Δημήτρης Μητροπάνος: Κάνε κάτι να χάάάάσω το τρένο…

Δημήτρης Μητροπάνος Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού

Πρωτάκουσα τον Μητροπάνο να τραγουδάει, στο Στορκ, ένα από τα πιο κυριλέ κοσμικά μαγαζιά της καλής εποχής της «παραλίας», στον Άγιο Κοσμά, με το μεταξωτό πουκάμισο ανοιχτό, όπως ταίριαζε στα λαϊκά παιδιά, τύπου Πουλόπουλου. Με τη διαφορά ότι ο Μητροπάνος είχε κρεμασμένο στο στήθος του από μια χρυσή αλυσίδα ένα μικρό σφυροδρέπανο αντί για το κλασικό σταυρουδάκι!

Το ξάφνιασμα ήταν ευχάριστο αν και δεν κόλαγε καθόλου με την πελατεία και τις σαμπάνιες. Αυτός έχει τη δική του, είπα μέσα μου. Εξάλλου, ο λόγος που μου άρεσε δεν είχε καμία σχέση με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Είχε να κάνει με την ερμηνεία του. Και το στιλ του. Απλό και λιτό στο πάλκο και την πίστα, της σχολής Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Διονυσίου.
Ήμουν τότε διευθυντής ρεπερτορίου στη δισκογραφική εταιρία CBS και βασικό μέρος της δουλειάς μου ήταν να παρακολουθώ από κοντά ό,τι συνέβαινε στο χώρο του τραγουδιού, προσπαθώντας να επισημάνω τα μουσικά ρεύματα που αναδύονταν και τις τάσεις του κοινού, να εντοπίσω ταλέντα και να κλείσω συνεργασίες.
Από τα ραδιόφωνα, τα μπουζουξίδικα, τα καφενεία, τις ταβέρνες και τα ταξί όλης της χώρας ξεχυνόταν η φωνή του Μητροπάνου με ένα λαϊκό τραγούδι, αλλιώτικο, μπαλαντοειδές, ερωτικό, σπαρακτικό, «καψούρικο» που, όμως, δεν είχε το φτηνό, το «χύμα» των καψουροτράγουδων που βρίσκονταν στον αντίποδα των «πολιτικών» τραγουδιών και των εμβατηρίων που είχαν κατακλύσει ορμητικά τα γήπεδα, τις μπουάτ και τα δισκοπωλεία στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Κάνε κάτι, λοιπόν, να χάάάάσω το τρένο…
Όταν το πρωτάκουσα, ένιωσα ότι είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα λαϊκά τραγούδια νέου τύπου, που ξεπηδάνε μέσα από τα μπουζουξίδικα στις Τζιτζιφιές. Πιο βαρύ από τα ελαφρολαϊκά της Μαρινέλλας που πήραν το πάνω χέρι στα χρόνια της δικτατορίας και πιο ελαφρύ από τα ζεϊμπέκικα που τραγουδούσε ο Διονυσίου λίγο πιο κάτω.
Το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν του Τάκη Μουσαφίρη, που ήταν ίσως ο πιο εμπορικός τραγουδοποιός της εποχής, αλλά και ο πιο αντιφατικός. Δούλευε μαέστρος στα μπουζουξίδικα και έγραφε τα πιο σοκαριστικά σουξέ της εποχής όπως το κραυγαλέο «Ατάκα κι επί τόπου» που τραγούδησε η Δούκισσα. Μέσα το, όμως, κρατούσε ζωντανό τον άλλο του εαυτό, τον τραγουδιστή που με την κιθάρα του έλεγε ερωτικές μπαλάντες στις μπουάτ. Στον