Στέλιος Ελληνιάδης – Συνοπτικό βιογραφικό

CARD-a

 

Συνοπτικό βιογραφικό -ως είθισται!

Από τα εφηβικά μου χρόνια προσπαθώ να σταθώ στο ύψος μιας ποιότητας που κληρονομήσαμε από την Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου φύγαμε κακήν-κακώς μετά τα «Σεπτεμβριανά». Ότι αναζητούμε την ομορφιά στο κάθε τι και ενσυνείδητα προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ωραία πράγματα και ιδέες για να τα μοιραστούμε με τους συμπολίτες μας. Γιατί έτσι περιορίζεται το άσχημο και διαμορφώνεται ένα φιλικό περιβάλλον κι ένας κόσμος καλύτερος για όλους. Με αυτό το πνεύμα, στα νεανικά μας χρόνια, βγάλαμε με φίλους τη «Μουσική Γενιά», την πρώτη ροκ εφημερίδα (1972), και με το ίδιο πνεύμα και μια εξαίρετη παρέα βγάλαμε το περιοδικό «Ντέφι» (1982-1995).
Τελείωσα τη Νομική Σχολή και έγινα δικηγόρος, μελέτησα αρκετές ξένες γλώσσες, ταξίδεψα στην Ελλάδα και τον κόσμο και αφιερώθηκα στη μουσική, το ραδιόφωνο, τη γλώσσα, την ιστορία, τη συγγραφή, τη φωτογραφία, τον Ελληνισμό της Διασποράς και τους κοινωνικούς αγώνες από τα χρόνια της δικτατορίας μέχρι σήμερα.
Συνεργάστηκα με σπουδαίους καλλιτέχνες (Τσιτσάνης, Σαββόπουλος, Άκης Πάνου, Γλυκερία, Βιτάλη, Παπακωνσταντίνου, Γιώργος Κόρος, Γιάννης Βασιλόπουλος, Νίκος Οικονομίδης κ.ά.). Ασχολούμαι με τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού σαν ερευνητής και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ με κύριο μέλημα όχι μόνο την καταγραφή του πολιτισμού και της ιστορίας τους, αλλά και την ενίσχυση της προσπάθειάς τους να διατηρήσουν την ταυτότητά τους στο σύγχρονο κόσμο. Σαν σκηνοθέτης-ερευνητής έχω επιμεληθεί και παρουσιάσει πολλά ντοκιμαντέρ για τους Έλληνες της Ουκρανίας, της Βουλγαρίας, της Πολωνίας, της Φινλανδίας κ.λπ. Σαν δημοσιογράφος έχω γράψει εκατοντάδες άρθρα (Ελευθεροτυπία, Γαλέρα, Δρόμος της Αριστεράς) και έχω κάνει πολλές εκπομπές και προγράμματα για τον πολιτισμό και την πολιτική στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση (ΕΡΤ, Στο Κόκκινο 105,5). Στο χώρο του βιβλίου, διετέλεσα γενικός γραμματέας και πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλιοπωλών Αθήνας. Είμαι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ και συμμετέχω στους κοινωνικούς αγώνες από την εποχή της δικτατορίας.

 

Στέλιος Ελληνιάδης
Δικηγόρος, Δημοσιογράφος, Εκδότης του περιοδικού Ντέφι, Ραδιοφωνικός σχολιαστής

Υποψήφιος Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Α´ Αθηνών

Advertisements

9.000 Τούρκοι σώζουν μια ελληνική εφημερίδα!

9.000 Τούρκοι σώζουν μια ελληνική εφημερίδα!

Βόσπορος [DECLAN MCCULLAGH PHOTOGRAPHY]

 

Κωνσταντινούπολη: Τούρκοι και Κούρδοι αδερφοί!

 

Apoyevmatini Kapanmasιn!

Αρχικά, μερικοί διανοούμενοι σαν τον Baskιn Oran (πολιτικός επιστήμονας, καθηγητής πανεπιστημίου, μέλος της συμβουλευτικής παρά τω πρωθυπουργώ επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αρθρογράφος της αρμενικής εφημερίδας Agos) και τον Samim Akgönül (πολιτικός επιστήμονας, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, συγγραφέας του έργου «Έλληνες στην Τουρκία») αποφάσισαν να υποστηρίξουν την εφημερίδα.

