Αυτό το τσιγάρο που φταίει…

Αυτό το τσιγάρο που φταίει…

 

 [Στην Αγγλία ένας ιδιοκτήτης χαρακτήρισε την παμπ του ερευνητικό κέντρο κι ένας άλλος «προξενείο». Πάντα υπάρχουν τρόποι διαφυγής. Και οι κοπέλες της φωτογραφίας τούς έχουν ανάγκη. ]

 

 

Οι σκηνές που διαδραματίζονται σε νυχτερινά κέντρα στον ελληνικό κινηματογράφο είναι «σικέ». Λείπουν τα τασάκια και τα ντουμάνια από τα τσιγάρα που καπνίζουν οι θαμώνες των μαγαζιών. Οι «λουλουδούδες» περιφέρονται ανάμεσα στα τραπέζια κρατώντας μόνο μπαλόνια και όχι πακέτα τσιγάρων που αγοράζουν οι καπνιστές που ξεμένουν. Και οι μπουζουξήδες δεν έχουν τσιγάρα περασμένα ανάμεσα στα δάχτυλά τους.

Οι ταινίες είναι οικογενειακές και το τσιγάρο θεωρείται δείγμα κακού χαρακτήρα. Οι καθωσπρέπει πολίτες ακόμα κι όταν τσιλημπουρδίζουν με τις φιλενάδες τους στις ελληνικές ταινίες, πίνουν κρασί και ουίσκι, σπάνε πιάτα, αλλά δεν καπνίζουν. Μόνο οι πολύ δυστυχισμένοι, οι παραστρατημένες και τα καθάρματα καπνίζουν στο σινεμά.

Στην πραγματικότητα, η ατμόσφαιρα στις ταβέρνες, τα καφενεία και τα κοσμικά κέντρα ήταν πάντα αποπνικτική, αλλά κανείς δεν φαινόταν να σκοτίζεται. Το τσιγάρο ήταν μέρος μιας κουλτούρας, έστω κι αν ήταν αρχικά μόνο ανδρικό κουσούρι. Κι όχι μόνο στα μπουζούκια. Στις ντισκοτέκ και τα ροκ κλαμπ, τα τασάκια ήταν αναπόσπαστο μέρος του «υπάρχειν». Στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΣΤΟ ΜΠΕΛΦΑΣΤ

Η απαγόρευση του καπνίσματος πρώτη φορά αλλάζει το σκηνικό. Στις βρετανικές παμπ, τα αμερικανικά τζαζ κλαμπ και τις γαλλικές μπουάτ και τα καμπαρέ. Η εικόνα της Ζιλιέτ Γκρεκό να τραγουδάει στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα με το ποτό στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο, διασώζεται μόνο σε φωτογραφικά άλμπουμ, ο τύπος του Ζαν-Πολ Σαρτρ με τη γόπα είναι πια ντεμοντέ και στις αφίσες ο Ζακ Τατί αντί για την κλασική πίπα του έχει στο στόμα έναν παιδικό ανεμόμυλο! Κόπηκαν ακόμα και τα ακριβά πούρα στο διάσημο Μουλέν Ρουζ, με τα οποία κάποιοι πλούσιοι θαμώνες προσπαθούσαν να συγκινήσουν τα κορίτσια του μπαλέτου.

Στην Αγγλία και την Ιρλανδία, οι παραδοσιακοί θαμώνες της παμπ γυρίζουν σπίτι τους νωρίτερα ή δεν βγαίνουν καθόλου. Η απαγόρευση του καπνίσματος και η πτώση στην κατανάλωση εξαιτίας των αλλεπάλληλων αυξήσεων του ειδικού φόρου στη μπίρα οδηγούν στο κλείσιμο πολλές από τις εξήντα χιλιάδες παμπ που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αναπόσπαστο μέρος του τρόπου ζωής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πενήντα παμπ βάζουν λουκέτο κάθε βδομάδα. Η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά από την οικονομική κρίση και την υψηλή ανεργία. Στο Λονδίνο και σε τουριστικές περιοχές, οι παμπ προσπαθούν να προσελκύσουν πελατεία από τουρίστες που ενδιαφέρονται για κουλέρ λοκάλ. Στο Δουβλίνο, στα τρία πρώτα χρόνια της απαγόρευσης έκλεισαν χίλιες παμπ.

Από τη Νέα Ορλεάνη ώς τη Νέα Υόρκη, οι τζαζίστες δεν παίζουν πια μέσα σε καπνούς από τσιγάρα, αλλά στις καλά εξαεριζόμενες αίθουσες του Village Vanguard, του Blue Note, του Jazz Standard, του Birdland, ακόμα και του Smoke που από την ονομασία του και μόνο σε προδιαθέτει διαφορετικά.

Τώρα, η πανταχού παρούσα ένδειξη «no smoking» σε προσγειώνει στη νέα πραγματικότητα.

Αλλά αυτή η «αλλαγή» που ευχαρίστησε το αντικαπνιστικό στρατόπεδο, τους σερβιτόρους που εργάζονται σε πιο υγιεινό περιβάλλον, αλλά και τις ασφαλιστικές εταιρείες που προσδοκούν κέρδη από τον περιορισμό των θανατηφόρων ασθενειών που συνδέονται με το κάπνισμα, στρίμωξε πολλούς επιχειρηματίες και έβαλε στο στόχαστρο εκατομμύρια ανθρώπους που θεωρούν το κάπνισμα δικαίωμά τους.

Στην Ολλανδία, μερικές χιλιάδες ιδιοκτήτες μπαρ και εστιατορίων, συνεπικουρούμενοι από οπαδούς του ανεμπόδιστου καπνίσματος, διαδήλωσαν στη Χάγη, με πανό υπέρ της χαμένης ελευθερίας τους και κατά του δικτατορικού μέτρου. Στον Καναδά, η απαγόρευση στις φυλακές, προκάλεσε εξέγερση φυλακισμένων που υποστηρίχθηκε και από φύλακες που φοβήθηκαν ότι θα κινδυνεύει η ζωή τους από καπνιστές κρατούμενους. Αντίθετα, στη Μ. Βρετανία, επειδή το κελί θεωρείται σπίτι, οι φυλακές εξαιρέθηκαν από την απαγόρευση.

Στην Αγγλία, κάποιοι ιδιοκτήτες παμπ ενεργοποίησαν το λεγόμενο lock-in, που επιτρέπει σε ένα μαγαζί να συνεχίσει τη λειτουργία του -μετά το κλείσιμο- με ορισμένους πελάτες, χωρίς περιορισμούς στο κάπνισμα. Άλλοι επέλεξαν το δρόμο των δικαστηρίων. Και μερικοί εφευρίσκουν πρωτότυπους τρόπους διαφυγής: ένας ιδιοκτήτης χαρακτήρισε την παμπ ερευνητικό κέντρο που εξαιρείται από την απαγόρευση και ένας άλλος ζήτησε από την περουβιανή πρεσβεία να χαρακτηρίσει την παμπ προξενικό χώρο για να έχει ασυλία!

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Στο Παρίσι, το κίνημα «Οταν η νύχτα πεθαίνει στη σιωπή», με πρωτοβουλία ηθοποιών, μουσικών, ντι-τζέι, συλλόγων και επιχειρηματιών, συγκέντρωσε 15 χιλιάδες υπογραφές ζητώντας την ανάκληση της απαγόρευσης και κάθε περιορισμού που, με πρόσχημα την ηχορύπανση ή ατυχήματα, δημιουργεί ανέργους και αλλοιώνει το χαρακτήρα της «πόλης του φωτός». Μην προσπαθείτε να εξομοιώσετε τη νυχτερινή ζωή με τη ζωή της μέρας, τονίζουν οι καλλιτέχνες της κίνησης «Η Νύχτα Ζει» που προειδοποιούν ότι θα ξενιτευτούν για να μπορέσουν να ζήσουν παίζοντας μουσική. Ο δήμος του Παρισιού, για να μετριάσει τις αντιδράσεις, δημιούργησε τον ιστότοπο http://www.parisnightlife.fr που προβάλλει δωρεάν τους χώρους διασκέδασης.

