Η ηθική της Αριστεράς δεν είναι ανταλλάξιμη!

Μανώλης Γλέζος Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού

Από παιδί είχα ένα μεγάλο σεβασμό για τους αριστερούς χωρίς να έχω μεγαλώσει σε αριστερή οικογένεια. Η μάνα μου κι ο πατέρας μου, για πολλά χρόνια, έδιναν αγώνα επιβίωσης στην Αθήνα, μόνοι τους, αβοήθητοι, με δυο μικρά παιδιά, από ένα υπόγειο στην πλατεία Καλλιγά, στα Πατήσια. Πρόσφυγες από την Πόλη δεν είχαν την πολυτέλεια να ασχοληθούν με την πολιτική όχι μόνο γιατί δεν γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα, αλλά και γιατί η πιεστική προτεραιότητά τους ήταν να βρουν τον τρόπο, σε ένα όχι ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον, να μας ταΐσουν, να μας ντύσουν και να μας μορφώσουν. Αγαπούσαν κάθε έναν και κάθε τι που προερχόταν από την Ελλάδα, είχαν πονέσει με την «τύχη» των Κυπρίων αγωνιστών που πολεμούσαν τους Άγγλους και έγραφαν καλλιγραφικά τα ελληνικά γράμματα.

Ποτέ δεν εκστόμισαν μία αντικομμουνιστική κουβέντα, ούτε υπέκυψαν στις πιέσεις των ασφαλιτών του αστυνομικού τμήματος της Κυψέλης που ζητούσαν από τους καταστηματάρχες πληροφορίες για τα φρονήματα των πελατών τους. Οι αριστεροί τότε, επί καραμανλικής οκταετίας, κουβαλούσαν το στίγμα του «κομμουνιστοσυμμορίτη» ή, κατ’ ελάχιστον, του «συνοδοιπόρου». Αλλά, οι άνθρωποι αριστερών πεποιθήσεων που εμείς γνωρίζαμε προσωπικά, δεν μας φαίνονταν ούτε αιμοβόροι ούτε αλλόκοτοι. Αντιθέτως, ήταν αξιοζήλευτοι. Φτωχοί, αλλά αξιοζήλευτοι. Η θεία Χριστίνα, αδερφή της μητέρας μας, Κοκκινιώτισσα, πρόσφυγας, κομμουνίστρια και χριστιανή, ήταν η προσωποποίηση της αγιοσύνης. Θυσιαστική και ανιδιοτελής. Οι αριστεροί γείτονές μας, οι Βρασιβανόπουλοι, ζούσαν σε ένα μικρό διαμέρισμα γεμάτο από θαυμαστά βιβλία, ανοιχτό σε όλους.

Οι ποιητές, οι συνθέτες, οι ηθοποιοί, οι άνθρωποι που με το έργο τους ομόρφαιναν τη ζωή μας και της έδιναν περιεχόμενο, ήταν, οι περισσότεροι, αριστεροί. Αργότερα, καταλάβαμε ότι δεν ήταν όλοι το ίδιο αγαθοί, αλλά αυτό δεν άλλαζε τη γνώμη μας για τους αριστερούς που προερχόταν από την άμεση δική μας εμπειρία. Η δημιουργικότητα, η αυτοθυσία και η εντιμότητα ήταν έννοιες ταυτόσημες με την Αριστερά. Κι αυτό, για ένα νέο που ψάχνεται, είναι καθοριστικό.

Έγινα αριστερός γιατί από τη μία βίωνα την αδικία και από την άλλη ξεχώριζα τους αριστερούς για τις αρετές τους και την αγάπη τους για τον πολιτισμό. Δεν ήταν εύκολο, ούτε αυτόματο. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια και πρόσθετες γνώσεις και εμπειρίες από τα διεθνή και τα εσωτερικά δεδομένα, αλλά η αρχική μου εντύπωση επιβεβαιωνόταν συνεχώς, με αποκορύφωμα τον αγώνα κατά της δικτατορίας που οι αριστεροί έβαζαν τις ιδέες και τα ιδανικά πάνω από τη ζωή τους.

