Η ζωή του όλη

Η ζωή του όλη

Τα καλύτερα και δημοφιλέστερα τραγούδια του Ακη Πάνου προσφέρει από την ερχόμενη Κυριακή στους αναγνώστες της η «Κ.Ε.». Είναι η πρώτη φορά που μια εφημερίδα προσφέρει στους αναγνώστες της μια μεγάλη συλλογή τραγουδιών του Ακη Πάνου. Και είναι μια ευκαιρία να αντιληφθεί κανείς με τι υλικό κατάφερε ένας μικρόσωμος λαϊκός άνθρωπος με μπεζ ζιβάγκο μπλούζα, παντελόνι με τσάκιση, μαύρα παπούτσια λουστρίνια και διαπεραστικό βλέμμα να διαταράξει απρόσκλητος το καλλιτεχνικό στερέωμα και μέσα σε λίγα χρόνια να εδραιωθεί ανάμεσα στα μεγαθήρια της εποχής!

Ο Ακης Πάνου, έξω από τζάκια, κόμματα, κύκλους διανοουμένων, ΜΜΕ και κυκλώματα, φέρνει τα πάνω κάτω στη δισκογραφία με τα τραγούδια «Οταν σημάνει η ώρα», «Ρολόι-κομπολόι», «Θα κλείσω τα μάτια», «Η πιο μεγάλη ώρα», «Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός», «Γιατί, καλέ γειτόνισσα», «Είδα τα μάτια σου κλαμένα», «Εγώ καλά σου τα ‘λεγα», «Πυρετός», «Για κοίτα με στα μάτια», «Στο σταθμό του Μονάχου», «Δεν κλαίω για τώρα», που συμπεριλαμβάνονται μεταξύ πολλών άλλων στην κασετίνα με τα τρία CD που προσφέρει από την ερχόμενη Κυριακή (17, 24 και 31 Ιανουαρίου) η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Τραγούδια που χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, βάθος, τρυφερότητα, ανεξαρτησία, αισθαντικότητα και αντισυμβατικότητα, σε υπερθετικό βαθμό αλλά με ακριβή αίσθηση του μέτρου, με λυρισμό και θαυμάσια ελληνικά.

«Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια, μακριά από τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια. Θα πάρω τη στράτα κι εγώ τη μεγάλη, θα κλείσω τα μάτια και όπου με βγάλει».

Κόντρα στο ρεύμα

Ο Ακης εμφανίζεται στο προσκήνιο του λαϊκού τραγουδιού αρκετά μεγάλος και ώριμος. Στο σινάφι είναι γνωστός από πολύ νωρίτερα σαν μουσικός και οργανοποιός, από τους καλύτερους, με σπάνια ειδίκευση στη διακόσμηση των μπουζουκιών με φιγούρες που φτιάχνει κόβοντας μικροχειρουργικά και συνθέτοντας λεπτεπίλεπτα «φύλλα» στρειδιών, δημιουργώντας πραγματικά έργα τέχνης.

Ως τραγουδοποιός αυτοπαρουσιάζεται σε μια εποχή που το κλασικό λαϊκό τραγούδι δέχεται μεγάλες ανταγωνιστικές πιέσεις από το λαϊκότροπο έργο των «έντεχνων» συνθετών που αντλούν πολύτιμη πρώτη ύλη από την πλούσια δεξαμενή της ελληνικής και ξένης ποίησης (Ελύτη, Βάρναλη, Αναγνωστάκη, Νερούδα, Λόρκα, Χικμέτ κ.ά.), αλλά και από μια ευφάνταστη γενιά λογοτεχνών που γράφουν στίχους για τραγούδια (Παπαδόπουλος, Ελευθερίου, Μύρης, Χριστοδούλου, Ιατρόπουλος, Λάδης κ.ά.). Οι συνθέτες (Ξαρχάκος, Μαμαγκάκης, Λεοντής, Λοΐζος, Γλέζος, Μούτσης, Μαρκόπουλος, Κουγιουμτζής, Πλέσσας, Σπανός, Ανδριόπουλος κ.ά.) ξεψαχνίζουν όλες τις ποιητικές συλλογές που φτάνουν στα χέρια τους ή βρίσκονται στα ράφια των βιβλιοπωλείων σε αναζήτηση στίχων κατάλληλων για μελοποίηση. Ακόμα και οι πιο παραδοσιακοί, όπως ο Καλδάρας με τη «Μικρά Ασία» και τον «Βυζαντινό Εσπερινό», εντάσσονται στο ρεύμα. Σ’ αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι από τις μεγάλες μορφές των λαϊκών στιχουργών (Παπαγιαννοπούλου, Βασιλειάδης κ.λπ.) μόνο ο Βίρβος παραμένει ζωντανός και επίκαιρος. Ομως, ο Ακης Πάνου δεν ακολουθεί το ρεύμα. Με τιμόνι το ταλέντο και σημαία την αλήθεια του ανοίγεται μοναχικά στο πέλαγος με το αυτοσχέδιο σκάφος του.

«Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα, η ώρα που γεννιέται η ζωή. Η ώρα που ταιριάζει η αναπνοή σου μαζί με τη δική μου αναπνοή».

Δεν τον φοβίζει ο σκληρός ανταγωνισμός. Είναι γεμάτος αυτοπεποίθηση και παραγωγικός. Και κυρίως αυτάρκης. Μέχρι το 1973, ηχογραφεί περίπου εκατό τραγούδια του που κυκλοφορούν σε δισκάκια 45 στροφών. Ολα με δικούς του στίχους και μουσικές. Γιατί θέλει να τα πει με τον δικό του τρόπο. Θα ήθελε να τα τραγουδάει κιόλας, αλλά δεν του φτάνει η φωνή του, ούτε τον βοηθάει η κακή κατάσταση των δοντιών του. Εξαιρώντας τον Καζαντζίδη, η έγνοια του πάντα ήταν αν οι ερμηνευτές των τραγουδιών του θα μπορούσαν να πιάσουν σε ικανοποιητικό βαθμό το ύφος, την αγωνία και τον καημό του.

«Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω…»

Από την αρχή είναι φανερό ότι βρίσκεται σε έναν διαρκή διάλογο με τον εαυτό του και την κοινωνία. Εναν διάλογο που πίστευε ότι δεν βγάζει πουθενά, αλλά ήταν απαραίτητος γιατί έδινε διέξοδο στον εσωτερικό του πνευματικό και συναισθηματικό αναβρασμό.

Τραγούδια αυτοβιογραφικά

«Δεν κλαίω που φεύγεις, δεν κλαίω για τώρα… Κλαίω την ώρα του γυρισμού, κλαίω την ώρα του σπαραγμού, κλαίω για την ώρα που δεν θα ‘χω πια ψυχή να σου πω σ’ αγαπώ».

Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις στο λαϊκό τραγούδι όπου ο δημιουργός προσπαθεί να εκφράσει τόσο αυτοβιογραφικά το είναι του. Και όσοι συνθέτες το επιθυμούν είναι αναγκασμένοι -αφού οι περισσότεροι δεν γράφουν στίχους ή γράφουν λίγους- να καταφεύγουν στη συνδρομή των ποιητών οι οποίοι κατά κανόνα είναι αυτοαναφορικοί. Στις καλύτερες περιπτώσεις συνεργασίας, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η βούληση και η σκέψη του συνθέτη συμπίπτει ή είναι πολύ κοντά μ’ αυτήν του ποιητή έτσι ώστε ο ένας να συμπληρώνει τον άλλον. Ο Χατζιδάκις είναι πολύ κοντά με τον Γκάτσο και ο Θεοδωράκης με τον Ρίτσο, αλλά ακόμα και σ’ αυτές τις ιδανικές σχέσεις, ο συνθέτης με τον στιχουργό δεν ταυτίζονται πλήρως. Οι προσωπικότητες παραμένουν ξεχωριστές η μία από την άλλη, όποια πνευματική συγγένεια κι αν έχουν. Και, συχνά, το ποίημα που γίνεται τραγούδι δεν είναι ακριβώς το ίδιο, πριν και μετά. Η μελωδία, ο ρυθμός και η ενορχήστρωση διαφοροποιούν τις εικόνες, τις εντάσεις, τις υπογραμμίσεις, τα νοήματα και τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα. Στη διαδικασία της μελοποίησης το ποίημα συνήθως απομακρύνεται από τον ποιητή. Ο Ακης δεν βιώνει αυτό τον διχασμό. Η μουσική του δεν επιβάλλεται στα λόγια του, ούτε το αντίστροφο. Γράφονται μαζί. Γι’ αυτό με κάθε του τραγούδι εξομολογείται ανεμπόδιστα.