Αλλά υπάρχουν και αντιδράσεις πολιτικές. Στην Αγγλία, η απαγόρευση που απειλεί τις παμπ, τα bingo κλαμπ και τις εργατικές εστίες, θεωρήθηκε ως επίθεση στην εργατική τάξη από μια πιο εύπορη μεσαία τάξη που έχει πολύ περισσότερες επιλογές αναψυχής. Η Λέιντι Γκάγκα καπνίζει με αυθάδεια και ο συγγραφέας του μπεστ-σέλερ «Ο Θεός δεν είναι Μεγάλος» Κρίστοφερ Χίτσενς καταγγέλλει τις ακρότητες των αντικαπνιστών θυμίζοντας την απόρριψη, από τον προέδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Ρούσβελτ, της τελευταίας επιθυμίας ενός μελλοθανάτου να καπνίσει ένα τσιγάρο, με το επιχείρημα ότι ο θάλαμος εκτελέσεων είναι χώρος μη καπνιζόντων!

«ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΦΩΤΙΑ…»

Το τσιγάρο σίγουρα δεν τελειώνει, αλλά, μετά την απαγόρευση των διαφημίσεων που το μυθοποίησαν και το επέβαλαν με παραπλανητικά μηνύματα, χάνει τώρα άλλο ένα ζωτικό του στοιχείο, το δημόσιο χώρο. Ετσι, παραμένει ελεύθερο μόνο στα τραγούδια, αλλά κι αυτά πού θα τραγουδιούνται;

Τα βάσανα και οι καημοί, αλλά και το γλέντι, η μαγκιά και ο αντρισμός, αλλά και η χειραφέτηση της γυναίκας προσωποποιούνται με ένα τσιγάρο, αλλά σε ένα χώρο συνάθροισης.

«Ο κόσμος άλλαξε και πάρτε το χαμπάρι / και η γυναίκα στο εξής θα κουμαντάρει / Ηρθε καιρός να φύγω πια απ’ τη ρουτίνα / Απ’ του συζύγου τη σκλαβιά κι απ’ την κουζίνα / Είμαι η γυναίκα η μοντέρνα, που ψηφίζω / Γλεντώ στα κέντρα, πίνω ουίσκι και καπνίζω / Στην εξουσία κανενός πια δεν ανήκω», τραγουδάει η Μαρίκα Νίνου μεταπολεμικά χάρη στον Κώστα Μάνεση και τον Απόστολο Καλδάρα.

Τραγούδια που γράφονται για να παίζονται σε μαγαζιά με φωνές, μουσικές, μυρωδιές τσιγάρων, σωμάτων και αρωμάτων. Τραγούδια χαράς, παραζάλης, εκτόνωσης, στεναχώριας, απόγνωσης και καταχρήσεων. Τραγούδια για έρωτα, διασκέδαση, χορό και φλερτ.

«Δεν με νοιάζει, δεν ρωτάω… στο ‘να χέρι το τσιγάρο / στ’ άλλο χέρι το μπεγλέρι / Είμαι γυναίκα του γλεντιού / τα θέλω όλα δικά μου / και μοναχά ο έρωτας / γεμίζει την καρδιά μου», τραγουδούσε ανέμελα η Μαίρη Χρονοπούλου.

Τι θα απογίνουν αυτά τα αμέτρητα τραγούδια που έχουν σχέση με την κουλτούρα του καπνίσματος, γεννιούνται στους χώρους καπνίσματος και είναι αναπόσπαστα δεμένα με τη νυχτερινή έξοδο και την κοινωνική συναναστροφή; Ποιοι θαμώνες θα τα αποζητούν;

«Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ / τσιγάρο πρέφα και καφέ, / βρε, δεν βαριέσαι αδελφέ» τραγουδούσε ο Κώστας Χατζής με λόγια της Σώτιας Τσώτου στην Πλάκα, και παραδίπλα ο Μάνος Λοΐζος «Παρ’ ένα τσιγάρο, δώσε μου φωτιά / πώς τα πας Αλέκο, άσ’ τα ρε Κοσμά / Δε βαριέσαι φίλε, πιες ένα κρασί / σκάρτη πάντα θα ‘ναι η παλιοζωή».

Στα κέντρα και στα γλέντια, το πιο δημοφιλές μέχρι σήμερα τραγούδι που ανασταίνει και νεκρούς, μυρίζει τσιγάρο: «Αναψε το τσιγάρο, δώσ’ μου φωτιά / Έχω μεγάλο ντέρτι μες στην καρδιά» (Χαράλαμπου Βασιλειάδη και Γεράσιμου Κλουβάτου).

Και αυτή τη σκυτάλη πήραν οι σταρ της πίστας απευθυνόμενοι σε ένα νεανικό κοινό που πίνει και καπνίζει ανησυχητικά πολύ. Ο πρώην ροκάς Χρήστος Κυριαζής τραγούδησε «τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια», ο Στέλιος Ρόκκος «τσιγάρα, μπουκάλια και γίνομαι χάλια, για σένα το ξέρω θα καταστραφώ», ο Πασχάλης Τερζής «θα με σκοτώσει το τσιγάρο, θα με τελειώσει το πιοτό», ο Γιάννης Πλούταρχος «άλλη μια νύχτα χωρίς τα φιλιά σου, πίνω, καπνίζω, δακρύζω…», η Πέγκυ Ζήνα «το ποτό και το τσιγάρο θα με κόψει», ο Νότης Σφακιανάκης «Πίνω, πίνω, ξαναπίνω και καπνίζω σαν τρελός…» κ.λπ.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΧΩΡΙΣ ΤΣΙΓΑΡΟ;

Τι θα γίνουν, λοιπόν, αυτά τα τραγούδια; Θα τραγουδιούνται στα μαγαζιά; Ή θα γραφτούν τραγούδια τσιγαρονοσταλγίας; Και τι θα αντικαταστήσει το τσιγάρο στα τραγούδια; Πώς θα εκφράζεται η παρηγοριά, η συντροφιά, η αναμονή, ο χωρισμός, η μοναξιά, η απόρριψη, το τέλος; Θα βγει και το τραγούδι «έξω», όπως οι καπνιστές στα πεζοδρόμια;

Και τι θα κάνουν οι φαντάροι στα ΚΨΜ των στρατοπέδων και στα καφενεία της επαρχίας που διάλεγαν τα πιο βαριά ζεϊμπέκικα για να ρίξουν σόλο μερικές στροφές με το τσιγάρο μισοκαμένο ανάμεσα στα χείλια;

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ : ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 7   –  Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010
Advertisements

Όλα τα λεφτά στην πίστα…

‘Ολα τα λεφτά στην πίστα…

Μια βόλτα στις φωτισμένες πίστες με τις σκοτεινές συναλλαγές που συνδέουν χρόνια τώρα τους παράγοντες της μέρας με τον κόσμο της νύχτας

Η «Φαντασία» εκδικήθηκε συμπαρασύροντας στην κατεδάφισή της τον Τόλη Βοσκόπουλο, την υφυπουργό Αντζελα Γκερέκου και τη βιτρίνα του συστήματος, παρ’ όλο που ο πρωθυπουργός παραβρέθηκε στην «τελετή» με τις μπουλντόζες για να ξορκίσει ο ίδιος τα πνεύματα. Ομως, δεν έπιασαν τα ξόρκια. Η πρώτη παραίτηση υπουργού, και δη από το υπουργείο Πολιτισμού, ακολούθησε εντός ολίγου.