Μητροπάνο, ο Μουσαφίρης βρήκε τον ιδανικό ερμηνευτή των συνθέσεών του, γιατί ο Τρικαλινός μπορούσε να τραγουδήσει τα πιο ντιρέκτ ερωτικά τραγούδια, τα τραγούδια με σλόγκαν που αποτελούσαν ειδικότητα του Γιαννιώτη δημιουργού, χωρίς τη χροιά του «καψούρικου». Με τα τραγούδια του Μουσαφίρη («Πες μου που πουλάν καρδιές», «Σε μια στοίβα καλαμιές», «Τι το θες το κουταλάκι να μου δίνεις το φαρμάκι…» κ.ά.) και τα συγγενή τραγούδια του Σπύρου Παπαβασιλείου («Καλοκαίρια και χειμώνες» κ.λπ.) ο Μητροπάνος απογειώνεται. Μέχρι τότε, ο Μητροπάνος έχει κάνει επιτυχίες, αλλά σκόρπιες μέσα σε μια δεκαετία. Σ’ αυτή τη διετία,’76-’77, ο Μητροπάνος σαρώνει με ριπές επιτυχιών και καθιερώνεται σαν μονάδα με προσωπικό ύφος και ρεπερτόριο.
Αυτή η περίοδος που είναι ίσως η σημαντικότερη στην καθιέρωσή του, έκτοτε υποτιμάται από τους δημοσιογράφους και βιογράφους του. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα διπλό άλμπουμ που εκδίδει το 1985 η Polygram με την οποία συνεργαζόταν μέχρι το 1987, στο μακροσκελές βιογραφικό του σημείωμα, με την υπογραφή Λ. Τ., αυτή η περίοδος των μεγάλων επιτυχιών του και της καθιέρωσής του μεταξύ των βαρέων βαρών του λαϊκού τραγουδιού αποσιωπάται εντελώς. Το ίδιο συμβαίνει σε μεταγενέστερες αναδρομές, ενώ υπερτονίζεται η συνεργασία του με «έντεχνους» δημιουργούς. Είναι μέρος ενός καινούργιου «ίματζ» που λατρεύει τον λαϊκό Μητροπάνο, αλλά για να το ομολογήσει χρειάζεται άλλοθι.
Το 1983, στο πλαίσιο των συναυλιών που οργανώναμε, με το «ντέφι», στο θέατρο Λυκαβηττού με Γαβαλά, Αλεξίου, Αγγελόπουλο, Γλυκερία, Βιτάλη, Παπάζογλου κ.ά., με στόχο να προβάλλουμε το λαϊκό τραγούδι που δεχόταν πυρά από τα δημοσιογραφικά συγκροτήματα και μια μερίδα των «εντέχνων» που αισθάνονταν παραγκωνισμένοι από τη δημοτικότητά του, παρουσιάσαμε και τα τραγούδια του Τάκη Μουσαφίρη με βασικούς ερμηνευτές τον Δημήτρη Μητροπάνο και την Πίτσα Παπαδοπούλου. Παρ’ όλο που ο Μητροπάνος είχε ήδη στο ενεργητικό του πολλές επιτυχίες, ξεκινώντας από τη «Θεσσαλονίκη» και τον «Ξενύχτη» του Ζαμπέτα, το «Δώσε μου φωτιά» των Μανισαλή-Ψυχογιού, το «Ο χάρος βγήκε παγανιά» του Μούτση, τα «Κύθηρα» του Κατσαρού κ.ά., ώς την πληθώρα των πετυχημένων τραγουδιών του Μουσαφίρη, το κατεστημένο των ΜΜΕ τον θεωρούσε περιθωριακό και τον σνόμπαρε μέχρι που τραγούδησε Θεοδωράκη και Τόκα. Με αυτά, όμως, τα λαϊκά τραγούδια της δεκαετίας του ’60 και του ’70, ο Μητροπάνος υπενθύμιζε σε όλους, μέχρι το τέλος, ότι ήταν και παρέμεινε ένας αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής.