«Θέλω να τα πω, χωρίς να με ρωτήσεις. Θέλω να τα πω όπως υπάρχουν στο μυαλό… Θέλω να τα πω σαν να παραμιλώ».

Γράφοντας μουσική και στίχο, ο Ακης δεν παλεύει με τη σκέψη του άλλου. Δεν προσπαθεί να εκφραστεί μέσα από τον λόγο κάποιου άλλου φέρνοντάς τον στα μέτρα, την αισθητική και τις ανάγκες του. Είναι ο ίδιος ποιητής και μελοποιός. Τη δική του άποψη διατυπώνει, τη δική του έμπνευση επεξεργάζεται, με τη δική του σκέψη προσπαθεί να συμφιλιωθεί. Χρησιμοποιεί συνειδητά ως εργαλείο το τραγούδι, που η λειτουργικότητά του εξαρτάται από τη διεισδυτικότητά του στο ανώνυμο ακροατήριο, για να εκφραστεί ατομικά και να σχολιάσει -χωρίς να αφομοιωθεί- την κοινωνία που «αργοπεθαίνει μες στην ψευτιά, την αμαρτία και τα πάθη».

Ακόμα και οι δημιουργοί που γράφουν στίχους, όπως ο Τσιτσάνης, προσπαθούν να εκφράζουν σύνολα. Ο Ακης αντιθέτως προσπαθεί να είναι όσο πιο εσωτερικός γίνεται, ξέροντας βεβαίως ότι αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για τη διάδοση ενός καλού τραγουδιού. Και επιπλέον, οι λαϊκοί τραγουδοποιοί, ο Βαμβακάρης ή ο Μητσάκης που γράφουν μουσική και στίχο, επικεντρώνονται θεματικά κυρίως στο ερωτικό-συναισθηματικό τραγούδι.

«Εφτά νομά- δυστυχισμέ- σ’ ένα δωμά- φυλακισμέ-, δικαίως αγαναχτισμέ- και με τα πάντα αηδιασμέ-. Πώς τά’χεις έτσι μοιρασμέ- ντουνιά ψευτοπολιτισμέ-;»

Ο Ακης, καθισμένος σε μια αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα στην παμπάλαια μονοκατοικία της οδού Περδικάρη, στα Πατήσια, με ένα τσιγάρο μονίμως αναμμένο και ένα δικής του κατασκευής όργανο, κιθάρα ή μπουζούκι, παρά πόδα, στοχάζεται, ώρες ατελείωτες, και γράφει με στιλό ή γραφομηχανή τη συμπυκνωμένη σε μερικές στροφές σκέψη του για τον έρωτα, τα ένστικτα, τη φτώχεια, την ξενιτιά, την εγκατάλειψη, την απογοήτευση, την αδικία, τη σύγκρουση, τα λάθη, τον θάνατο και τη ζωή.

«Το φαρμάκι φτάνει κάποτε στο στόμα και δεν νιώθεις πια τον φόβο κανενός. Δεν πονάει το ταλαίπωρο το σώμα όταν είσαι πεθαμένος ζωντανός».

Υμνος στον έρωτα

Η εκπληκτική σαφήνεια με την οποία εκφράζεται δεν αφαιρεί ίχνος από τον λυρισμό και την ευαισθησία του. Ούτε υπάρχουν ανεπεξέργαστες διατυπώσεις στον στίχο του, ο οποίος άλλοτε σε αγγίζει σαν τρυφερό χάδι κι άλλοτε σε διαπερνάει σαν μαχαιριά.

«Και τι δεν κάνω, την πικραμένη σου ζωή για να ζεστάνω κι εσύ μου δίνεις και μια πίκρα παραπάνω, κάθε στιγμή».

Ο απόλυτα ρεαλιστικός του στίχος, δεμένος με υπέροχες μελωδίες, είναι ένας ύμνος -σε πολλές παραλλαγές- στον αμόλυντο έρωτα που δεν διαρκεί και στην ουτοπία που δεν πιάνεται.

«Ασ’ τον τρελό στην τρέλα του, άσ’ τονε στ’ όνειρό του. Τον κόσμο αυτό σιχάθηκε κι έφτιαξ’ ένα δικό του».