 Η «Φαντασία», στο Ελληνικό, απέναντι από το παλιό αεροδρόμιο, ήταν το «Μέγαρο» της διασκέδασης στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Κάθε τραγουδιστής που έκανε καριέρα ονειρευόταν ότι κάποια μέρα θα τραγουδήσει εκεί. Και κάθε μικροαστός που ανερχόταν οικονομικά φανταζόταν τον εαυτό του σε πρώτο τραπέζι στη «Φαντασία», το «Στορκ», τη «Νεράιδα» ή τα «Δειλινά». Γύρω απ’ αυτό το «φαντασιακό» διαμορφώθηκε η νυχτερινή διασκέδαση. Για τους πολιτικούς, τα μαγαζιά της παραλίας αντιπροσώπευαν την ευημερία, είτε υπαρκτή είτε εικονική. Πρόσφεραν τα «θεάματα», ακόμα κι αν δεν υπήρχε αρκετός «άρτος» για όλους. Για την παραεξουσία ήταν μια σταθερή πηγή υψηλού μαύρου εισοδήματος. Εκτοτε, πολλοί ελεγκτές του μηχανισμού που έχουν κέντρα διασκέδασης στην «ενορία» τους πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Περνώντας τις ώρες αιχμής από τα μαγαζιά χτίζουν ορόφους και βάζουν τζακούζι στα εξοχικά τους.

Τη φοροαποφυγή δεν την εφηύραν ούτε οι ιδιοκτήτες των κέντρων διασκέδασης, ούτε οι τραγουδιστές. Τη διαμόρφωσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Γιατί η φοροαποφυγή στη νύχτα ήταν φανερή και γνωστή. Τα μαγαζιά είναι δημόσιοι χώροι. Από αρχαιοτάτων χρόνων, εκατομμύρια πελάτες, μικρομεσαίοι (στα πίσω τραπέζια), πλούσιοι, υπουργοί και πρωθυπουργοί (στα μπροστινά), γνωρίζουν το καθεστώς λειτουργίας των μαγαζιών. Ούτε ο Αριστοτέλης Ωνάσης έπαιρνε θεωρημένες αποδείξεις από τη «Φαντασία», ούτε ο Αντρέας Παπανδρέου από το «Χάραμα». Ούτε οι αμέτρητοι βουλευτές και υπουργοί που γιορτάζουν γάμους και βαφτίσια των παιδιών τους, την ονομαστική τους εορτή και τις προεκλογικές τους συγκεντρώσεις ή τις εκλογικές νίκες στα κέντρα διασκέδασης, σε όλη την Ελλάδα.

Ακρόπολη και μπουζούκια

Εδώ και χρόνια, τα μαγαζιά συντηρούνται σε μεγάλο βαθμό από τους χορούς και τις συνεστιάσεις των κομμάτων και των συλλόγων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Οι πάντες πραγματοποιούν τις ετήσιες χοροεσπερίδες τους στα μαγαζιά. Και ο χορός των δικαστικών στη «Φαντασία» ή τα «Δειλινά» γινόταν. Και των εφοριακών. Οι περισσότερες πολεοδομικές αυθαιρεσίες στα μαγαζιά έγιναν για να μεγαλώσει η χωρητικότητά τους, με προεκτάσεις ή δεύτερες αίθουσες, για να προσελκύουν τους συλλόγους με τα πολλά μέλη (Τράπεζες, ΙΚΑ, υπουργεία, ΟΤΕ κ.λπ.). Οι νίκες στα ντέρμπι και οι κατακτήσεις κυπέλλων γιορτάζονται στα μαγαζιά. Ο Πανταζής (Πανιώνιος) και ο Ρέμος (Ηρακλής) δεν είναι οι μόνοι που επεκτάθηκαν στον επίσης αδιαφανή και ευνοημένο από τα κόμματα εξουσίας (με σκανδαλώδεις διαγραφές χρεών) επαγγελματικό αθλητισμό.

Ολα τα μεγάλα μαγαζιά έχουν ειδικευμένο προσωπικό που ασχολείται αποκλειστικά με τους χορούς, καλλιεργώντας γνωριμίες με κομματικούς παράγοντες, συνδικαλιστές και παράγοντες σωματείων πάσης φύσεως. Πολλοί φοιτητοπατέρες διακινούν χιλιάδες φοιτητές στα κέντρα διασκέδασης με το αζημίωτο. Ακόμα και σχολεία κατεβαίνουν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη με πρόσχημα μια επίσκεψη στην Ακρόπολη ή το Βυζαντινό Μουσείο, αλλά με πραγματικό σκοπό μια βραδιά σε μεγάλη πίστα. Συνήθως, για την επιλογή του χώρου διασκέδασης μεσολαβεί αλισβερίσι μεταξύ μαθητών, ταξιδιωτικών γραφείων και μαγαζιών.

Ανέκαθεν οι μαγαζάτορες έπρεπε να τα έχουν καλά με την αστυνομία και το βαθύ κράτος. Τα μεγαλύτερα κοσμικά μαγαζιά τα είχαν άνθρωποι με πιστοποιημένη πολιτική ταυτότητα ή κομματική σχέση. Ενας δηλωμένος βασιλικός, ένας κουμπάρος ισχυρότατου πολιτικού της δεξιάς, ένας πρώην μπράβος και μία προστατευόμενη υπουργού της χούντας ήταν οι σημαντικότεροι επιχειρηματίες της νύχτας στη δεκαετία του ’70. Και για να είναι αποτελεσματικός ο έλεγχος σε όλα τα μαγαζιά, η απαραίτητη άδεια λειτουργίας τους ήταν πάντα σε εκκρεμότητα, ώστε οι μαγαζάτορες να βρίσκονται σε μια διαρκή ομηρία και να είναι ευάλωτοι στους εκβιασμούς των αρχών, επ’ ανταλλάγματι.

Στα νεότερα χρόνια, το καθεστώς προσαρμοζόταν στις αλλαγές. Οι παλιοί επιχειρηματίες δεν πειράχτηκαν, αλλά βοηθήθηκαν άλλοι που πρόσκεινταν στο ΠΑΣΟΚ ή σε στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με παραχωρήσεις χώρων του Δημοσίου, διευκολύνσεις δανείων για «πολιτιστικά κέντρα» κ.λπ. Είτε με λάδωμα είτε με πολιτικά κονέ και διαμεσολαβήσεις δόθηκαν θέατρα, στάδια, παραλίες, πάρκα, ακόμα και τοποθεσίες προσκείμενες σε αρχαιολογικούς χώρους, για να γίνουν καφετέριες και κέντρα διασκέδασης. Λέγεται, μάλιστα, ότι και η κατεδάφιση του θαυμάσιου «Ορφέα», στην οδό Σταδίου, χωρητικότητας 1.700 ατόμων, έκρυβε και άλλες σκοπιμότητες πέρα από την αποτροπή δημιουργίας εναλλακτικής αίθουσας στη μονοκρατορία του Μεγάρου.

Μέσα σ’ αυτή την ηθελημένη από τα κέντρα εξουσίας θολή κατάσταση, οι μαγαζάτορες ικανοποιούν τις ιδιοτελείς απαιτήσεις των πολιτικών και των υπαλλήλων της αστυνομίας, της εφορίας, της πολεοδομίας, του υγειονομικού και της πυροσβεστικής για να κρατάνε τα μαγαζιά τους ανοιχτά. Καθ’ οδόν, στη διαδικασία αδειοδότησης (και λαδώματος) προστέθηκαν οι δήμοι. Και, από τη δεκαετία του ’90, εδραιώθηκε πιο οργανωμένα η «προστασία» του «ιδιωτικού» τομέα. Δηλαδή, η φοροδιαφυγή και οι άλλες παραβάσεις (παράνομα κτίσματα, δολοφονικά ποτά-μπόμπες, έλλειψη πυρασφάλειας και εξόδων κινδύνου κ.ά.) γίνονται ανεκτές και ενθαρρύνονται σιωπηρά από μηχανισμούς του κράτους και της αυτοδιοίκησης, για να εισπράττουν μερίδιο όλοι οι εμπλεκόμενοι, όχι βέβαια για τα δημόσια ταμεία, αλλά για τις τσέπες τους. Ακόμα και συγγενείς και φίλοι υπουργών και δημάρχων προσλαμβάνονται σε μαγαζιά, με αργομισθίες. Και αστυνομικοί εν ενεργεία δουλεύουν σεκιούριτι σε μαγαζιά, αφού το κράτος αφήνει τον υπόκοσμο να αναπτύσσεται.