Το ήθος δεν πνίγεται στη λάσπη

Τα σκέφτομαι και τα ξανασκέφτομαι αυτά, σε εποχή μεγάλης σύγχυσης, διαστροφής και παραπληροφόρησης. Σε εποχή που ούτε η Αριστερά είναι ατσαλάκωτη, ούτε η κοινωνία αθώα. Ο εκφυλισμός του ΚΚΣΕ και η διάλυση του σοσιαλιστικού μπλοκ, οι διασπάσεις του ΚΚΕ, ο δογματισμός και η ενσωμάτωση στο σύστημα, καθώς και άλλες παθογένειες, θόλωσαν την εικόνα. Αλλά η Αριστερά, στον πυρήνα της, δεν έπαψε ποτέ να έχει εξαίρετους ανθρώπους, δημιουργικούς, θυσιαστικούς και ανιδιοτελείς. Ούτε οι αρχές, οι θέσεις και οι θεωρίες της έπαψαν να έχουν τη διαχρονική τους αξία, όπως φαίνεται και από την τροπή των πραγμάτων παγκοσμίως.

Σήμερα, ο Μαρξ είναι πολύ επίκαιρος. Και οι μεγάλες φυσιογνωμίας της Αριστεράς παραμένουν στα βάθρα τους. Λένιν, Λούξεμπουργκ, Μάο, Γκράμσι, Χο Τσι Μινχ, Γκεβάρα, Κάστρο… Τσάπλιν, Μαγιακόβσκι, Αϊζενστάιν, Αϊνστάιν, Σαρτρ, Ζαν Λικ Γκοντάρ… Άρης, Μπελογιάννης, Ρίτσος, Θεοδωράκης, Γλέζος… Και εκατομμύρια άγνωστοι, συνεπείς, οραματιστές, μαχητές αριστεροί από το Νεπάλ ως τη Βενεζουέλα. Κι εδώ, δίπλα μας, στη γειτονιά, στο Σύνταγμα, στη Χαλυβουργία, στα Εξάρχεια. Αλλά και στη Θεσσαλονίκη, την Κατερίνη, την Πρέβεζα και το Ρέθυμνο, οι αριστεροί αγωνιστές είναι πανταχού παρόντες! Ακόμα και ηττημένοι, πληγωμένοι και απογοητευμένοι, με βεβαιότητες ή αμφιβολίες, με επαρκείς ή ανεπαρκείς ηγεσίες, είναι στην πρώτη γραμμή! Υπερασπίζονται τα δίκαια, τα ιερά και τα όσια. Στα εργοστάσια για τη δουλειά και το μεροκάματο, στα σχολεία για τη μόρφωση, στο δρόμο για την ελευθερία, στα χαρακώματα για την ανεξαρτησία.

Σε περιόδους όξυνσης, όπως η σημερινή, η επίθεση εναντίον της εργαζόμενης κοινωνίας πηγαίνει πακέτο με την έντονη και εξειδικευμένη επίθεση εναντίον της Αριστεράς. Όχι μόνο πολιτικής και αστυνομικής φύσης, αλλά και ηθικής και πνευματικής. Στοχεύει στο υπογάστριο της Αριστεράς. Με διάφορους τρόπους οι καθεστωτικοί προσπαθούν να μας παρασύρουν στο γήπεδό τους. Δεν είναι λίγοι οι αριστεροί που μέσα στα χρόνια εξόκειλαν, άλλοι με εξαγορά και άλλοι από απογοήτευση και ηττοπάθεια. Ούτε αυτοί που εμφανίζονται πρόθυμοι να διασώσουν το σύστημα στο όνομα ενός αδιευκρίνιστου και παραπλανητικού ευρωπαϊσμού. Ούτε, βέβαια, αυτοί που στο όνομα μιας «καθαρότητας» ή «επαναστατικότητας» σύρουν τους αγώνες σε αδιέξοδα, πολύ μακριά από τα αποστάγματα της διεθνούς και εντόπιας εμπειρίας δύο αιώνων. Όμως, η Αριστερά δεν έχει εξαντλήσει τα «αποθέματά» της, ανανεώνεται, έχει κοινωνικά ερείσματα και εξακολουθεί να έχει όραμα.