ImageΤο παιδί από τα Τρίκαλα

Με την «αποχώρηση» του Δημήτρη Μητροπάνου επισπεύδεται το κλείσιμο μιας σημαντικής περιόδου του ελληνικού τραγουδιού. Η περίοδος της συνύπαρξης των δύο μεγάλων συγκοινωνούντων ρευμάτων, του λαϊκού τραγουδιού του Τσιτσάνη και του Ζαμπέτα και του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη. Περίοδος που δεν χαρακτηρίστηκε μόνο από τους μεγάλους συνθέτες και στιχουργούς, αλλά και από τους σπουδαίους ερμηνευτές που έδωσαν σάρκα και οστά στα τραγούδια και τα μετέφεραν στους «ώμους» τους από τις λαϊκές γειτονιές ώς τα πέρατα της οικουμένης.
Ο Δημήτρης Μητροπάνος διακρίθηκε για την ευχέρειά του όχι μόνο να χρωματίζει πλούσια τα τραγούδια που του ανέθεταν οι συνθέτες να ερμηνεύσει, αλλά και να διεισδύει βαθιά στον συναισθηματικό κόσμο των ακροατών του. Από τον Άκη Πάνου στον Τάκη Μουσαφίρη και τον Σπύρο Παπαβασιλείου και από τον Δήμο Μούτση στον Απόστολο Καλδάρα, τον Μάριο Τόκα και τον Χρήστο Λεοντή, ο Μητροπάνος άφηνε το ευδιάκριτο στίγμα του, χωρίς περιττούς «θορύβους», πάντα ουσιαστικός σε ένα δρόμο που διάλεξε, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, και ακολούθησε με συνέπεια επί δεκαετίες, παρ’ όλη την πολύχρονη ταλαιπωρία του από σοβαρά προβλήματα υγείας. Αναμφίβολα, έφυγε πολύ νωρίς, στα 64 του χρόνια, ένα από τα πιο αγαπητά και ταλαντούχα παιδιά του ελληνικού τραγουδιού.

Στέλιος Ελληνιάδης

Υ.Γ. Γιατί φεύγουν νωρίς;
Με προσδόκιμο ζωής τα 76,8 χρόνια για τους άντρες στην Ελλάδα, οι καλλιτέχνες μας του τραγουδιού πεθαίνουν με μέσους όρους Περού, Ινδίας και Υεμένης. Τουλάχιστον 25 από τους σημαντικότερους συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές εγκατέλειψαν –εκούσια ή ακούσια- τα εγκόσμια σε ηλικίες δημιουργικές, κάτω από τα 70 χρόνια. Ο Δημήτρης Λάγιος και ο Νικόλας Άσιμος στα 39, ο Παύλος Σιδηρόπουλος 42, ο Μάνος Λοΐζος 45, ο Μανώλης Αγγελόπουλος και ο Μανώλης Χιώτης 50, ο Μάριος Τόκας 54, ο Γιάννης Παπαϊωάννου 59, ο Νίκος Παπάζογλου 63, ο Δημήτρης Μητροπάνος 64, ο Στράτος Διονυσίου και ο Πάνος Γαβαλάς 66, ο Γιώργος Ζαμπέτας και ο Άκης Πάνου 67, ο Απόστολος Καλδάρας 68, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Μάνος Χατζιδάκις 69 και ο Στέλιος Καζαντζίδης 70. Μαζί τους και μερικοί από τους σημαντικότερους ποιητές-στιχουργούς, όπως ο Δημήτρης Χριστοδούλου 47, ο Άκος Δασκαλόπουλος 51 και ο Μανώλης Ρασούλης 66. Και βέβαια, σπουδαίες γυναίκες τραγουδίστριες, όπως η Φλέρυ Νταντωνάκη 61, η Βίκυ Μοσχολιού 62, η Ρίτα Σακελλαρίου 65 και η Δούκισσα 69, με προσδόκιμο ζωής για τις γυναίκες στην Ελλάδα (προ μνημονίου) τα 82,06 χρόνια. Ζωές συντομότερες από το αναμενόμενο, αλλά πολύ πιο πάνω από τις παλαιότερες και πιο άτυχες Στέλλα Χασκίλ και Μαρίκα Νίνου που, στη δεκαετία του ’50, έφυγαν στα 36 και 39 αντίστοιχα. Αν σ’ αυτούς προσθέσει κανείς και τους μουσικούς που πέθαναν νωρίς, η λίστα μεγαλώνει πολύ. Αιτία θανάτου, στην πλειοψηφία τους, καρκίνος και καρδιά. Τελικά, η επιτυχία, από μόνη της, δεν εξασφαλίζει τη μακροζωία. Ούτε, όμως, και η μουσική!

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :

 φ. 112,  Σάββατο 21 Απριλίου 2012
Advertisements

Από τον Σαββόπουλο στον Λαζόπουλο

Από τον Σαββόπουλο στον Λαζόπουλο

Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα έκλεισε καλλιτεχνικά με την πληθωρική παρουσία του Διονύση Σαββόπουλου στη μεγάλη σκηνή του «Παλλάς» και του Λάκη Λαζόπουλου στη μικρή οθόνη της τηλεόρασης. Με μια πολυσύνθετη αναδρομή του ενός στην αφετηριακή δεκαετία του ’60 και ένα σχόλιο του άλλου στην τρέχουσα επικαιρότητα. Το χτες και το σήμερα; Περίπου.