Πόρτα στον υπόκοσμο

Σκοπίμως, λοιπόν, δεν μπαίνει τάξη στη διασκέδαση, γιατί βολεύεται ένας ολόκληρος παρασιτικός ιστός που πλέχτηκε γύρω από τα μαγαζιά και τα απομυζά. Μπορεί αυτό να ακούγεται παράδοξο, αλλά οι επιχειρηματίες της νύχτας περπατούν σε τεντωμένο σχοινί. Οι μηχανισμοί ωθούν προς την αντίθετη από το νόμο κατεύθυνση. Η κρατική ασυδοσία δυσκολεύει τους επιχειρηματίες που δεν διαθέτουν ισχυρούς δεσμούς με τα παρακλάδια της εξουσίας και ανοίγει περισσότερο την πόρτα στο οργανωμένο έγκλημα.

Οι τραγουδιστές έγιναν ισχυρό εξάρτημα αυτού του καθεστώτος. Κατ’ αρχήν άθελά τους, γιατί έτσι βρήκαν τους χώρους δουλειάς και δεν είχαν περιθώρια επιλογής. Από τα κέντρα της παραλίας αναδείχτηκαν η Αλεξίου, ο Μητροπάνος, η Μαρινέλλα, ο Νταλάρας, η Γαλάνη, ο Καλογιάννης και πολλοί άλλοι του λεγόμενου ποιοτικού τραγουδιού. Ακόμα κι ο Ξαρχάκος έκανε μουσικές βραδιές στην παραλία. Και ο Μάνος Χατζιδάκις είχε αναγκαστεί για φορολογικές επιπλοκές να καταφύγει στην Αμερική.

Στη συνέχεια, όμως, χάρη στην προνομιακή τους προβολή από τις εταιρείες δίσκων και τα ΜΜΕ, οι τραγουδιστές (όχι οι συνθέτες και οι μουσικοί) όλων των αποχρώσεων εξελίχτηκαν σε ρυθμιστικούς παράγοντες των οικονομικών της διασκέδασης. Οσο καλό μαγαζί κι αν έχει κανείς, χωρίς τους επίκαιρους τραγουδιστές δεν μπορεί να κάνει ικανοποιητικές εισπράξεις. Αυτό εντείνει τον ανταγωνισμό των μαγαζιών στη διεκδίκηση των τραγουδιστών με σουξέ, με συνέπεια τα «μεροκάματα» να εκτινάσσονται από χρονιά σε χρονιά στα ύψη συμπαρασύροντας προς τα πάνω, όχι πάντως αναλογικά, τα μεροκάματα και των μικρότερων ονομάτων. Λεφτά συνήθως μαύρα, αφού το σύστημα είναι έτσι δομημένο. Οσο δε αυξάνονται τα «μεροκάματα», αυξάνεται η ελαχίστη κονσομασιόν, αλλά και η φοροδιαφυγή. Οι επιχειρήσεις δεν δηλώνουν όλες τις εισπράξεις τους, αλλά δεν δηλώνουν ούτε όλα τα έξοδά τους, αφού οι τραγουδιστές συνήθως δίνουν «λειψά» παραστατικά για τα «μεροκάματά» τους που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του λειτουργικού κόστους των μαγαζιών. Δηλαδή, φαύλος κύκλος.

Αυτή η κατάσταση σταδιακά παγιώνεται, ενώ παράλληλα γίνονται σημαντικές επενδύσεις σε κτίρια και εξοπλισμούς και αυξάνονται οι απασχολούμενοι. Δεκάδες χιλιάδες σερβιτόροι, λαντζέρηδες, μάγειροι, λογιστές, παρκαδόροι, ηχολήπτες, τεχνικοί και προμηθευτές μουσικών οργάνων, ποτών, τροφίμων, επίπλων κ.λπ. ζουν από τον κλάδο διασκέδασης, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την τουριστική βιομηχανία. Ενας πολύ σημαντικός κλάδος που αντιμετωπίστηκε με ιδιοτέλεια και προχειρότητα από τους παράγοντες του κράτους, με συνέπεια να εκσυγχρονιστεί άναρχα, να αναπτυχθεί πάνω σε πήλινα πόδια και σε κάποιο βαθμό να γίνει εστία ξεπλύματος μαύρου χρήματος και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων.

Ο βαθμός αναξιοπιστίας των κυβερνήσεων φάνηκε και από άλλα «μέτρα» της τελευταίας δεκαετίας. Το εισιτήριο εισόδου εφαρμόστηκε πλημμελώς εξυπηρετώντας μόνο τους ελεγκτές του υπουργείου Οικονομικών. Ο διαχωρισμός των μαγαζιών σε καπνίζοντες και μη δεν εφαρμόστηκε ποτέ, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά οι πιο νομοταγείς, που έκαναν πολυδάπανες μετατροπές στα μαγαζιά τους. Απ’ όπου και να την πιάσεις, η εξουσία βρομάει.

Σφακιανάκης, Βίσση, Τερζής και πολλές άλλες φίρμες ελέγχθηκαν για τη φορολογική τους συμπεριφορά. Αλλά η δομή του επαγγελματικού τους χώρου δεν άλλαξε. Η απροθυμία του κράτους να εφαρμόσει μία συστηματική πολιτική όχι εξόντωσης, αλλά εξυγίανσης του κλάδου της διασκέδασης, την οποία σίγουρα θα επιθυμούσαν αρκετοί σοβαροί επιχειρηματίες και κυρίως οι εργαζόμενοι, καθιστά τις επιλεκτικές διώξεις ύποπτες. Αναμφίβολα, οι μεγαλοτραγουδιστές, καλοί και κακοί, ευνοήθηκαν οικονομικά από το σύστημα, αλλά όχι μόνο με τις υπέρογκες αδήλωτες αμοιβές. Για παράδειγμα, πάμπολλες συναυλίες μοιράζονταν από υπουργεία και δήμους μέσα από κυκλώματα γνωριμιών και αλληλοεξυπηρετήσεων. Γνωστοί τραγουδιστές φιγουράρουν ακόμα και σε προεκλογικά φυλλάδια υποψηφίων βουλευτών ή εμφανίζονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις τους.

Ελεγχος «για τα μάτια»

Συμπερασματικά, οι έλεγχοι δεν γίνονται για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα του συστήματος, αλλά, αντιθέτως, για να διαιωνιστούν. Απλώς, κάποιοι χρησιμοποιούνται κάθε φορά σαν εξιλαστήρια παραδείγματα, είτε γιατί αρνήθηκαν πολύ χοντρούς εκβιασμούς, είτε για να δοθεί η εντύπωση στους φορολογούμενους ότι το κράτος αγρυπνά και οι πολιτικοί κάνουν καλά τη δουλειά τους, είτε για να πληγούν κάποιοι αντίπαλοι, πολιτικοί ή επιχειρηματίες. Σε ένα κράτος που κάθε κυβερνητικός παράγοντας κάνει αμέτρητα ρουσφέτια, ο τότε σύμβουλος του πρωθυπουργού Γ. Πανταγιάς εκδιώχτηκε ξαφνικά με την κατηγορία ότι μεσολάβησε για ευνοϊκή διευθέτηση του χρέους του Γ. Νταλάρα στην εφορία. Οι παροικούντες γνωρίζουν ότι ο Πανταγιάς, προβάλλοντας υπέρμετρα τον εαυτό του στον Πειραιά (με τη συμβολή και φίλων τραγουδιστών) εις βάρος άλλων υποψηφίων, ενεργοποίησε τα εσωκομματικά μαχαίρια που άστραψαν και βρόντηξαν. Και, σήμερα, ενώ ο κόσμος απαιτεί εφόδους της εφορίας στα «μεγάλα σαγόνια» της Siemens, των ομολόγων, του χρηματιστηρίου, του Βατοπεδίου, των Ολυμπιακών Αγώνων, των χαριστικών δανείων, των εξοπλιστικών προγραμμάτων κ.λπ., που ρούφηξαν τα δεκάδες δισ. που λείπουν από τα κρατικά ταμεία, ο μηχανισμός αποπροσανατολισμού ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στα ψιλικά της Τζούλιας Αλεξανδράτου, γιατί αυτό «πουλάει»! Δηλαδή, ο έλεγχος των οικονομικών των ανθρώπων της σόουμπιζ γίνεται είτε από σπόντα είτε από τσόντα!

