδιακή απόσυρση των στρατευμάτων από το Βιετνάμ, τα οποία έχοντας χάσει το ηθικό τους χάνουν και την υποστήριξη μεγάλης μερίδας συντηρητικών Αμερικανών μετά την αποκάλυψη της σφαγής 109 γυναικόπαιδων στο χωριό Μάι Λάι.

Κατά του απαρτχάιντ

Το αντιπολεμικό κίνημα έχει απλωθεί από το Τόκιο ως το Βερολίνο, επηρεάζοντας την πολιτική και την κουλτούρα σε πολλά επίπεδα, γιατί μαζί του μορφοποιούνται τα κινήματα για το δικαίωμα των γυναικών στην επιλογή, τη σεξουαλική ελευθερία, τη φυσική ζωή και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Οι διαμαρτυρίες ενάντια στο απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής και της (βρετανικής) Ροδεσίας εξαναγκάζουν τις μητροπόλεις να προχωρήσουν σε αποκλεισμούς των ρατσιστικών καθεστώτων διευκολύνοντας τους αγώνες για την ανατροπή τους. Και η εκλογή της αγωνίστριας των πολιτικών δικαιωμάτων Μπερναντέτ Ντέβλιν στο βρετανικό Κοινοβούλιο και η φυλάκισή της οξύνουν την αντίσταση στην αγγλική κατοχή με συλλαλητήρια και συγκρούσεις, την ώρα που οι απανταχού Ιρλανδοί γιορτάζουν την απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας στον Σάμιουελ Μπέκετ! Αυτή η μεγάλη αναταραχή δημιουργεί ένα παγκόσμιο πολιτιστικό κίνημα και ένα διεθνές περιβάλλον ευνοϊκό για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ασία και την Αφρική. Το 1969, ο Καντάφι ανατρέπει τον βασιλιά Ιντρις στη Λιβύη και ο Αραφάτ εκλέγεται πρόεδρος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, ενώ, ταυτόχρονα με την παραίτηση του συνδιαμορφωτή της μεταπολεμικής Ευρώπης Ντε Γκολ στη Γαλλία, γίνεται πρωθυπουργός στη Σουηδία ο Ολαφ Πάλμε που θα παίξει σημαντικό ρόλο στο κίνημα ειρήνης μέχρι τη δολοφονία του.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Όταν το τραγούδι έγινε ρόμπα

Όταν το τραγούδι έγινε ρόμπα

Το 1983, μόλις ο Μανώλης Αγγελόπουλος υπέγραψε το σχετικό συμβόλαιο πίνοντας καφέ στο GB της «Μεγάλης Βρεταννίας» και πήρε τα χρήματα που είχαμε συμφωνήσει, σηκώνεται όρθιος και μου λέει χαμογελώντας: «αδερφέ, πάμε τώρα παρέα να τα ακουμπήσουμε»! Λίγα λεπτά αργότερα, στην Καραγεώργη Σερβίας, διαλέγαμε ύφασμα από τα τόπια με τα αγγλικά κασμίρια, για το μαύρο κοστούμι με τη λεπτή ρίγα που θα έραβε στο ράφτη ξοδεύοντας ολόκληρη την αμοιβή του για τις δύο συναυλίες στο θέατρο Λυκαβηττού!