 Κουβανέζικη επανάσταση, αντιπολεμικό κίνημα, Βιετκόνγκ, Πολιτιστική Επανάσταση, Τσε, Ανοιξη της Πράγας, Γαλλικός Μάης, Μαύροι Πάνθηρες, Μπέρκλεϊ, Μπιτλς, χιπισμός, ροκ, Ντίλαν, ψυχεδέλεια, μίνι φούστα, κασετόφωνα, Μαρκούζε, ερωτική απελευθέρωση, Γκοντάρ, Καστοριάδης, Γκαγκάριν, ταξίδι στο φεγγάρι, παλαιστινιακή αντίσταση, 114, Άξιον Εστί, ελληνικό ροκ, αντιδικτατορικός αγώνας… Αυτή τη δεκαετία ανατροπών συνόψισε ο Σαββόπουλος μέσα σε λίγα σπουδαία τραγούδια. Μάγοι στη σκηνή, Συννεφούλα, Ηλιος αρχηγός, Βιετνάμ γιε-γιε, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα, Αμνηστία ’64, Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ, ο Καραγκιόζης που ονειρεύεται… Θέματα, μουσικές, ύφος και τρόπος παρουσίασης έξω από το πολιτιστικό μέινστριμ. Η πιο ενδιαφέρουσα έκφραση της ανατρεπτικής δεκαετίας. Και σε συνθήκες λογοκρισίας.

Εκτοτε, η χούντα έπεσε, η Κύπρος διχοτομήθηκε, το Βιετνάμ απελευθερώθηκε, το απαρτχάιντ στη Ν. Αφρική καταργήθηκε, η Σοβιετική Ενωση κατέρρευσε, η Αμερική φτώχυνε, η Κίνα αναδύθηκε, η Βενεζουέλα του Σιμόν Μπολίβαρ αναστήθηκε, οι πόλεμοι επέστρεψαν, το κλίμα αλλάζει, τα τρόφιμα ακριβαίνουν, το νερό μολύνεται, το AIDS σκοτώνει εκατομμύρια, δικαιώματα και κοινωνικές παροχές περιορίζονται, διανοούμενοι υπερασπίζονται το σύστημα, οι Ρόλινγκ Στόουνς είναι δισεκατομμυριούχοι, οι Χέντριξ, Μόρισον, Τζόπλιν, Τζόουνς, Κομπέιν, Ασιμος, Γώγου κ.ά. αυτοχειριάστηκαν, ο Ακης Πάνου κατέληξε στη φυλακή, τα τραγούδια έγιναν mp3, οι ζωγράφοι εγκλωβίστηκαν στις γκαλερί και η ζωγραφική βγήκε στον δρόμο, η παιδεία έγινε εμπόριο και οι φοιτητές ψηφίζουν δεξιά, Γέλτσιν-Μπους-Μπλερ-Σαρκοζί-Μπερλουσκόνι επιτάχυναν την παρακμή του δυτικού μοντέλου, η Ελλάδα καίγεται στα τζάκια, η γλώσσα τσουρουφλίζεται στα σχολεία, ο Θεοδωράκης τιμήθηκε από την αστυνομία και τον στρατό και ο Παρθενώνας μετακόμισε από την Ακρόπολη σε πολυκατοικία στου Μακρυγιάννη.

Πού είναι ο νέος Σαββόπουλος να μας τα πει; Παρακολουθώντας την ωραία παράσταση στο «Παλλάς», ένιωθα την προσπάθεια του Διονύση να ξανασυνδεθεί με τη δεκαετία του ’60, επιστρατεύοντας τραγούδια, νοσταλγία και συναίσθημα. Δεν ήταν εύκολο. Ισως γιατί ο Σαββόπουλος χρόνια τώρα κρατάει αποστάσεις, ενώ πολλοί συνομήλικοί του στο κοινό δεν έπαψαν ποτέ να ζουν με το άρωμα της δεκαετίας του ’60. Και οι νέοι με τα λάπτοπ επίσης μεγαλώνουν με Ντίλαν, Ντορς, Στόουνς, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση και Σιδηρόπουλο. Η αντίρρηση και η αμφισβήτηση εξακολουθούν να εκφράζονται με διαδηλώσεις για την παιδεία, αντιπολεμικές κινητοποιήσεις, ποδήλατα, καταλήψεις, ροκ και ρεμπέτικο. Σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες, οι πολίτες με ανησυχίες δεν απομακρύνθηκαν ποτέ από το πνεύμα των sixties.