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Τα Εξάρχεια των ωδείων και των ιδεών

Τα Εξάρχεια των ωδείων και των ιδεών

Εκτός από κλομπ και μολότοφ, εδώ θα βρεις και χειροποίητα λαούτα και δερματόδετα βιβλία. Η πιο επεισοδιακή συνοικία της Αθήνας είναι ίσως και η πιο πολιτισμένη

[φωτ.: ΕΛΕΝΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ]

 

Σκεφθείτε μια μικρή συνοικία στο κέντρο της Αθήνας, που περικλείεται από: Γαλλικό Ινστιτούτο, Ελληνοαμερικανική Ενωση, Νομική Σχολή, Κτίριο Κωστή Παλαμά, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Ακαδημία, Πανεπιστήμιο, Εθνική Βιβλιοθήκη, Λυρική Σκηνή, Πολυτεχνείο, Αρχαιολογικό Μουσείο, Πεδίον του Αρεως και λόφο του Στρέφη.

 Το ‘πε και το ‘κανε το Πανεπιστήμιο. Ανακαίνισε εκ θεμελίων το κτίριο του Τσίλερ στη Σόλωνος, μετατρέποντάς το σε κέντρο επιστήμης, παιδείας και πολιτισμού. Και στο εσωτερικό της περιλαμβάνει βιβλιοπωλεία, δισκάδικα, θέατρα, σχολές χορού, μουσικές σκηνές, συλλόγους και πολιτικά στέκια, σχολεία και φροντιστήρια, και όλη τη σύγχρονη τεχνολογία πληροφορικής, μαζί με σπίτια, καφενεία, μπουτίκ, μπακάλικα, ξενοδοχεία, δικηγορικά γραφεία, πλούσια λαϊκή αγορά κι ένα αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο!

Αυτή η συνοικία, με ακτίνα τετρακοσίων μέτρων από την κεντρική της πλατεία, είναι τα Εξάρχεια. Μια συνοικία μοναδική, που έχει απ’ όλα σε απόσταση λίγων λεπτών: κατοικία, παιδεία, πολιτισμό, εμπόριο, ψυχαγωγία, συγκοινωνίες.

Αν αποκλειστείς στα Εξάρχεια, δεν θα σου λείψει τίποτα! Ενας τόπος κουλτούρας που διαφέρει από τους προσχεδιασμένους τόπους διαχείρισης των αναγκών. Ενας χώρος που όλο το εικοσιτετράωρο μπαινοβγαίνουν χιλιάδες νέοι με βιβλία, CD, υπολογιστές και εφημερίδες, πηγαίνοντας για δουλειά, σπουδές, αναψυχή και ψώνια.

Η περιοχή έχει αλλάξει από την εποχή που ο Ορέστης Μακρής έκανε τον μεθύστακα στην ταβέρνα του Μπαρμπα-Γιάννη, ο Χορν πολιορκούσε τη Λαμπέτη στα σκαλοπάτια της Νεάπολης και ο Γιώργος Φούντας έσφαζε τη Μελίνα Μερκούρη στην Καλλιδρομίου για το φινάλε της «Στέλλας» του Κακογιάννη, αλλά υπάρχουν ακόμα ευδιάκριτα ίχνη μιας άλλης αρχιτεκτονικής και άλλων χαρακτηριστικών, που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν. Στο «Ιδεόγραμμα» βγάζουν βιβλία φτιαγμένα στο χέρι. Το «Πανελλήνιον» είναι γεμάτο με σκακιστές που παίζουν κάτω από τη φωτογραφία του Καρπόφ, που είχε επισκεφθεί το καφενείο το 1992. Στον «Ασημακόπουλο» γαλακτομπούρεκα προκαλούν τους περαστικούς. Στη «Μουριά» παίζουν τάβλι στα ωραία μωσαϊκά και στη στοά της Οπερας ο Φώτης συνεχίζει την παράδοση του πατέρα του διατηρώντας τον καναπέ του τσαγγάρη και επιδιορθώνοντας αριστοτεχνικά τα παπούτσια των περιοίκων και των χορευτών της Λυρικής.

Σήμερα, το κύριο γνώρισμα της περιοχής είναι οι νέοι. Χιλιάδες νέοι. Αν και η μετεγκατάσταση πολλών σχολών στην Πανεπιστημιούπολη συμπαρέσυρε τη φοιτητική κατοίκηση, μια ψαγμένη γενιά νέων απ’ όλη την Αθήνα βρήκε στα Εξάρχεια ό,τι την ενδιαφέρει. Μουσική, πληροφορική, κόμικς, φλερτ, ακτιβισμό, μόδα, κοινωνικότητα. Οι φιγούρες του Παλαμά, του Λαπαθιώτη, του Φίνου και της Βέμπο, του Βακιρτζή και του Βάρναλη στην ταβέρνα του Γιαμπάνη, σηματοδότησαν τα παλιά Εξάρχεια όπως και οι μεταγενέστερες των Βακαλόπουλου, Ασιμου, Κωνσταντινίδη, Μπαλή, Γώγου, Ελεφάντη, Χρηστάκη και των Φελέκη, Βούλγαρη, Ξαρχάκου, Παπαγιώργη και Καλαϊτζή στη μεταπολίτευση.

Με λάπτοπ και λαϊκά όργανα

Τα τελευταία χρόνια, όμως, δεσπόζουσες είναι οι φυσιογνωμίες των νέων που δίνουν ζωή στις κυψέλες πολιτισμού και πολιτικής. Παιδιά με λάπτοπ, μπαγλαμάδες, σκουλαρίκια, ξένες γλώσσες και ευαισθησίες. Οχι μόνο τα παιδιά με τα μαύρα που απεικονίζονται στα γκράφιτι του Pete. Παιδιά που ασχολούνται με τέχνες και γράμματα, παιδιά που φυτεύουν δέντρα στο πρώην πάρκινγκ της οδού Ναυαρίνου το οποίο μετατράπηκε με φαντασία και φτυάρια σε αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο με δέντρα, καθιστικά, παιδική χαρά και χώρους προβολών και παραστάσεων. Ακτιβιστές που συνυπάρχουν με δραστήριους κατοίκους και επαγγελματίες που συμμετέχουν σε επιτροπές και συλλόγους των Εξαρχείων.

Ολα αλληλένδετα, σε σωστές δόσεις. Μέσα σε πολυκατοικίες και μαγαζιά ένα πολύμορφο εργαστήρι παραγωγής ιδεών και πραγμάτων. Το πιο μεγάλο στα Βαλκάνια. Φιλοξενεί, διακινεί και παράγει προϊόντα πολιτισμού για άμεση χρήση και εξαγωγή. Αυτό που στο Βερολίνο ή το Πεκίνο αποκαλείται «creative area». Σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης, μια συνοικία με 340 εκδοτικούς οίκους και βιβλιοπωλεία, συν δεκάδες τυπογραφεία, βιβλιοδετεία, ατελιέ γραφιστικών και φωτογραφικά εργαστήρια θα αποτελούσε το καμάρι της πόλης!