 
Ηταν η εποχή που οι καλλιτέχνες του ελληνικού τραγουδιού εμφανίζονταν πάνω στο πάλκο ντυμένοι σαν γαμπροί! Και με ανάλογη εμφάνιση πήγαιναν στα ραντεβού τους, επαγγελματικά και φιλικά. Ο Στράτος Διονυσίου, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Τόλης Βοσκόπουλος, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, όλες οι μεγάλες φίρμες του λαϊκού τραγουδιού, ακόμα και στα θερινά μαγαζιά, κατακαλόκαιρο, στη Νεράιδα ή τη Φαντασία, εμφανίζονταν κοστουμαρισμένοι, με γραβάτα και λουστρίνι παπούτσι. Συνεχιστές μιας νοοτροπίας το ίδιο ισχυρής τόσο στα κυριλέ κέντρα διασκέδασης όπου εμφανίζονταν ο Γιάννης Βογιατζής, ο Σώτος Παναγόπουλος και ο Τώνης Μαρούδας, όσο και στις ταβέρνες και τα μπουζουξίδικα όπου εμφανίζονταν οι τροβαδούροι της Πλάκας και οι φίρμες του λαϊκού τραγουδιού. Μπορεί ο Σταμάτης Κόκοτας να έχει σήμα κατατεθέν τις πελώριες φαβορίτες του, αλλά τις πλαισιώνει με δαντελωτά πουκάμισα και ακριβά κοστούμια.
Ο χώρος εργασίας ήταν ιερός και απαιτούσε σοβαρή εμφάνιση. Ο Μανώλης Χιώτης, που ξεχώριζε για την κομψότητά του, περνούσε ατελείωτες ώρες στο στούντιο ντυμένος πάντα στην τρίχα, με το μονόπετρο δαχτυλίδι, την ασημένια αλυσίδα και το ρολόι τσέπης στο ατσαλάκωτο παντελόνι του.

Και ο Δημήτρης Μητροπάνος, στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, τραγουδούσε μεν χωρίς γραβάτα στο Στορκ, αλλά στο στήθος του από την άκρη μιας χρυσής αλυσιδίτσας κρεμόταν ένα μικρό σφυροδρέπανο!

Για προφανείς λόγους, στο ρεμπέτικο τραγούδι, δεν κυριαρχούν τα ακριβά κοστούμια αφού τα μεροκάματα -όταν υπάρχουν- είναι μικρά και ο τρόπος ζωής των ρεμπετών διαφορετικός. Εκτός πάλκου, το πιο χαρακτηριστικό ντύσιμο, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος τύπος, περιλαμβάνει την τραγιάσκα, το καβουράκι ή τη ρεμπούπλικα, το κασκόλ και το παλτό, σε γκρίζα χρώματα. Ο Κωνσταντίνος Νούρος, ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Στελλάκης Περπινιάδης, στη δουλειά, φοράνε σακάκι με μαντίλι στο τσεπάκι ή πουκάμισο με γιλέκο ανάλογα με το χώρο και την εποχή. Και σε πιο επίσημες στιγμές, σε φωτογραφήσεις, άσπρο πουκάμισο με ή χωρίς κουμπάκια στο γιακά. Μερικοί προτιμούσαν και τις τιράντες.

Ο σεβασμός στον πελάτη

είναι το πρωταρχικό κίνητρο για την εξωτερική εμφάνιση.

Σε στιγμές πιο οικείες, ο Μάρκος Βαμβακάρης ποζάρει άνετος στον σκηνοθέτη Γιώργο Χριστοφιλάκη που τον φωτογραφίζει στο προαύλιο του σπιτιού του, φορώντας τη μάλλινη μπεζ φανέλα που κρατάει ζεστό το σώμα μέσα από το πουκάμισο, με το φυλαχτό πιασμένο στη θέση της καρδιάς.Οι γυναίκες τραγουδούν καθιστές και ντύνονται λιτά, για να μην προκαλούν, αφού το επάγγελμα της τραγουδίστριας, όπως και της ηθοποιού, είναι παρεξηγήσιμο, για να μην πω κακόφημο. Εξάλλου, ο πελάτης δεν πάει για να κάνει μάτι, αλλά για να ακούσει τραγούδια, να πιει, να χορέψει και να φλερτάρει με την ντάμα του.Η Σωτηρία Μπέλλου κάθεται στο πάλκο και τραγουδάει με μάλλινη φούστα, κλειστή μπλούζα και χαμηλοτάκουνα παπούτσια με χοντρή σόλα. Το ίδιο και η Αννα Χρυσάφη. Οπως και η Μαρινέλλα δίπλα στον Καζαντζίδη, εμφανίζεται με άσπρη φούστα που σκεπάζει το γόνατο και εμπριμέ πουκαμισάκι. Μόνο οι πιο δεύτερες τραγουδίστριες, τα σεγόντα και οι «γλάστρες» μπορούν να ντύνονται πιο προκλητικά, αφήνοντας να φανεί περισσότερο το πόδι μέσα από τα πλαϊνά σχισίματα του φορέματος.* Εως ότου γίνει η ανατροπή και κατέβει η πρώτη τραγουδίστρια στην πίστα, οπότε, συγκεντρώνοντας πάνω της την προσοχή των πελατών, προσαρμόζει την ενδυμασία της στο νέο ρόλο: Η Πόλυ Πάνου φοράει ακριβές τουαλέτες και η Καίτη Γκρέυ στενά φορέματα που τονίζουν τη μέση, το στήθος και την περιφέρεια. Δίπλα τους, ο Τσιτσάνης φοράει σκούρο κοστούμι με χοντρές ρίγες και άσπρο πουκάμισο χωρίς γραβάτα, ανοιχτό στο λαιμό.
 