Ζητούνται νέοι ανατροπείς

Οι δεκαετίες που μεσολάβησαν άφησαν άδειους ουρανοξύστες στο Αμπου Ντάμπι, κουφάρια των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, υπερχρεωμένα νοικοκυριά, σκάνδαλα, αύξηση αναλφαβητισμού, εκατομμύρια μεταναστών και προσφύγων, παραπληροφόρηση, καταναλωτισμό, τυποποιημένα πολιτιστικά προϊόντα, καταστροφή της φύσης, πείνα, εγκληματικότητα, ανεργία και ανασφάλεια. Πού είναι, όμως, οι νέοι φιλόσοφοι, πανεπιστημιακοί, ζωγράφοι, ποιητές και τραγουδοποιοί με ιδέες και πνευματικό ανάστημα να εκφράσουν την εποχή, να θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, να ξεβολευτούν; Πού είναι οι ανατροπείς της καθεστηκυίας αισθητικής; Οι διάδοχοι των καινοτόμων δημιουργών Ελύτη, Ρίτσου, Αναγνωστάκη, Γκάτσου, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ζαμπέτα, Ξαρχάκου, Καλδάρα, Λοΐζου, Τσαρούχη, Μόραλη, Κοψίδη, Κουν, Κωνσταντινίδη, Ασιμου κ.λπ.;

Κυριάρχησε η μικροαστική κουλτούρα που απαθανάτισε στους «Μικρούς Μήτσους» ο Λαζόπουλος. Photoshop οπίσθια και σιλικονούχα στήθη μπήκαν με νίτρο στη ζωή μας, πρωινάδικα εγκαταστάθηκαν στα διαμερίσματά μας, τζιπ με τσαρούχια κυριάρχησαν στα όνειρά μας και τηλεψωνάκηδες αναγορεύθηκαν βουλευτές κωλτούρας. Και το «Αλ τσαντίρι» ανέλαβε σχεδόν αποκλειστικά τον επιθετικό σχολιασμό του νεοελληνικού εξαμβλώματος. Αλλά ένα σόου δεν μπορεί να αναπληρώσει το καλλιτεχνικό ρεύμα ιδεών και δράσεων που λείπει. Εξάλλου, η τηλεόραση όλα τα κάνει κιμά. Αφαιρεί από τους πολίτες τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχή και τους καθιστά υποχείρια της εξουσίας, παθητικούς καταναλωτές του προκάτ και της κακογουστιάς.

Εάν κάθε φορά εξεγείρονταν λιγάκι από την καυστική κριτική του Λαζόπουλου, εκατομμύρια τηλεθεατές θα ξεχύνονταν στους δρόμους. Η τηλεόραση μεταλλάσσει το πιπέρι σε καραμέλα και το διεγερτικό σε κατασταλτικό. Ακυρώνει τον κριτικό λόγο. Ακόμα και τις υπερβάσεις που επιτρέπουν οι λογοκριτές στον Λαζόπουλο επειδή είναι παιδί των ΜΜΕ με ασυναγώνιστη εμπορικότητα. Οι αγανακτισμένοι νοικοκυραίοι ευχαριστιούνται που τα λέει έξω από τα δόντια για λογαριασμό τους και μετά πάνε για ύπνο ξαλαφρωμένοι. Ούτε οι πιο εύστοχες ατάκες δεν τους ξεκολλάνε απ’ τον καναπέ για να κάνουν τον θυμό τους διαμαρτυρία. Και στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσουν τους ίδιους.

Η παραδοσιακή αριστερά συντηρείται ακόμα χάρη στο πολιτιστικό της απόθεμα από το παρελθόν. Δεν ξανοίγεται ούτε διακινδυνεύει. Φοβάται το νέο, το διαφορετικό, το απρόβλεπτο, που δεν έχει αξιολογηθεί από τους ειδικούς.