Πολλοί εκδότες-βιβλιοπώλες έχουν διαμορφώσει όμορφα κτίρια σε πολυχώρους γραμμάτων και τεχνών. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών-Βιβλιοπωλών και οι αθηναϊκοί φορείς του βιβλίου ΣΕΒΑ και ΣΕΚΒ στη Θεμιστοκλέους. Πιο πέρα το «Κέντρο Λόγου και Τέχνης» του Θανάση Καστανιώτη, η «Αγρα» του Σταύρου Πετσόπουλου στη Ζ. Πηγής, το «Παρ’ υμίν» του Λευτέρη Τζανακάκη στη Χ. Τρικούπη, η «Στιγμή» του Αιμίλιου Καλιακάτσου στην Καλλιδρομίου, η «Αγκυρα» της οικογένειας Παπαδημητρίου στη Σόλωνος, η «Ωκεανίδα» στη Δερβενίων…

Μεγάλα βιβλιοπωλεία («Πολιτεία», «Εστία» και «Πρωτοπορία»), αλλά και μεγάλης πολυφωνίας: «Ναυτίλος» (πολιτικοκοινωνικό και θρησκευτικό βιβλίο!), «Μαρξιστικό» (κλασικό), «Φαγκότο» (μουσικό), «Ελεύθερος Τύπος» (αντιεξουσιαστικό), «Σωτήρ» (εκκλησιαστικό), «Solaris» και «Comicon» (κόμικς και επιστημονική φαντασία), «Γκούτεμπεργκ-Τυπωθήτο», «Παπασωτηρίου» και «Σαββάλας» (εκπαιδευτικό), μέχρι και το βιβλιοπωλείο του Αδωνη Γεωργιάδη (αρχαιοελληνική δόξα και βιβλία περί σωμάτων ασφαλείας και εθνικής άμυνας…).

Παρουσιάσεις και τραπεζάκια έξω

Σε αρκετά βιβλιοπωλεία («ΚΨΜ», «Εναλλακτικό», «Πατάκη» κ.ά.) οργανώνονται ομιλίες και παρουσιάσεις βιβλίων και στους νέους χώρους συνδυάζεται ο καφές με διακίνηση βιβλίων και ιδεών.

Ο «Γαβριηλίδης» βγάζει τραπεζάκια έξω το Σάββατο. Το «Dasein» με προβολές και φιλοσοφικές συζητήσεις, το καφέ-βιβλιοπωλείο «Βοξ» του Λιβάνη και στην Μπλε πολυκατοικία το «Φλοράλ» του Γιώργου Θαλασσινού και των εκδόσεων «Οξύ» που υπέστη την εισβολή της αστυνομίας στην παρουσίαση ενός πολιτικού βιβλίου!

Οι εταιρείες διανομής (Χριστάκης, Τζανακάκης, «Κατάρτι», Μαρίνης, Σίμος, Κανάκη κ.ά.) διοχετεύουν καθημερινά χιλιάδες βιβλία ώς το πιο ακριτικό βιβλιοπωλείο.

Αν ο πρώτος στύλος είναι βιβλίο, ο δεύτερος είναι μουσική. Μπορείς να βρεις από ψηφιακό εξοπλισμό για στούντιο ηχογραφήσεων στο Bon studio και ενισχυτές Marshall, κιθάρες Fender και ρώσικα πιάνα σε τριάντα καταστήματα μέχρι τούρκικα ούτια στην «Πανδώρα»! Και χειροποίητα μπουζούκια και μπαγλαμάδες στα οργανοποιεία του Βάρλα και του Καφετζόπουλου που έχουν πελάτες απ’ τη Φιλανδία και το Ισραήλ!

Αλλα τόσα δισκάδικα, συνεχίζοντας την παράδοση του «Pop 11» και της «Στροφής» του Μανάκου, εξειδικευμένα. Κλασική και τζαζ στη «Λέσχη του Δίσκου» και τα άλλα μαγαζιά στη Στοά της Οπερας, ραπ, ελεκτρόνικα, ιντάστριαλ και χαρντ ροκ στα Discobole, Darkcell Records, Art Rat, Purple Haze κ.λπ., βινύλια σίξτις στο κουκλίστικο Phonograph Records του Φώτη στην Α. Μεταξά και Καζαντζίδης στα «Λιοτρόπια». Ανεξάρτητες παραγωγές από τις δισκογραφικές «Καθρέφτη» του Μωϋσή Ασέρ και «Protasis» του Νίκου Οικονόμου.

Στα ωδεία προσέρχονται καθημερινά εκατοντάδες παιδιά και έφηβοι για να μάθουν πιάνο ή ποντιακή λύρα. «Παλλάδιον», Εθνικό Ωδείο, «Μουσικοί Ορίζοντες» και Νάκας με εκδόσεις, όργανα και αίθουσα συναυλιών. Επίσης συνεχίζει η σχολή του Σίμωνα Καρά για ψαλτάδες, μουσικούς και δασκάλους παραδοσιακής μουσικής. Και στο αυτοδιαχειριζόμενο «Nosotros» δεκάδες νέοι μαθαίνουν μπουζούκια και κιθάρες, μαζί με ομάδες θεάτρου, χορού, κινηματογράφου και φωτογραφίας που δραστηριοποιούνται στον πολυχώρο της πλατείας.

Στις μουσικές σκηνές, πέρα από το «An Club» που έχει φιλοξενήσει από Παύλο Σιδηρόπουλο έως Blind Faith, είναι οι «Βάτραχοι», «After Dark», «In Vivo», «Texas Necropolis», «Παράφωνο» κ.λπ. Στο ελληνικό τραγούδι, «Ταξίμι», «Ρεμπέτικη Ιστορία», «Κάβουρας», «Μποέμισσα», «Μακάρι», «9/8», «Σφεντόνα», «Μπαράκι του Βασίλη» κ.ά., με ρεμπέτικο, λαϊκό, μπαλάντες και έντεχνο τραγούδι. Περπατώντας στα Εξάρχεια συναντάς παρέες που διασκεδάζουν στα καφενεία με κιθάρες, μπουζούκια, τσιπουράκι και μεζέδες. Τα καφενεία Μεσολογγίου και Κωλέττη, της Ναυαρίνου και του Ρούσου, «Μύλος», «Χάρτες», «Ιντριγκα», «Διπλό Καφέ», «Χημείο» και «Ντεκαντάνς» είναι λίγα από τα αμέτρητα καφέ-μπαρ όπου συχνάζουν οι νέοι και οι αγέραστοι.

Γευστική ποικιλία

Σαν αντίλογος στα φαστφουντάδικα άνοιξαν φαγάδικα με υλικά βιολογικής καλλιέργειας («Βασιλικός» και «Γιάντες»). Μαζί με τις παραδοσιακές ταβέρνες «Αμα Λάχει», «Ροζαλία», «Τσέλιγκας», «Βεργίνα» κ.λπ. και τα μοντέρνα εστιατόρια («Salero», «Φασόλι» κ.ά.). Αν προσθέσεις ψησταριές και σουβλατζίδικα («Προδόρπιον», «Κάβουρας», «Αγραφα» κ.λπ.), το «Σοφρά» με αυθεντικό τούρκικο κεμπάπ στην πλ. Κάγνιγγος, αλλά και μπιραρίες, τρατορίες, κρεπερί, τοστάδικα, ρυζογαλάδικα και ζαχαροπλαστεία, συν τις ψαροταβέρνες της Θεμιστοκλέους, η γευστική ποικιλία είναι πλήρης. Ο συνεταιριστικός «Σπόρος» φέρνει καφέ, τσάι και άλλα φυσικά προϊόντα από ζαπατίστικες κοινότητες και κοοπερατίβες του Μεξικού, Ισημερινού, Βολιβίας κ.λπ. που δεν φτάνουν στα ράφια του σουπερμάρκετ. Για τους οικόσιτους η σαββατιάτικη λαϊκή αγορά είναι παράδεισος.

Ενώ ολόκληρες πόλεις δεν έχουν ούτε έναν κινηματογράφο, στα Εξάρχεια, «Ριβιέρα», «Βοξ» και «Εκράν» το καλοκαίρι και «Ελλη», «Οπερα και Ααβόρα» το χειμώνα προβάλλουν καλές ταινίες. Εργα ποιότητας ανεβάζουν το Νέο Ελληνικό Θέατρο, ο «Φούρνος» και το «Θέατρο των Εξαρχείων».