Μπουάτ και «κοσμικά» μαγαζιά

Μετά, στη δεκαετία του ’60, έρχεται στο τραγούδι η αριστερά και το Νέο Κύμα. Στις επίσημες συναυλίες, στο «Κεντρικόν» και αλλού, ο Μίκης Θεοδωράκης φοράει κοστούμι και γραβάτα, όπως βέβαια και οι ερμηνευτές των τραγουδιών του, ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, ο Χιώτης, ο Κώστας Παπαδόπουλος και ο Λάκης Καρνέζης. Ο Ζαμπέτας, για να σατιρίσει τη σοβαροφάνεια των συνθετών που διευθύνουν τους λαϊκούς τραγουδιστές με επίσημο ένδυμα, υποδύεται το μαέστρο στα «Δειλινά» με ημίψηλο καπέλο, άσπρα γάντια και ένα αγγούρι για μπαγκέτα!Οι κυρίες, στις συναυλίες, η Μαρία Φαραντούρη, η Μαίρη Λίντα και η Πόλυ Πάνου, διαλέγουν ίσια φορέματα, μονόχρωμα, πολύ κλειστά σε σύγκριση με το ωραίο ντεκολτέ της Ντόρας Γιαννακοπούλου που ξεχωρίζει μέσα στο λευκό φόρεμά της. Στις μπουάτ της Πλάκας, με τον Γιώργο Ζωγράφο, τον Κώστα Χατζή και τον Γιάννη Αργύρη, κυριαρχεί το «λουκ» των γάλλων τροβαδούρων, με προτίμηση στο μαύρο, πουκάμισο, ζιβάγκο ή φούτερ, μέχρις ότου μπει πιο δυναμικά το τζιν και το αμπέχωνο μαζί με την επιρροή της μπαλάντας των ροκ τραγουδοποιών, της Τζόαν Μπαέζ και του Μπομπ Ντίλαν. Η Μαρίζα Κωχ φοράει ριχτά ινδοπρεπή φορέματα με τα μαλλιά της να φτάνουν ώς τη μέση, ενώ η Πόπη Αστεριάδη τα κόβει αλά γκαρσόν.
Στα κοσμικά μαγαζιά, στη διάρκεια της διχτατορίας, ορισμένοι από τους τραγουδιστές, που «μέσα» τους φλερτάρουν με τις μπουάτ, π.χ. ο Νταλάρας, διαφοροποιούνται διακριτικά από τους κλασικούς λαϊκούς τραγουδιστές, καταργώντας σιωπηρά τις γραβάτες, αντικαθιστώντας τα κασμίρια με βελούδινα και κοτλέ κοστούμια και αφήνοντας τα μαλλιά τους να μακρύνουν ελαφρώς.Αλλοι, εκλαϊκεύοντας τη μόδα, εμφανισιακά ξεφεύγουν περισσότερο. Ο Γιώργος Κοινούσης, εξαίρετος μουσικός που γίνεται τραγουδιστής, επιστρέφοντας από τις ΗΠΑ όπου έχει πάει για να τραγουδήσει στους ομογενείς τις μεγάλες επιτυχίες του «Δεν καταλαβαίνω τίποτα» και «Ολοι θα ζήσουμε», φανερά επηρεασμένος από την παρδαλή μόδα την εμπνευσμένη από τον χιπισμό, φέρνει μια μεγάλη βαλίτσα γεμάτη με πολύχρωμα πουκάμισα και μεγάλες καμπάνες! Ταυτόχρονα, αγοράζει μια κατακίτρινη Μερσεντές που εξοργίζει τον Πατσιφά, διευθυντή της ΛΥΡΑ, ο οποίος του απαγορεύει να την κυκλοφορεί για να μην προκαλεί το λαϊκό ακροατήριό του!