Η εξουσία αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα που διαθέτει, π.χ. ελέγχοντας τα ΜΜΕ, αλλά και τις αδυναμίες που είχε ή απέκτησε καθ’ οδόν η Αριστερά, σημαδεύει το κύρος της Αριστεράς που πηγάζει από την κοσμοθεωρία της, αλλά και από τους αγώνες για δημοκρατία, ισότητα, δικαιοσύνη και ανεξαρτησία. Και επειδή αυτά είναι πολύ δύσκολο να αμφισβητηθούν σαν ιστορικά δεδομένα, σαν επιστημονικές αλήθειες ή σαν πανανθρώπινες αξίες, τα βαποράκια της εξουσίας μεταχειρίζονται όλα τα μέσα, τα πιο χυδαία και βάρβαρα, για να στριμώξουν και να εκθέσουν την Αριστερά. Με ψεύτικες υποσχέσεις, διαστρεβλώσεις, συκοφαντίες, λάσπη και τρομοκρατία, προσπαθούν να προκαλέσουν διάτρηση στο πλέγμα των αξιών της Αριστεράς. Και σ’ αυτή την επίθεση η Αριστερά πρέπει να αντιτάξει τις αρχές και το ήθος της.

Δεν υποκύπτουμε σε εκβιασμούς

Βλέπουμε την ενορχηστρωμένη καμπάνια πολιτικών και δημοσιογράφων εναντίον των μεταναστών. Όχι εναντίον των κακοποιών, αλλά εναντίον όλων των ξεριζωμένων αδιακρίτως. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν επιζητούν καμία λύση του προβλήματος. Ακόμα κι αν κάνουν τριάντα στρατόπεδα και φυλακίσουν τριάντα χιλιάδες ανθρώπους, τι θα κάνουν με τους 120 χιλιάδες νέους μετανάστες που εισέρχονται κάθε χρόνο και τις εκατοντάδες χιλιάδες που ήδη διαμένουν στη χώρα;

Ο αληθινός στόχος της καμπάνιας είναι πολλαπλός. Επιδιώκουν να αποσπάσουν ψήφους παραπλανώντας, εκφοβίζοντας και διεγείροντας τα πιο πρωτόγονα ένστικτα επιβίωσης από ένα ευάλωτο κομμάτι της κοινωνίας, να εδραιώσουν την αστυνομοκρατία και να αναγκάσουν την Αριστερά να εκτεθεί. Να εκτεθεί εκφράζοντας την αλληλεγγύη της στους μετανάστες που υφίστανται την κακομεταχείριση της κυβέρνησης, της αστυνομίας και της ακροδεξιάς.

Ακόμα και ορισμένοι φίλοι μάς κάνουν κριτική επειδή υποστηρίζουμε τους μετανάστες και αντιτασσόμαστε στις συλλήψεις και τις φυλακίσεις, λέγοντας ότι δεν αντιλαμβανόμαστε τη σοβαρότητα των προβλημάτων που δημιουργεί η παρουσία των ξένων στους εντόπιους. Εμείς, απ’ αυτή την κριτική, πρέπει να κρατήσουμε μόνο το σημείο που αφορά τα προβλήματα που δημιουργούνται στις τοπικές κοινωνίες. Να δείξουμε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, κατανόηση και αλληλεγγύη. Να μην υποτιμάμε τη χειροτέρευση της ζωής των κατοίκων από την υπερσυσσώρευση ταλαιπωρημένων ανθρώπων σε ορισμένες περιοχές. Αλλά, αφού υπενθυμίσουμε ότι δεν κάναμε εμείς τον πόλεμο στο Αφγανιστάν ούτε φέραμε τους μετανάστες στην Ελλάδα, δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να κάνουμε πίσω στην υπεράσπιση της ζωής και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που ζητούν καταφύγιο ή είναι εγκλωβισμένοι παρά τη θέλησή τους στην Ελλάδα. Όχι μόνο επειδή έχουμε οι ίδιοι υπάρξει πρόσφυγες και μετανάστες, ούτε επειδή γνωρίζουμε και καταγγέλλουμε ότι οι πολιτικές των Ευρωπαίων και των Αμερικάνων είναι αυτές που δημιουργούν τα τεράστια μεταναστευτικά ρεύματα των φτωχών προς την Ευρώπη. Αλλά και επειδή η Αριστερά υπερτερεί έναντι των άλλων πολιτικών δυνάμεων λόγω των αρχών και των αξιών της. Αν κάνει εκπτώσεις σε ζητήματα ανθρωπισμού, ήθους και αλληλεγγύης, θα κερδίσει μερικές ψήφους, αλλά θα χάσει την ψυχή της. Κι αν χάσει την ψυχή της, τι είδους Αριστερά θα είναι; Και πώς θα συνεχίσει να προσελκύει στους κόλπους της τους πιο ευαίσθητους και έντιμους ανθρώπους που αποτελούν το αίμα και το μυαλό της;