Μαθαίνοντας αλβανικά

Η ανακαίνιση του επιβλητικού Χημείου που έχτισε ο Τσίλερ και η μετατροπή του σε μουσείο, βιβλιοθήκη και χώρο διαλόγου, δίνει νέα ώθηση στην περιοχή. Καθημερινά, εκτός από τους φοιτητές διαφόρων σχολών (Αρχιτεκτονική, Νομική, Παιδαγωγικό κ.λπ.) και ΙΕΚ (Akto, Δέλτα κ.ά.), 3.500 σπουδαστές καταφθάνουν στα Εξάρχεια για τα μαθήματα 28 γλωσσών (μέχρι αλβανικά και περσικά) που διδάσκονται στο «Διδασκαλείο» του Πανεπιστημίου.

Αντίστοιχα, εκατοντάδες μετανάστες έχουν μάθει ελληνικά από την ομάδα δασκάλων «Πίσω Θρανία» στο «Στέκι Μεταναστών», όπου συναντιούνται πολλές από τις πενήντα συλλογικότητες που δραστηριοποιούνται στα Εξάρχεια. Από εκεί ξεκίνησε και το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ που καθιερώθηκε ως θεσμός. Και στο «Αυτόνομο Στέκι» συνυπάρχουν άλλες συσπειρώσεις.

Με πολλούς νέους δικηγόρους, το Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα συμπαραστέκεται σε όσους υποφέρουν από την κρατική αυθαιρεσία. Και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών έχει πάρει πολλές πρωτοβουλίες με παρεμβάσεις στις αρχές και εκδηλώσεις στα γραφεία της Ακαδημίας. Κοντά είναι η Νομική Βιβλιοθήκη και το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων. Και το ΚΕΘΕΑ που βοηθάει χρήστες να απαλλαγούν από τα ναρκωτικά, ενώ για όσους προτιμούν τα σπορ, ο ένδοξος Αστέρας συμπλήρωσε 81 χρόνια μπάλας!

Στα Εξάρχεια βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ, το οποίο μετακόμισε πρόσφατα, αλλά συνοικία δεν άλλαξε. Το ΚΚΕ διατηρεί το κεντρικό βιβλιοπωλείο της «Σύγχρονης Εποχής» δίπλα στην εκκλησία της Ζ. Πηγής. Η απόπειρα μεταφοράς του υπουργείου Πολιτισμού σε περιοχή πολιτιστικά ουδέτερη ήταν εξαιρετικά άστοχη.

Καλύτερα θα ήταν να είχε κηρύξει τα Εξάρχεια διατηρητέα! Και ο Δήμος Αθηναίων να φρόντιζε περισσότερο την καθαριότητα, τα πεζοδρόμια, τα σκαλοπάτια, το πράσινο και την ανακύκλωση.

Τα Εξάρχεια βάλλονται από τα ΜΜΕ, αλλά έχουν δικούς τους διαύλους επικοινωνίας. Εκδηλώσεις στην πλατεία, συναθροίσεις στην αίθουσα Γκίνη του Πολυτεχνείου, χιλιάδες σάιτ στο Διαδίκτυο, αφίσες, πανό, προκηρύξεις, εφημερίδες και περιοδικά. «Εποχή», «Πριν», «Ουτοπία», «Γαλέρα», «Βαβέλ», «Αρδην», «Αλάνα», «Resistencias», «Βαβυλωνία», «Athens Voice», «Πολίτες», «Διαβάζω», «Οδός Πάνος», «Τετράδια», «Το δέντρο» και πολλά άλλα. Και η Απογευματινή σταθερά στη Φειδίου. Κι εμείς στα Εξάρχεια με το «Ντέφι». Ηδη λειτουργούν διαδικτυακά ραδιόφωνα, όπως το vmr.gr που εκπέμπει από το δισκάδικο του Νεκτάριου στη Διδότου, ενώ το tvxs.gr του Στέλιου Κούλογλου καλύπτει συστηματικά τα γεγονότα στην περιοχή.

Για τατουάζ και κομπολόγια

Αν θέλεις να γίνεις μουσικός, γραφίστας ή ζογκλέρ, αν θέλεις να κουρευτείς στρέιτ στη Μένη ή παράξενα στην Αστρινιώ, να ζωγραφίσεις στο δρόμο, να κάνεις τατουάζ στη «Medusa Tattoo», να βγάλεις καλές φωτοτυπίες στου Βαθειά, να χαρτζιλικώσεις τους βαλκάνιους μουσικούς του δρόμου, να πρασινίσεις το μπαλκόνι σου στο «Allegre grow shop»… Να αγοράσεις μεταχειρισμένα ρούχα στο «Yesterday’s bread», πειρατικά CD από Αφρικάνους, χειροποίητες κούκλες και πορτατίφ στο Strawberry, ασυνήθιστα μπεγλέρια στο Αθηναϊκό Κέντρο κομπολογιού, τισέρτ με απίθανες στάμπες που φτιάχνουν οι ροκάδες στο «The Lab», λουλούδια από τον Κώστα στο πεζοδρόμιο του Χημείου και μανταρίνια από το καρότσι του Γιάννη απέναντι από το Παιδαγωγικό, ακόμα και ντέξιον για την αποθήκη ή το μαγαζί σου, πηγαίνεις στα Εξάρχεια. Και όλα τα καταστήματα αερομοντελισμού είναι συγκεντρωμένα στην Ιπποκράτους.

Μπορεί τόσα θαυμαστά να χωράνε σε μια τόσο μικρή συνοικία; Στα Εξάρχεια, ναι!

Χιλιάδες άνθρωποι, όλο το εικοσιτετράωρο, χιλιάδες δράσεις. Δημιουργικοί χειρόνακτες με πινέλο ή «ποντίκι». Με σημαντικές επενδύσεις σε κτήρια, ποιοτικές υπηρεσίες και προϊόντα. Χωρίς βιομηχανίες θεάματος-ακροάματος και Mall. Με ανθρώπους της καινοτομίας και των ιδεών. Με εναλλακτικές προτάσεις διαβίωσης. Αυτή είναι η αληθινή φύση και ο πλούτος των Εξαρχείων. Πολλαπλά πεδία δημιουργικής συμβίωσης και αμέτρητοι άνθρωποι που επανδρώνουν εκπαιδευτικά ιδρύματα, καλλιτεχνικά εργαστήρια, κοινωνικούς φορείς, χώρους ψυχαγωγίας και καταστήματα. Τα Εξάρχεια είναι τόπος ζεστός και δυναμικός που αντέχει και τις όποιες παραφωνίες του. Τόπος με παράδοση αντίστασης από την Κατοχή και τεράστια συμβολή στον αντιδικτατορικό αγώνα με Πολυτεχνείο, Χημείο και Νομική. Ενας τόπος ευαισθησίας, ζύμωσης και αναζωογόνησης.

Η πολιτική του κράτους θέτει πολλά ερωτήματα. Γιατί η βαριά οπλισμένη αστυνομική δύναμη κάνει ταπεινωτικούς ελέγχους και προσαγωγές νέων, σπουδαστών, εργαζομένων ή πελατών, ενώ αφήνει τους εμπόρους ναρκωτικών να πουλάνε ανενόχλητα την ηρωίνη στα θύματά τους;

Μήπως η δράση των πολιτικά ανώριμων «μπαχαλάκηδων» υποθάλπεται γιατί αποσπάει την οργή της κοινής γνώμης από τους ληστές του δημόσιου πλούτου (Χρηματιστήριο, Siemens, ομόλογα, Βατοπέδι κ.λπ.);

Και τα σχέδια για «ανάπλαση»; Οι συμβολαιογράφοι επισημαίνουν ότι «το real estate καραδοκεί»! Τσολιαδάκια και μουσακάς στην Πλάκα, καπουτσίνο και σαγανάκι στου Ψυρρή, ουίσκι μπόμπα και διασκεδαστήρια στον Κεραμεικό. Συν ακριβά «στούντιο» και «λοφτ» για νεόπλουτους.