Αργότερα, ο Φλωρινιώτης, ως η ελληνική έκδοση του Ρίτσαρντ Γκιρ, παρουσιάζει στις Τζιτζιφιές τη δική του εκδοχή τού «Saturday night Fever»! Μια προσπάθεια που συγκινεί τον αυστηρό Μάνο Χατζιδάκι με την αθωότητά της και γίνεται αφορμή για την πολυσυζητημένη πρόσκληση του Φλωρινιώτη στο Γ’ Πρόγραμμα. Λαμέ κοστούμια, διαφανείς πουκαμίσες με πελώριους γιακάδες και χτυπητά χρώματα, ψηλά τακούνια και unisex show, σαν κορυφή της πυραμίδας των φτηνών ρούχων που πουλιούνται στις στοές της Ομόνοιας και στις μπουάτ των λαϊκών συνοικιών.

Με τις μόδες και τις καινοτομίες φλερτάρουν και οι καλλιτέχνες του λεγόμενου ποιοτικού τραγουδιού, οι οποίοι υιοθετούν πιο ήπια στοιχεία από τα δικά τους πρότυπα. Οι νέοι μουσικοί που παίζουν ρεμπέτικα αισθάνονται άνετα μέσα στα γιλέκα και οι τραγουδοποιοί, όπως ο Παπάζογλου, ο Τσακνής και οι Κατσιμίχες βολεύονται με ένα μαντιλάκι στο λαιμό ή στην κωλότσεπη, ένα σκουλαρίκι στ’ αφτί ή ένα κοντοκούρεμα, πιο κοντά στην αισθητική του Μπρους Σπρίνγκστιν, του Στινγκ και του Μπόνο που ντύνονται πιο απλά, πιο «οικολογικά», από τον Μικ Τζάγκερ και τον Τζιμ Μόρισον, που ακόμα επηρεάζουν με τις πιο εξεζητημένες εμφανίσεις τους τούς ροκάδες που επιμένουν αλά παλαιά.

Ακόμα κι αυτό που φάνταζε κάποτε πρωτοποριακό και αντικομφορμιστικό έγινε στερεότυπο και χάθηκαν οι συμβολισμοί. Η πρώτη φουρνιά της ποπ (Idols, Sounds, Charms κ.λπ.) με τα στενά κοστουμάκια και το σεμνό ντεμί-μακρύ μαλλί των πρώιμων Beatles, χάθηκε μαζί με την αφέλεια και την ποπ αρτ.