Από το 1973 ως το 1985, ο Ακης ηχογράφησε περίπου άλλα εκατό τραγούδια, εκ των οποίων τουλάχιστον τα μισά πάνω σε θέματα υπαρξιακά και κοινωνικά. Και στην τελευταία περίοδο της ζωής του, που έληξε πολύ τραγικά, συνεχίζει να γράφει, ακόμα και μέσα στη φυλακή, αλλά ηχογραφεί ελάχιστα.

«Η ζωή μου όλη», «Το θολωμένο μου μυαλό», «Ο τρελός», «Θέλω να τα πω», «Χαροκόπου 1942-1935», «Πες μου, παππού» και πολλά άλλα (48 συνολικά), με ερμηνευτές τους Μπιθικώτση, Διονυσίου, Καζαντζίδη, Λύδια, Μοσχολιού, Πάνου, Μενιδιάτη, Κόκοτα, Βοσκόπουλο, Μητσιά, Νταλάρα κ.ά., συμπεριλαμβάνονται στην κασετίνα με τα τρία CD της προσφοράς της «Κ.Ε.». Μια συλλογή εξαιρετικής διαχρονικής αξίας.

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010
Advertisements

Φωνή λαού

Φωνή λαού

«Δυο πόρτες έχει η ζωή· άνοιξα μια και μπήκα· σεργιάνισα ένα πρωινό κι ώσπου να ‘ρθεί το δειλινό, από την άλλη βγήκα…» Αυτούς τους «κοινότοπους» στίχους της Παπαγιαννοπούλου ακούγαμε από τον Καζαντζίδη, τέλη δεκαετίας ’50, στην Κοκκινιά.

 Τραγούδια «βαριά». Απ’ τα οποία κάποια θα ακουστούν στις συναυλίες που είναι αφιερωμένες στη φωνή του, σε Αθήνα (18/9) και Θεσσαλονίκη (23/9).

Στις οικοδομές η λάσπη ανέβαινε ορόφους με τους ντενεκέδες. Τα παλικάρια με τα μουντζουρωμένα χέρια που ρίχνανε τα ζάρια στο τάβλι του καφενείου ήτανε παιδιά της γειτονιάς. Και η φυματίωση βασάνιζε ταλαιπωρημένους από την Κατοχή νοικοκυραίους. Σχεδόν κάθε σπίτι είχε μία ιστορία τραγική.

Με θύματα από τον Εμφύλιο και εξορισμένους στην άγονη γραμμή και στο «σιδηρούν παραπέτασμα», χιλιάδες ξεριζωμένοι από τις ορεινές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του εθνικού στρατού βρέθηκαν δίπλα στους μικρασιάτες πρόσφυγες που ακόμα δεν είχαν δώσει αντιπαροχή τα ασπρισμένα σπίτια τους στην Καισαριανή. Αυτό ήταν το ακροατήριο για το οποίο ο Καζαντζίδης τραγουδούσε λαϊκά, δημοτικά, αμανέδες και τούρκικα τραγούδια.

 

Ο πόνος έβρισκε έκφραση

«Γειτονιά μου αγαπημένη, κι αν οι μπόρες σε χτυπήσαν, τα χαμόγελα δεν σβήσαν· αντηχείς από τραγούδια σαν γυρνούν απ’ τη δουλειά παλικάρια και κοπέλες που δουλεύουνε σκληρά…»

Το συναίσθημα ξεχείλιζε. Η μάνα ήταν ιερή. Ο χωρισμός ήταν προδοσία και συντριβή. Γυναίκες και παιδιά βουρκώνανε βλέποντας ελληνικές και ινδικές ταινίες σε εκατοντάδες κινηματογράφους, οι νέοι ερωτεύονταν με όρκους αιώνιας πίστης που έφταναν σε αυτοκτονίες και φονικά. Οι κηδείες έμοιαζαν αρχαία τραγωδία, με κραυγές και μοιρολόγια.

Στις αλάνες, τα παιδιά παίζανε μπάλα, γκαζάκια και πετροπόλεμο. Στα λιμάνια και τους σταθμούς, μαυροντυμένες αποχαιρετούσαν τους «τυχερούς» που μετανάστευαν για τις φάρμες της Αυστραλίας και τις φάμπρικες της Γερμανίας με λευκά μαντίλια, ευχές και προσευχές.