Πρώτιστο, λοιπόν, καθήκον της Αριστεράς είναι να διαφυλάσσει τις αρχές και τις αξίες της. Με κόστος, όπως πάντα. Εξάλλου, τι νόημα έχει για την Αριστερά να κερδίζει ψήφους που ζητούν τέτοια ανταλλάγματα; Η Αριστερά δεν μπορεί από τη φύση της να επιζητεί οφέλη ανεξαρτήτως κόστους. Την ενδιαφέρει κάθε βήμα που κατακτά στην καθημερινή πάλη, την ενδιαφέρει η άμεση διεύρυνση της επιρροής της, αλλά σκέφτεται και προοπτικά. Ο καινούριος κόσμος δεν θα μοιάζει με τον παλιό. Μακροπρόθεσμα, η κοινωνία θα συνταχθεί μαζί μας, για υψηλότερους στόχους, για πραγματική απελευθέρωση, ισότητα και δημοκρατία, μόνο εάν η Αριστερά διατηρήσει με σθένος και θυσίες την ηθική της ανωτερότητα, το κύρος που μάγεψε κι εμένα όταν ήμουν έφηβος και κρατάει ακόμα.

Στέλιος Ελληνιάδης

Δημοσιεύτηκε στον Δρόμο της Αριστεράς,  φ.110,  7/4/2012.

Advertisements

Η ζωή του όλη

Η ζωή του όλη

Τα καλύτερα και δημοφιλέστερα τραγούδια του Ακη Πάνου προσφέρει από την ερχόμενη Κυριακή στους αναγνώστες της η «Κ.Ε.». Είναι η πρώτη φορά που μια εφημερίδα προσφέρει στους αναγνώστες της μια μεγάλη συλλογή τραγουδιών του Ακη Πάνου. Και είναι μια ευκαιρία να αντιληφθεί κανείς με τι υλικό κατάφερε ένας μικρόσωμος λαϊκός άνθρωπος με μπεζ ζιβάγκο μπλούζα, παντελόνι με τσάκιση, μαύρα παπούτσια λουστρίνια και διαπεραστικό βλέμμα να διαταράξει απρόσκλητος το καλλιτεχνικό στερέωμα και μέσα σε λίγα χρόνια να εδραιωθεί ανάμεσα στα μεγαθήρια της εποχής!

Ο Ακης Πάνου, έξω από τζάκια, κόμματα, κύκλους διανοουμένων, ΜΜΕ και κυκλώματα, φέρνει τα πάνω κάτω στη δισκογραφία με τα τραγούδια «Οταν σημάνει η ώρα», «Ρολόι-κομπολόι», «Θα κλείσω τα μάτια», «Η πιο μεγάλη ώρα», «Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός», «Γιατί, καλέ γειτόνισσα», «Είδα τα μάτια σου κλαμένα», «Εγώ καλά σου τα ‘λεγα», «Πυρετός», «Για κοίτα με στα μάτια», «Στο σταθμό του Μονάχου», «Δεν κλαίω για τώρα», που συμπεριλαμβάνονται μεταξύ πολλών άλλων στην κασετίνα με τα τρία CD που προσφέρει από την ερχόμενη Κυριακή (17, 24 και 31 Ιανουαρίου) η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Τραγούδια που χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, βάθος, τρυφερότητα, ανεξαρτησία, αισθαντικότητα και αντισυμβατικότητα, σε υπερθετικό βαθμό αλλά με ακριβή αίσθηση του μέτρου, με λυρισμό και θαυμάσια ελληνικά.

«Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια, μακριά από τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια. Θα πάρω τη στράτα κι εγώ τη μεγάλη, θα κλείσω τα μάτια και όπου με βγάλει».

Κόντρα στο ρεύμα

Ο Ακης εμφανίζεται στο προσκήνιο του λαϊκού τραγουδιού αρκετά μεγάλος και ώριμος. Στο σινάφι είναι γνωστός από πολύ νωρίτερα σαν μουσικός και οργανοποιός, από τους καλύτερους, με σπάνια ειδίκευση στη διακόσμηση των μπουζουκιών με φιγούρες που φτιάχνει κόβοντας μικροχειρουργικά και συνθέτοντας λεπτεπίλεπτα «φύλλα» στρειδιών, δημιουργώντας πραγματικά έργα τέχνης.

Ως τραγουδοποιός αυτοπαρουσιάζεται σε μια εποχή που το κλασικό λαϊκό τραγούδι δέχεται μεγάλες ανταγωνιστικές πιέσεις από το λαϊκότροπο έργο των «έντεχνων» συνθετών που αντλούν πολύτιμη πρώτη ύλη από την πλούσια δεξαμενή της ελληνικής και ξένης ποίησης (Ελύτη, Βάρναλη, Αναγνωστάκη, Νερούδα, Λόρκα, Χικμέτ κ.ά.), αλλά και από μια ευφάνταστη γενιά λογοτεχνών που γράφουν στίχους για τραγούδια (Παπαδόπουλος, Ελευθερίου, Μύρης, Χριστοδούλου, Ιατρόπουλος, Λάδης κ.ά.). Οι συνθέτες (Ξαρχάκος, Μαμαγκάκης, Λεοντής, Λοΐζος, Γλέζος, Μούτσης, Μαρκόπουλος, Κουγιουμτζής, Πλέσσας, Σπανός, Ανδριόπουλος κ.ά.) ξεψαχνίζουν όλες τις ποιητικές συλλογές που φτάνουν στα χέρια τους ή βρίσκονται στα ράφια των βιβλιοπωλείων σε αναζήτηση στίχων κατάλληλων για μελοποίηση. Ακόμα και οι πιο παραδοσιακοί, όπως ο Καλδάρας με τη «Μικρά Ασία» και τον «Βυζαντινό Εσπερινό», εντάσσονται στο ρεύμα. Σ’ αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι από τις μεγάλες μορφές των λαϊκών στιχουργών (Παπαγιαννοπούλου, Βασιλειάδης κ.λπ.) μόνο ο Βίρβος παραμένει ζωντανός και επίκαιρος. Ομως, ο Ακης Πάνου δεν ακολουθεί το ρεύμα. Με τιμόνι το ταλέντο και σημαία την αλήθεια του ανοίγεται μοναχικά στο πέλαγος με το αυτοσχέδιο σκάφος του.

«Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα, η ώρα που γεννιέται η ζωή. Η ώρα που ταιριάζει η αναπνοή σου μαζί με τη δική μου αναπνοή».

Δεν τον φοβίζει ο σκληρός ανταγωνισμός. Είναι γεμάτος αυτοπεποίθηση και παραγωγικός. Και κυρίως αυτάρκης. Μέχρι το 1973, ηχογραφεί περίπου εκατό τραγούδια του που κυκλοφορούν σε δισκάκια 45 στροφών. Ολα με δικούς του στίχους και μουσικές. Γιατί θέλει να τα πει με τον δικό του τρόπο. Θα ήθελε να τα τραγουδάει κιόλας, αλλά δεν του φτάνει η φωνή του, ούτε τον βοηθάει η κακή κατάσταση των δοντιών του. Εξαιρώντας τον Καζαντζίδη, η έγνοια του πάντα ήταν αν οι ερμηνευτές των τραγουδιών του θα μπορούσαν να πιάσουν σε ικανοποιητικό βαθμό το ύφος, την αγωνία και τον καημό του.

«Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω…»

Από την αρχή είναι φανερό ότι βρίσκεται σε έναν διαρκή διάλογο με τον εαυτό του και την κοινωνία. Εναν διάλογο που πίστευε ότι δεν βγάζει πουθενά, αλλά ήταν απαραίτητος γιατί έδινε διέξοδο στον εσωτερικό του πνευματικό και συναισθηματικό αναβρασμό.

Τραγούδια αυτοβιογραφικά

«Δεν κλαίω που φεύγεις, δεν κλαίω για τώρα… Κλαίω την ώρα του γυρισμού, κλαίω την ώρα του σπαραγμού, κλαίω για την ώρα που δεν θα ‘χω πια ψυχή να σου πω σ’ αγαπώ».

Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις στο λαϊκό τραγούδι όπου ο δημιουργός προσπαθεί να εκφράσει τόσο αυτοβιογραφικά το είναι του. Και όσοι συνθέτες το επιθυμούν είναι αναγκασμένοι -αφού οι περισσότεροι δεν γράφουν στίχους ή γράφουν λίγους- να καταφεύγουν στη συνδρομή των ποιητών οι οποίοι κατά κανόνα είναι αυτοαναφορικοί. Στις καλύτερες περιπτώσεις συνεργασίας, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η βούληση και η σκέψη του συνθέτη συμπίπτει ή είναι πολύ κοντά μ’ αυτήν του ποιητή έτσι ώστε ο ένας να συμπληρώνει τον άλλον. Ο Χατζιδάκις είναι πολύ κοντά με τον Γκάτσο και ο Θεοδωράκης με τον Ρίτσο, αλλά ακόμα και σ’ αυτές τις ιδανικές σχέσεις, ο συνθέτης με τον στιχουργό δεν ταυτίζονται πλήρως. Οι προσωπικότητες παραμένουν ξεχωριστές η μία από την άλλη, όποια πνευματική συγγένεια κι αν έχουν. Και, συχνά, το ποίημα που γίνεται τραγούδι δεν είναι ακριβώς το ίδιο, πριν και μετά. Η μελωδία, ο ρυθμός και η ενορχήστρωση διαφοροποιούν τις εικόνες, τις εντάσεις, τις υπογραμμίσεις, τα νοήματα και τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα. Στη διαδικασία της μελοποίησης το ποίημα συνήθως απομακρύνεται από τον ποιητή. Ο Ακης δεν βιώνει αυτό τον διχασμό. Η μουσική του δεν επιβάλλεται στα λόγια του, ούτε το αντίστροφο. Γράφονται μαζί. Γι’ αυτό με κάθε του τραγούδι εξομολογείται ανεμπόδιστα.

«Θέλω να τα πω, χωρίς να με ρωτήσεις. Θέλω να τα πω όπως υπάρχουν στο μυαλό… Θέλω να τα πω σαν να παραμιλώ».

Γράφοντας μουσική και στίχο, ο Ακης δεν παλεύει με τη σκέψη του άλλου. Δεν προσπαθεί να εκφραστεί μέσα από τον λόγο κάποιου άλλου φέρνοντάς τον στα μέτρα, την αισθητική και τις ανάγκες του. Είναι ο ίδιος ποιητής και μελοποιός. Τη δική του άποψη διατυπώνει, τη δική του έμπνευση επεξεργάζεται, με τη δική του σκέψη προσπαθεί να συμφιλιωθεί. Χρησιμοποιεί συνειδητά ως εργαλείο το τραγούδι, που η λειτουργικότητά του εξαρτάται από τη διεισδυτικότητά του στο ανώνυμο ακροατήριο, για να εκφραστεί ατομικά και να σχολιάσει -χωρίς να αφομοιωθεί- την κοινωνία που «αργοπεθαίνει μες στην ψευτιά, την αμαρτία και τα πάθη».