Το τραγούδι με σκουλαρίκια και μπικίνι

Μακρύ μαλλί, που στη δεκαετία ’65-’75 συνδεόταν με την εξέγερση, έχουν τώρα και οι μπράβοι που «προσέχουν» τα νυχτερινά μαγαζιά! Και η τυποποίηση βρίσκει την αποθέωσή της στους πιτσιρικάδες που παίζουν rap και heavy metal ντυμένοι σαν από καρμπόν, με σταμπωτά t-shirts, φτηνά δερμάτινα μπουφάν, μαύρα παντελόνια και χοντρά μποτάκια, με μαλλιά αχτένιστα μακριά ή κοντά με ΝΥ καπελάκι τζόκεϊ βαλμένο μπρος-πίσω.Πάντως, μέχρι τη σαρωτική εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης, σε γενικές γραμμές, οι ενδυματολογικές και άλλες εκφάνσεις των καλλιτεχνών δεν έχουν μεγάλη απόσταση από τις αντίστοιχες των ακροατών και των θεατών, της πελατείας τους. Στα ρεμπετάδικα, τις ταβέρνες, τις μπουάτ, τα κοσμικά κέντρα και τα μπουζουξίδικα, όταν ο καλλιτέχνης κάθεται στο τραπέζι με τους πελάτες, δεν ξεχωρίζει από τα ρούχα. Οι ενδυματολογικές ακρότητες αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα και συνδέονται περισσότερο με τα αποκριάτικα ξεφαντώματα (εξαιρουμένου του Τζίμη Πανούση που καυτηριάζει τους βολεμένους με χιούμορ και μεταμφιέσεις!).
Στη δεκαετία του ’90, η κατάσταση αλλάζει ραγδαία. Δεν είναι πια η κομψότητα το ζητούμενο, ούτε το κιμπαριλίκι, αλλά η προσαρμογή στη συνεχώς μεταβαλλόμενη μόδα. Και το τραγούδι πρέπει να προσαρμοστεί στην εξωτερική εμφάνιση και στο ανάλογο «σετ συμπεριφοράς».Η ιδιωτική τηλεόραση και τα περιοδικά life-style, ταυτισμένα με τη βιομηχανία της μόδας, χρησιμοποιούν το τραγούδι και τον ερμηνευτή σαν βαποράκι της προκατασκευασμένης εικόνας. Σχεδόν κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από το σφιχτό εναγκαλισμό τους. Οι δημοφιλείς τραγουδιστές αντιγράφουν τα ξένα «πρότυπα» με τον πιο κραυγαλέο και συχνά τον πιο αντιασθητικό τρόπο. Η Μαντόνα, ο Μάικλ Τζάκσον, η Τζένιφερ Λόπεζ και η Κάιλι Μινόγκ λανσάρουν με όχημα τα σουξέ διαμέσου του βιντεοκλίπ, τα κουνήματα, τα ρούχα, τα χτενίσματα και τις βαφές των μαλλιών και τα σχετικά αξεσουάρ. Ολα ένας αχταρμάς. Τεράστιοι σταυροί στους λαιμούς, κονκάρδες Τσε στα πέτα, σκουλαρίκια σαν καντήλια, υπερυψωμένα μπούστα, αληθινά και αυτοκόλλητα τατουάζ και ημίγυμνες αμφιέσεις ελκυστικές σε υποψήφιους γαμπρούς ποδοσφαιριστές, μπασκετμπολίστες, πολίστες, γιάπηδες και κάθε λογής νεόπλουτους.

Οι σκηνοθέτες, για να εντυπωσιάσουν, στα βιντεοκλίπ, μεταμφιέζουν τους τραγουδιστές σε καουμπόηδες (ο Κηλαηδόνης και ο Καρβέλας είναι ορίτζιναλ!), φακίρηδες, ιππότες, χαρτορίχτρες, βασίλισσες (πολλές υποψήφιες!), θεούς και άτλαντες (ο Νότης είναι ημίθεος!), ακόμα και σε γορίλες και κανίβαλους!

Για όσες τραγουδίστριες δεν πετάγονται στο Παρίσι, το Λονδίνο και τη Ρώμη για τη χειμερινή γκαρνταρόμπα τους, τα μοντελάκια που λανσάρονται από τους μεγάλους οίκους του εξωτερικού «εξελληνίζονται» από τους «μετρ» του Κολωνακίου και της Μυκόνου, που είναι μανούλες στις διασκευασμένες αντιγραφές του John Galliano, με τσουχτερές τιμές από τρεις έως δέκα χιλιάδες ευρώ το κομμάτι! Και όταν συμπίπτουν οι αντιγραφές, εκτυλίσσονται δράματα ανάμεσα στις τραγουδίστριες που διεκδικούν τη χαμένη αποκλειστικότητα.