Το καθιερωμένο χάσκει. Παραέξω, εκτός ΜΜΕ και «Παλλάς», υπάρχουν παιδιά που δημιουργούν παρέες, μουσικοί που παίζουν σε μουσικά σχολεία, καταλήψεις και μπαράκια, ζωγράφοι που κάνουν γκράφιτι σε τοίχους και τρένα, μικρομηκάδες που φτιάχνουν αυτοσχέδια φιλμάκια, εξαιρετικοί γελοιογράφοι και κομίστες με πένα αιχμηρή, ακτιβιστές που στήνουν μπλογκ, φυτεύουν παρκάκια στην άσφαλτο, κάνουν θέατρο δρόμου και εκδίδουν έντυπα σε όλη την Ελλάδα. Αλλά σ’ αυτές τις μικρές σκηνές δεν διεκδικούν δάφνες. Δεν ψάχνουν το φανταχτερό αλλά το αληθινό. Δεν προσφέρουν υλικό χρήσιμο για τηλεοπτικά παράθυρα, ραδιοφωνικά πλέιλιστ και πολιτιστικά τρίστηλα. Και δεν πάνε Μέγαρο.

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  17 Ιανουαρίου 2010

Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια

Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια

Σε μια εντελώς αντιφατική εποχή, η Ελλάδα ζει την παραγωγή εξαιρετικής μουσικής, αλλά και την άνθηση των κέντρων διασκέδασης

Στην Ελλάδα φτάνουν μόνο τα αντιπολεμικά τραγούδια και δημιουργείται ένα υπόγειο ρεύμα μεταξύ νέων που μαζεύονται σε σπίτια για να ακούσουν δισκάκια και να ανταλλάξουν πληροφορίες.

Τα μακριά μαλλιά και η ροκ μουσική αποτελούν στοιχεία ανυπακοής. Ετσι, διαμορφώνεται η ροκ σκηνή που στο κλείσιμο της δεκαετίας επισκιάζει την ποπ σκηνή, αντικαθιστώντας τα κοστουμάκια και τις γραβατούλες των συγκροτημάτων με σταμπωτές ψυχεδελικές φανέλες, χαϊμαλιά, τζιν και αμπέχονα. 

Στις μπουάτ της Πλάκας, η ασφάλεια κάνει εφόδους για εξακρίβωση στοιχείων και για να ελέγξει τα προγράμματα του Γιώργου Ζωγράφου, του Κώστα Χατζή ή της Αρλέτας, στο «Δώμα», τις «Εσπερίδες», τη «Σοφίτα»…

Το ελληνικό τραγούδι, παρά τη λογοκρισία και την αμορφωσιά των συνταγματαρχών, συνεχίζει να παράγει εξαίρετα τραγούδια. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποιεί Οδυσσέα Ελύτη με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη και ο Μίμης Πλέσσας με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν τον «Δρόμο» με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου, στον οποίο ο Αλέκος Πατσιφάς της «Λύρας» δίνει και τα μελοποιημένα από τον Γιάννη Γλέζο ποιήματα του Λόρκα, ενορχηστρωμένα από τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Δυνατά λαϊκά

Η άνοδος του ελαφρολαϊκού συμπίπτει με την τουριστική ανάπτυξη και τα τραγούδια σαν τον «Επιπόλαιο» (Κατσαρού-Πυθαγόρα) συνδυάζονται με την άνθηση των κοσμικών κέντρων που φιλοξενούν ηθοποιούς και νεόπλουτους.

Η χούντα σε μια «επιχείρηση αρετής» απαγορεύει με ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών το «έθιμο» των «φθορών προκαλουσών το κοινόν αίσθημα», για να κάνει στη συνέχεια τα στραβά μάτια με υπουργούς της τακτικούς θαμώνες στην παραλία. Μέσα σε μία χρονιά διπλασιάζεται η κατανάλωση ουίσκι!

Τα δυνατά λαϊκά τραγούδια με τις φωνές των Καζαντζίδη («Νυχτερίδες κι αράχνες»), Διονυσίου («Ο παλιατζής»), Μπιθικώτση («Ρολόι-κομπολόι») κ.ά. και τα πάλκα με Τσιτσάνη, Πόλυ Πάνου, Γαβαλά και άλλους κλασικούς, κρατάνε κόντρες στον εκφυλισμό του τραγουδιού που προωθείται από εταιρείες δίσκων με μεταγλωττίσεις ξένων ελαφρών επιτυχιών.