Οι εργατικές διεκδικήσεις αντιμετωπίζονταν με βία και οι απόφοιτοι σχολείων και πανεπιστημίων χωρίς άμεμπτο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων αποκλείονταν από το Δημόσιο και υπηρετούσαν τη θητεία τους σκάβοντας λαγούμια στα σύνορα της χώρας…

Τραγουδώντας γι’ αυτά, ήταν τόσο μεγάλη η απήχηση του Καζαντζίδη, που οι δημιουργοί διάλεγαν τα θέματά τους όχι μόνο επειδή αντιστοιχούσαν στην κοινωνική πραγματικότητα, αλλά επειδή υπήρχε και ο γνήσιος εκφραστής της. Χωρίς τον Καζαντζίδη θα γράφονταν λιγότερα τραγούδια για την ξενιτιά, τη φτώχεια και τα βάσανα των ανθρώπων.

«Πικρό σαν δηλητήριο είναι το διαβατήριο, μα όταν ζεις δίχως ελπίδα όπου γης είναι πατρίδα…»

Αυτά ήταν τα πολιτικά τραγούδια την εποχή της μετεμφυλιακής τρομοκρατίας. Υπογράμμιζαν με τα πιο μελανά χρώματα τις συμφορές. Ταυτόχρονα έδιναν συνοχή στον κόσμο με βάση τα κοινά προβλήματα και τον ανακούφιζαν…

«Αυτοί που λένε πως είν’ ωραία η ζωή, δεν έχουν κάνει με τα βάσανα παρέα, δεν έχουν νιώσει αδικία τι θα πει κι έχουνε δίκιο για να λεν πως είν’ ωραία…»

Η αλήθεια αυτού του κόσμου που το αίμα του έβραζε από ζωή ή από ζόρι τροφοδοτούσε τα τραγούδια και ανύψωνε τον πόνο και τον αναστεναγμό σε ποίηση. Ποτέ δεν απασχόλησε τον Χρήστο Κολοκοτρώνη ή την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου τι σκέφτονταν οι πέρα από τον κοινωνικό φράχτη επικριτές των στίχων τους, όπως δεν απασχόλησε τον Βαμβακάρη ή τον Τζον Λι Χούκερ και τον Τζέιμς Μπράουν που έφτιαχναν με την ίδια «οχληρή» απλότητα τα «μαύρα» τραγούδια πολύ πριν αναγνωριστεί η αξία τους από λευκούς διανοούμενους που τα αξιολόγησαν και τα ενέταξαν στην αμερικάνικη κουλτούρα.

«Στα ξένα εργοστάσια, δουλεύω σαν το σκύλο, μανούλα μου κι αγάπη μου, λεφτά για να σας στείλω. Περνάω μέρες θλιβερές και νύχτες όλο κλάμα και τότε μόνο χαίρομαι, αχ, όταν λαβαίνω γράμμα…»

Καταλαβαίνει κανείς το χλευασμό της «άλλης πλευράς» γι’ αυτό το «γράμμα» που παίζεται με «τουρκομερίτικα» μπουζούκια και χορεύεται σε καπελειά που συχνάζουν οι βαρελόφρονες που τόσο αυτοσαρκαστικά πρωταγωνιστούν στις γελοιογραφίες του Αρχέλαου και του Χριστοδούλου.

Αναζητώντας πηγές αισιοδοξίας σε μαύρες μέρες, παρεξήγησαν τον Καζαντζίδη ως εκφραστή της μοιρολατρίας και στελέχη της αριστεράς. Αλλά, στη δεκαετία του ’50, οι άνθρωποι ούτε πολεμούσαν στο βουνό με την ελπίδα της νίκης, ούτε έχτιζαν τον σοσιαλισμό.

Ηταν ηττημένοι. Και η λογοκρισία ήταν αυστηρή. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, το τραγούδι να είναι «αισιόδοξο»! Εξάλλου, δεν είναι στο ίδιο πνεύμα, και σε μουσικές ανάλογου ύφους του Μίκη, η «Δραπετσώνα», το «Παράπονο», ο «Μετανάστης» και ο «Καημός» των εξαίρετων ποιητών της αριστεράς Τάσου Λειβαδίτη και Δημήτρη Χριστοδούλου;

Σ’ αυτό τα πλαίσιο, σπουδαίοι οργανοπαίχτες, ενορχηστρωτές, συνθέτες και στιχουργοί που δημιούργησαν τον κύριο όγκο του ρεπερτορίου του Καζαντζίδη υποβαθμίστηκαν ή αγνοήθηκαν:  Θ. Δερβενιώτης, Μπ. Μπακάλης, Γ. Λαύκας, Β. Καραπατάκης, Γ. Τατασόπουλος, Γ. Σταματίου, Γ. Καραμπεσίνης, Στ. Μακρυδάκης, Στ. Χρυσίνης, Α. Αθανασίου, Η. Ποτοσίδης, Γ. Παλαιολόγου, Δ. Γκούτης, Γ. Σαμολαδάς, Ι. Βασιλόπουλος, Η. Παπασιδέρης, Ν. Μουρκάκος, Ε. Ατραΐδης, Γ. Κλουβάτος, Στ. Βαρτάνης, Β. Βασιλειάδης, Ν. Πετρίδης κ.ά..