Η μέθοδος δοκιμασμένη. Προηγείται η τεχνητή υποβάθμιση και πτώση τιμών, ακολουθούν οι μαζικές αγορές από «ημέτερους» και μετά η «αναβάθμιση»!

Οποια κι αν είναι τα «σχέδια», όσο μεγάλη κι αν είναι η εξωτερική πίεση, η κοινωνία των Εξαρχείων σφύζει από ζωή και δημιουργία. Και δεν χρειάζεται μετάλλαξη.

Στέλιος Ελληνιάδης

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια

Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια

Σε μια εντελώς αντιφατική εποχή, η Ελλάδα ζει την παραγωγή εξαιρετικής μουσικής, αλλά και την άνθηση των κέντρων διασκέδασης

Στην Ελλάδα φτάνουν μόνο τα αντιπολεμικά τραγούδια και δημιουργείται ένα υπόγειο ρεύμα μεταξύ νέων που μαζεύονται σε σπίτια για να ακούσουν δισκάκια και να ανταλλάξουν πληροφορίες.

Τα μακριά μαλλιά και η ροκ μουσική αποτελούν στοιχεία ανυπακοής. Ετσι, διαμορφώνεται η ροκ σκηνή που στο κλείσιμο της δεκαετίας επισκιάζει την ποπ σκηνή, αντικαθιστώντας τα κοστουμάκια και τις γραβατούλες των συγκροτημάτων με σταμπωτές ψυχεδελικές φανέλες, χαϊμαλιά, τζιν και αμπέχονα. 

Στις μπουάτ της Πλάκας, η ασφάλεια κάνει εφόδους για εξακρίβωση στοιχείων και για να ελέγξει τα προγράμματα του Γιώργου Ζωγράφου, του Κώστα Χατζή ή της Αρλέτας, στο «Δώμα», τις «Εσπερίδες», τη «Σοφίτα»…

Το ελληνικό τραγούδι, παρά τη λογοκρισία και την αμορφωσιά των συνταγματαρχών, συνεχίζει να παράγει εξαίρετα τραγούδια. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποιεί Οδυσσέα Ελύτη με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη και ο Μίμης Πλέσσας με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν τον «Δρόμο» με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου, στον οποίο ο Αλέκος Πατσιφάς της «Λύρας» δίνει και τα μελοποιημένα από τον Γιάννη Γλέζο ποιήματα του Λόρκα, ενορχηστρωμένα από τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Δυνατά λαϊκά

Η άνοδος του ελαφρολαϊκού συμπίπτει με την τουριστική ανάπτυξη και τα τραγούδια σαν τον «Επιπόλαιο» (Κατσαρού-Πυθαγόρα) συνδυάζονται με την άνθηση των κοσμικών κέντρων που φιλοξενούν ηθοποιούς και νεόπλουτους.

Η χούντα σε μια «επιχείρηση αρετής» απαγορεύει με ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών το «έθιμο» των «φθορών προκαλουσών το κοινόν αίσθημα», για να κάνει στη συνέχεια τα στραβά μάτια με υπουργούς της τακτικούς θαμώνες στην παραλία. Μέσα σε μία χρονιά διπλασιάζεται η κατανάλωση ουίσκι!

Τα δυνατά λαϊκά τραγούδια με τις φωνές των Καζαντζίδη («Νυχτερίδες κι αράχνες»), Διονυσίου («Ο παλιατζής»), Μπιθικώτση («Ρολόι-κομπολόι») κ.ά. και τα πάλκα με Τσιτσάνη, Πόλυ Πάνου, Γαβαλά και άλλους κλασικούς, κρατάνε κόντρες στον εκφυλισμό του τραγουδιού που προωθείται από εταιρείες δίσκων με μεταγλωττίσεις ξένων ελαφρών επιτυχιών.

Μέσα στο γενικό μούδιασμα (ευχάριστο για μια φιλοχουντική μερίδα), γεμάτες παραμένουν μόνο οι αίθουσες κινηματογράφου, ανυποψίαστες για το επερχόμενο τέλος της ακμής τους. Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο αιθουσών. Στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, το καλοκαίρι λειτουργούν 563 κινηματογράφοι! Κάθε συνοικία διαθέτει δικούς της κινηματογράφους, μέρος του τοπικού πολιτιστικού ιστού!

Οι ογδόντα χιλιάδες συσκευές τηλεόρασης στην Αθήνα είναι ακόμα λίγες για να κλείσουν τις αίθουσες, αλλά πολλαπλασιάζονται γρήγορα μειώνοντας ραγδαία και τις εντόπιες παραγωγές, που έχουν χάσει τη φρεσκάδα του κλασικού ελληνικού σινεμά.

Πάνω από δέκα ταινίες εθνοπατριωτικού περιεχομένου παίζονται ταυτόχρονα κόβοντας εκατομμύρια εισιτήρια: πρώτη «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» του Ντίνου Δημόπουλου (739 χιλιάδες) με τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, οι «Γενναίοι του Βορρά» (627) του Κώστα Καραγιάννη, το «Οχι» (602) και «Η Μεσόγειος φλέγεται» (410) του Ντίμη Δαδήρα, «Το νησί της Αφροδίτης» (299) του Γιώργου Σκαλενάκη, «Οι δραπέτες του Μπούλκες» του Α. Παπασταματάκη, «Ετσι πολεμούσαμε το ’40» κ.ά.

Ταινίες με μακεδονομάχους, κομμουνιστοσυμμορίτες, μαχητές της ΕΟΚΑ, βούλγαρους κομιτατζήδες, γερμανούς ναζί και ιταλούς μακαρονάδες. Ο υπολοχαγός Κώστας Πρέκας στις δόξες του!

Παράλληλα, προβάλλονται ερωτικά δράματα, κοινωνικές περιπέτειες και κωμωδίες. Ο Κούρκουλος και η Χρονοπούλου («Ορατότης μηδέν») με 640 χιλιάδες εισιτήρια συναγωνίζονται το ζευγάρι Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ («Η νεράιδα και το παλικάρι») με 627 χιλιάδες εισιτήρια! Και ακολουθούν «Η Παριζιάνα», «Ο μπλοφατζής», «Θ. Β., ο φαλακρός πράκτωρ», «Ο γόης» και οι υπόλοιπες από τις 99 νέες ταινίες της χρονιάς, με Βλαχοπούλου, Βέγγο, Βόγλη, Λάσκαρη, Κατράκη, Βουτσά κ.λπ. Το «Τσουφ» με τα κινούμενα σχέδια του Θόδωρου Μαραγκού είναι από τις λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα.

Και οι ταινίες εξακολουθούν να αποτελούν το καλύτερο μέσο για την προβολή καινούριων τραγουδιών και νέων ερμηνευτών. Οι Μίμης Πλέσσας, Κώστας Καπνίσης, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Ζαμπέτας, Γεράσιμος Λαβράνος κ.ά. έχουν επενδύσει μουσικά πολλές ταινίες και ο Στράτος Διονυσίου κάνει μεγάλο σουξέ με το τραγούδι «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου».

Είναι η χρονιά που η Μαρία Κάλλας εμφανίζεται ως ηθοποιός στον ρόλο της Μήδειας στην ομώνυμη ταινία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που γυρίζεται στην Τουρκία, όπου η μεγάλη τραγουδίστρια συλλαμβάνεται γιατί μεταφέρει στις αποσκευές της μεγάλο αριθμό αρχαίων αντικειμένων! Ενώ, στις Κάνες, η ακτιβίστρια Βανέσα Ρέντγκρεϊβ κερδίζει το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου για τον ρόλο της Ισιδώρας Ντάνκαν και η Κάθριν Χέπμπορν στο Χόλιγουντ παίρνει το τρίτο της Οσκαρ! Γυναίκες εκπληκτικές!

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-ΕΠΤΑ / Κυριακή 26 Ιουλίου 2009