Μέσα στο γενικό μούδιασμα (ευχάριστο για μια φιλοχουντική μερίδα), γεμάτες παραμένουν μόνο οι αίθουσες κινηματογράφου, ανυποψίαστες για το επερχόμενο τέλος της ακμής τους. Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο αιθουσών. Στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, το καλοκαίρι λειτουργούν 563 κινηματογράφοι! Κάθε συνοικία διαθέτει δικούς της κινηματογράφους, μέρος του τοπικού πολιτιστικού ιστού!

Οι ογδόντα χιλιάδες συσκευές τηλεόρασης στην Αθήνα είναι ακόμα λίγες για να κλείσουν τις αίθουσες, αλλά πολλαπλασιάζονται γρήγορα μειώνοντας ραγδαία και τις εντόπιες παραγωγές, που έχουν χάσει τη φρεσκάδα του κλασικού ελληνικού σινεμά.

Πάνω από δέκα ταινίες εθνοπατριωτικού περιεχομένου παίζονται ταυτόχρονα κόβοντας εκατομμύρια εισιτήρια: πρώτη «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» του Ντίνου Δημόπουλου (739 χιλιάδες) με τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, οι «Γενναίοι του Βορρά» (627) του Κώστα Καραγιάννη, το «Οχι» (602) και «Η Μεσόγειος φλέγεται» (410) του Ντίμη Δαδήρα, «Το νησί της Αφροδίτης» (299) του Γιώργου Σκαλενάκη, «Οι δραπέτες του Μπούλκες» του Α. Παπασταματάκη, «Ετσι πολεμούσαμε το ’40» κ.ά.

Ταινίες με μακεδονομάχους, κομμουνιστοσυμμορίτες, μαχητές της ΕΟΚΑ, βούλγαρους κομιτατζήδες, γερμανούς ναζί και ιταλούς μακαρονάδες. Ο υπολοχαγός Κώστας Πρέκας στις δόξες του!

Παράλληλα, προβάλλονται ερωτικά δράματα, κοινωνικές περιπέτειες και κωμωδίες. Ο Κούρκουλος και η Χρονοπούλου («Ορατότης μηδέν») με 640 χιλιάδες εισιτήρια συναγωνίζονται το ζευγάρι Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ («Η νεράιδα και το παλικάρι») με 627 χιλιάδες εισιτήρια! Και ακολουθούν «Η Παριζιάνα», «Ο μπλοφατζής», «Θ. Β., ο φαλακρός πράκτωρ», «Ο γόης» και οι υπόλοιπες από τις 99 νέες ταινίες της χρονιάς, με Βλαχοπούλου, Βέγγο, Βόγλη, Λάσκαρη, Κατράκη, Βουτσά κ.λπ. Το «Τσουφ» με τα κινούμενα σχέδια του Θόδωρου Μαραγκού είναι από τις λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα.

Και οι ταινίες εξακολουθούν να αποτελούν το καλύτερο μέσο για την προβολή καινούριων τραγουδιών και νέων ερμηνευτών. Οι Μίμης Πλέσσας, Κώστας Καπνίσης, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Ζαμπέτας, Γεράσιμος Λαβράνος κ.ά. έχουν επενδύσει μουσικά πολλές ταινίες και ο Στράτος Διονυσίου κάνει μεγάλο σουξέ με το τραγούδι «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου».

Είναι η χρονιά που η Μαρία Κάλλας εμφανίζεται ως ηθοποιός στον ρόλο της Μήδειας στην ομώνυμη ταινία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που γυρίζεται στην Τουρκία, όπου η μεγάλη τραγουδίστρια συλλαμβάνεται γιατί μεταφέρει στις αποσκευές της μεγάλο αριθμό αρχαίων αντικειμένων! Ενώ, στις Κάνες, η ακτιβίστρια Βανέσα Ρέντγκρεϊβ κερδίζει το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου για τον ρόλο της Ισιδώρας Ντάνκαν και η Κάθριν Χέπμπορν στο Χόλιγουντ παίρνει το τρίτο της Οσκαρ! Γυναίκες εκπληκτικές!

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-ΕΠΤΑ / Κυριακή 26 Ιουλίου 2009