Προβλήθηκαν μόνο όσοι συνεργάστηκαν και με έντεχνους συνθέτες, όπως ο Κ. Βίρβος, η Ευτ. Παπαγιαννοπούλου, ο Πυθαγόρας και οι σολίστες Κ. Παπαδόπουλος και Λ. Καρνέζης. Ετσι λειτούργησε το «σύστημα» με ευθύνη και των τραγουδιστών, του Καζαντζίδη μη εξαιρουμένου. Οι δε εταιρείες δεν πίστεψαν στη διαχρονική αξία του λαϊκού τραγουδιού. Απόδειξη ότι δεν κρατούσαν αρχεία και όλες οι ανατυπώσεις στη μεταπολίτευση έγιναν από δίσκους ιδιωτικών συλλογών!

 

Το τραγούδι απελευθέρωνε

«Αυτή η νύχτα μένει που θα ‘μαστε μαζί…»

Ο Καζαντζίδης οφείλει τη δημοτικότητά του και στην ερωτική πλευρά της ζωής και των τραγουδιών του, που περιλαμβάνουν συνθέσεις Καλδάρα, Τσιτσάνη, Μητσάκη κ.λπ. και επιτυχίες με ονόματα γυναικών, πολυπολιτισμικά: «Μαντουμπάλα», «Ζιγκουάλα», «Φαράχ», «Μανώλια», «Μαρίνα»…

Ρούμπες, τσιφτετέλια και ζεϊμπέκικα, ρετσίνα, γλέντια και συντροφικότητα στη φτωχή Ελλάδα αντί για ηρεμιστικά χάπια που κάνουν θραύση στην ευημερούσα Δύση στη δεκαετία του ’50. Ηταν ξένη εδώ η προτεσταντική αισθητική και ηθική που συνιστούσε εγκράτεια και αποδοκίμαζε ως άξεστους ή αμαρτωλούς όσους εκφράζονταν αυθόρμητα και ανοιχτόκαρδα. Στην Ελλάδα, το τραγούδι ήταν συναισθηματικά απελευθερωτικό.

«Και σιδερένια να είχα καρδιά, θα είχε λιώσει σε τέτοια φωτιά…»

Στην αρχή της δεκαετίας του ’60, όταν τραγουδάει Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, ο Καζαντζίδης είναι στα φόρτε του με επιτυχίες που λιώνουν τις βελόνες του πικάπ από τη Θεσσαλονίκη και τη Στουτγάρδη ώς τη Μελβούρνη και το Πίτσμπουργκ. Κι αυτός είναι ίσως ο λόγος που οι έντεχνοι δεν επενδύουν πάνω του. Παρόλο που οι ερμηνείες του είναι αξεπέραστες, σφραγίζει τα τραγούδια τους με τη δική του προσωπικότητα.

 

Ηξερε πώς να τα ερμηνεύσει

Ακούγοντας τα τραγούδια της «Καταχνιάς» του Λεοντή συνειδητοποιεί κανείς πόσο «ατυποποίητος» είναι ο Καζαντζίδης. Κλαίει εκεί όπου πρέπει να κλάψει, γελάει εκεί όπου πρέπει να γελάσει. Και στο «Πέλαγο είναι βαθύ» του Χατζιδάκι, η ερμηνεία του κεντάει όλα τα νοήματα του τραγουδιού με την πιο λεπτή ψυχική, διανοητική και καλλιτεχνική κλωστή.