* Σήμερα, κάθε ρούχο μετράει περισσότερο όσο μεγαλύτερο μέρος των κρυφών σημείων του γυναικείου σώματος αποκαλύπτει. Ξεφυλλίζοντας τις κουτσομπολίστικες φυλλάδες, αραδιασμένες μικρές και μεγάλες φίρμες ποζάρουν με τα στήθη προτεταμένα.

Η Δομινίκη, η Ζώζα, η Δώρα, η Παμέλα και πολλές νιόφερτες είναι κοντά στα ίχνη της Εφης Σαρρή, της Αντζυ Σαμίου, της Σαμπρίνας και της Ελλης Κοκκίνου, αλλά πολύ μακριά από την προικισμένη Αννα Βίσση και την καλόγουστη Ελευθερία Αρβανιτάκη.

Και ενώ, αναμφίβολα, τα φώτα πέφτουν πάνω στις γυναίκες και μεγαλώνει ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση του νεανικού κοινού που καταναλώνει τα reality θεάματα της τηλεόρασης και τα ηρεμιστικά της μαμάς, αρκετοί τραγουδιστές μεγαλώνουν χρυσές αλυσίδες αντί για μουστάκια και άλλοι καταφεύγουν σε φαντεζί κοστούμια, π.χ. ο Ρόκκος και ο Δάντης, ή σε πιο ακραίες επιλογές, όπως ο Σάκης Ρουβάς που ποζάρει στο εξώφυλλο του «Nitro» με ένα μπαστούνι δυναμίτη εν είδει γεννητικού μορίου προσπαθώντας με χοντροκομμένα σεξουαλικά υπονοούμενα να ανανεώνει το θαυμασμό των ανήλικων θαυμαστριών του!

Ομως, ακόμα και οι πιο straight τραγουδιστές, ο Πάριος, ο μικρός Διονυσίου, ο Τερζής κ.λπ., κάποιες στιγμές χάνονται μέσα στο τσούρμο των καλλίγραμμων χορευτριών του «μπαλέτου» που τους κυκλώνουν επί σκηνής με τα φτερά στα κεφάλια, τα αστεράκια στο στήθος και τα λεπτά στρινγκ.

Οι μεταμφιέσεις, που κάποτε ήταν αποδεκτές και επιθυμητές μόνο στις αποκριάτικες γιορτές, έγιναν για πολλούς τραγουδιστές καθημερινό ντύσιμο ή επικοινωνιακό τρικ ελέω ανταγωνισμού, μόδας και τηλεόρασης. Που δεν αφήνει κανέναν ανεπηρέαστο. Γιατί, πώς αλλιώς να εξηγήσεις γιατί ο Ρέμος, ένας τραγουδιστής που ετοιμάζεται να τραγουδήσει Θεοδωράκη στο Ηρώδειο το ερχόμενο καλοκαίρι, ντύνεται στα καλά καθούμενα -για τις εμπορικές ανάγκες ενός περιοδικού- ταυρομάχος ή Τσε! Και γιατί, ένας σολίστας του δημοτικού τραγουδιού, σαν τον Γιώργο Μάγκα, στολίζεται σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο για να παίξει κλαρίνο σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα. Και ακόμα, γιατί ένα κρατικό κανάλι ξεπέφτει στον άθλιο διαγωνισμό της Eurovision με φιλόδοξους φουκαράδες που προσπαθούν να κρύψουν την καλλιτεχνική γύμνια τους μέσα στα άκομψα δερμάτινα κοστούμια τους και τα μπασταρδεμένα αγγλοελληνικά τραγούδια τους.

Είναι πλέον φανερό ότι στη λογική της πολιτισμικής απορύθμισης που επιβάλλει ο τηλεοπτικός κα(ρ)νιβαλισμός, το να ξεφτιλίζεται κανείς χωρίς να ντρέπεται θεωρείται μαγκιά. Κι έτσι, δυστυχώς, το ελληνικό τραγούδι από καλοραμμένο κοστούμι γίνεται όλο και περισσότερο ρόμπα!

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  15/02/2004