Ακόμα και οι δημιουργοί που γράφουν στίχους, όπως ο Τσιτσάνης, προσπαθούν να εκφράζουν σύνολα. Ο Ακης αντιθέτως προσπαθεί να είναι όσο πιο εσωτερικός γίνεται, ξέροντας βεβαίως ότι αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για τη διάδοση ενός καλού τραγουδιού. Και επιπλέον, οι λαϊκοί τραγουδοποιοί, ο Βαμβακάρης ή ο Μητσάκης που γράφουν μουσική και στίχο, επικεντρώνονται θεματικά κυρίως στο ερωτικό-συναισθηματικό τραγούδι.

«Εφτά νομά- δυστυχισμέ- σ’ ένα δωμά- φυλακισμέ-, δικαίως αγαναχτισμέ- και με τα πάντα αηδιασμέ-. Πώς τά’χεις έτσι μοιρασμέ- ντουνιά ψευτοπολιτισμέ-;»

Ο Ακης, καθισμένος σε μια αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα στην παμπάλαια μονοκατοικία της οδού Περδικάρη, στα Πατήσια, με ένα τσιγάρο μονίμως αναμμένο και ένα δικής του κατασκευής όργανο, κιθάρα ή μπουζούκι, παρά πόδα, στοχάζεται, ώρες ατελείωτες, και γράφει με στιλό ή γραφομηχανή τη συμπυκνωμένη σε μερικές στροφές σκέψη του για τον έρωτα, τα ένστικτα, τη φτώχεια, την ξενιτιά, την εγκατάλειψη, την απογοήτευση, την αδικία, τη σύγκρουση, τα λάθη, τον θάνατο και τη ζωή.

«Το φαρμάκι φτάνει κάποτε στο στόμα και δεν νιώθεις πια τον φόβο κανενός. Δεν πονάει το ταλαίπωρο το σώμα όταν είσαι πεθαμένος ζωντανός».

Υμνος στον έρωτα

Η εκπληκτική σαφήνεια με την οποία εκφράζεται δεν αφαιρεί ίχνος από τον λυρισμό και την ευαισθησία του. Ούτε υπάρχουν ανεπεξέργαστες διατυπώσεις στον στίχο του, ο οποίος άλλοτε σε αγγίζει σαν τρυφερό χάδι κι άλλοτε σε διαπερνάει σαν μαχαιριά.

«Και τι δεν κάνω, την πικραμένη σου ζωή για να ζεστάνω κι εσύ μου δίνεις και μια πίκρα παραπάνω, κάθε στιγμή».

Ο απόλυτα ρεαλιστικός του στίχος, δεμένος με υπέροχες μελωδίες, είναι ένας ύμνος -σε πολλές παραλλαγές- στον αμόλυντο έρωτα που δεν διαρκεί και στην ουτοπία που δεν πιάνεται.

«Ασ’ τον τρελό στην τρέλα του, άσ’ τονε στ’ όνειρό του. Τον κόσμο αυτό σιχάθηκε κι έφτιαξ’ ένα δικό του».

Από το 1973 ως το 1985, ο Ακης ηχογράφησε περίπου άλλα εκατό τραγούδια, εκ των οποίων τουλάχιστον τα μισά πάνω σε θέματα υπαρξιακά και κοινωνικά. Και στην τελευταία περίοδο της ζωής του, που έληξε πολύ τραγικά, συνεχίζει να γράφει, ακόμα και μέσα στη φυλακή, αλλά ηχογραφεί ελάχιστα.

«Η ζωή μου όλη», «Το θολωμένο μου μυαλό», «Ο τρελός», «Θέλω να τα πω», «Χαροκόπου 1942-1935», «Πες μου, παππού» και πολλά άλλα (48 συνολικά), με ερμηνευτές τους Μπιθικώτση, Διονυσίου, Καζαντζίδη, Λύδια, Μοσχολιού, Πάνου, Μενιδιάτη, Κόκοτα, Βοσκόπουλο, Μητσιά, Νταλάρα κ.ά., συμπεριλαμβάνονται στην κασετίνα με τα τρία CD της προσφοράς της «Κ.Ε.». Μια συλλογή εξαιρετικής διαχρονικής αξίας.

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010