Δύσκολα θα βρει κανείς σε παγκόσμιο επίπεδο έναν ερμηνευτή με όλα τα προσόντα του Καζαντζίδη, στον οποίο ανιχνεύονται ίχνη από την ανατολίτικη γλύκα του Ζεκί Μουρέν, τη χρωματισμένη εκφραστικότητα του Χάρι Μπελαφόντε, την αρχοντιά του Κάρλος Γαρδέλ, το βάθος της Ουμ Καλσούμ, τη μελωδικότητα του Νατ Κινγκ Κόουλ, το δυνατό πάθος της Τζάνις Τζόπλιν, την αμεσότητα του Μάρκου Βαμβακάρη, τη φωνητική καθαρότητα του Στράτου Παγιουμτζή, τη γοητεία του Μανώλη Χιώτη, την ψαλτική λιτότητα του Θρασύβουλου Στανίτσα, την αδιαλλαξία του Ακη Πάνου, τη μαγκιά του Στράτου Διονυσίου, τον πόνο της Ελένης Βιτάλη, τη θηλυκότητα της Χαρούλας Αλεξίου και το πείσμα ενός ξεροκέφαλου Πόντιου!

«Δεν με θαμπώνουν οι ουρανοξύστες, δεν με πλανεύουν πλούτη και λεφτά…»

Αυτό το πολυσύνθετο καλλιτεχνικό προφίλ δεν είναι το μόνο χαρακτηριστικό που τον κάνει να διαφέρει από το «σινάφι». Δεν προσπάθησε ποτέ να αρέσει σε όλους, όπως έκαναν οι φιλόδοξοι τραγουδιστές ακολουθώντας μόδες και λάιφσταϊλ. Δεν έκανε συμψηφισμούς με το ρεπερτόριό του (πότε λαϊκό-πότε μοντέρνο), δεν ελίχθηκε σε διαφορετικά ταμπλό (μία Μπουζούκια-μία Μέγαρο), δεν μετακόμισε στις ακριβές συνοικίες ούτε άλλαξε κοινωνικό περίγυρο. Εμεινε συνεπής σε έναν κόσμο μη προνομιούχων, τον οποίο δεν άφησε ποτέ έξω από την πόρτα. Είναι ο μόνος που η αντιδικία του με την εταιρεία τού στοίχισε πολυετή αποκλεισμό από τη δισκογραφία. Και είναι από τους πρώτους καλλιτέχνες παγκοσμίως που προσπάθησαν να φτιάξουν ανεξάρτητη εταιρεία.

Ακόμα και η εκδήλωση των γήινων αδυναμιών του υπογράμμιζε τη λαϊκή του υπόσταση. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η τελευταία φάση της ζωής του ελάχιστα διαφέρει από την πρώτη κι ας έχει μεσολαβήσει μισός αιώνας! Αφήνει, μάλιστα, θαυμάσια σύγχρονα τραγούδια, όπως αυτά των Τάκη Σούκα, Θανάση Πολυκανδριώτη, Βασίλη Παπαδόπουλου, Νίκου Λουκά κ.ά., που περιλαμβάνονται στο δίσκο «Ελεύθερος», το 1988.

Αυτή η οριοθετημένη στάση ζωής που ενσωματώνεται στις ερμηνείες του είναι ο ατομικός του κώδικας που δεν αντιγράφεται και τον καθιστά μοναδικό και ανεπανάληπτο. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι, μέχρι σήμερα, από τόσο πολλούς καλούς τραγουδιστές με καλό ρεπερτόριο και με τεράστια υποστήριξη από εταιρείες, κρατικούς φορείς και ΜΜΕ, κανένας άλλος δεν ανακηρύχτηκε από το λαό ισάξιός του!

Στέλιος Ελληνιάδης

 
 
Σημείωση :  Με πρωτοβουλία της Μαρινέλλας, θα πραγματοποιηθούν οι δύο συναυλίες αφιερωμένες στον Καζαντζίδη με τίτλο «Η φωνή ζει» σε Αθήνα (18/9, Καλλιμάρμαρο Στάδιο) και Θεσσαλονίκη (23/9, Καυταντζόγλειο Στάδιο) με σκοπό τα έσοδα να διατεθούν για την ανέγερση «Πτέρυγας Στέλιου Καζαντζίδη» στο Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών με Αναπηρία «Η Αρωγή». Θα τραγουδήσουν οι Χάρις Αλεξίου, Γλυκερία, Μαρινέλλα, Δημήτρης Μητροπάνος, Γιώργος Νταλάρας και Πασχάλης Τερζής, με τη σκηνοθετική επιμέλεια του Σταμάτη Φασουλή. Τιμή εισιτηρίου 15 ευρώ.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009