Κατόπιν, το «Ίδρυμα τουρκικών οικονομικών και κοινωνικών μελετών» (TESEV) ανοίγει ένα δημόσιο διάλογο μέσω του διαδικτύου με καλεσμένο τον εκδότη της εφημερίδας Μιχάλη Βασιλειάδη ο οποίος ανακοινώνει ότι αφενός λόγω της χαμηλής κυκλοφορίας αφετέρου λόγω της περικοπής της βοήθειας που έπαιρνε από την Ελλάδα, είναι αναγκασμένος να διακόψει την έκδοση, στις 12 Ιουλίου, ακριβώς 86 χρόνια από τη μέρα που γεννήθηκε, το 1925. Ένας άλλος διανοούμενος, ο Efe Kerim Sözeri, που παρακολουθεί το διάλογο εντυπωσιάζεται και ξεκινάει μία καμπάνια στο twitter με τίτλο «Να μην κλείσει η Απογευματινή»! Σχεδόν ταυτόχρονα, φοιτητές του πανεπιστημίου Bilgi, ετοιμάζουν βιντεοκλιπάκια που τα ανεβάζουν στο Youtube, ενώ κάποιοι άλλοι προωθούν την εκστρατεία μέσα από τα δικά τους μπλογκ. Μ’ αυτό τον τρόπο εμπλέκονται τα ΜΜΕ, από τις εφημερίδες του κατεστημένου Hürriyet, Sabah, Radikal κ.λπ. μέχρι τις αριστερές Özgür Gündem, Evrensel κ.ά. Η εκστρατεία παίρνει τέτοιες διαστάσεις που ακόμα και μερικοί συντηρητικοί αρθρογράφοι με μεγάλη επιρροή όπως ο Hιncal Uluç και ο Hasmet Babaoglu γράφουν ότι η «Απογευματινή» αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας της Istanbul και πρέπει να σωθεί. Ο Uluç επικοινωνεί με τον Mehmet Atalay, που είναι επικεφαλής του οργανισμού που μοιράζει τα κρατικά λεφτά στις εφημερίδες (μιλάμε για τεράστια ποσά που πηγαίνουν με το γνωστό ανατολίτικο τρόπο σε εφημερίδες υπό τον όρο ότι έχουν ελάχιστη κυκλοφορία πέντε χιλιάδων αντιτύπων), ο οποίος πηγαίνει αυτοπροσώπως στα γραφεία της «Απογευματινής» για να βρει λύση στο πρόβλημά της!

Με τέτοιες παρεμβάσεις, ίσως και η Βουλή να αλλάξει το νόμο για τις επιχορηγήσεις ώστε να κρατηθούν μειονοτικές εφημερίδες όπως η «Απογευματινή», η αρμενική Agos και η εβραϊκή Salom.

Τσέκαρα τις αντιδράσεις. Ως συνήθως υπήρχαν κάτι ξεθυμασμένες φωνές μίσους για τους Έλληνες, αλλά τίποτα αξιοπρόσεκτο. Αντιθέτως, ενθουσιάστηκα διαπιστώνοντας ότι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα πάνω από 9.000 Τούρκοι της Πόλης εκδήλωσαν την επιθυμία τους να στηρίξουν την ελληνική εφημερίδα! 200 γράφτηκαν αμέσως συνδρομητές! Είμαι σίγουρη ότι κανένας τους δεν θα μπορεί να διαβάσει την εφημερίδα. Ούτε εγώ μπορώ παρ’ όλα τα μαθήματα ελληνικών που κάνω. Δεν με πειράζει καθόλου αυτό. Η εφημερίδα αυτή είναι μέρος και της δικής μου κουλτούρας. Ίσως και καλύτερα που δεν μπορώ να τη διαβάσω, γιατί νομίζω ότι είναι συντηρητική εφημερίδα. Αλλά ούτε αυτό με ενοχλεί. Θέλω να συνεχίσει να κυκλοφορεί, όπως και οι Agos και Salom.

Το λυπηρό είναι ότι έχουν απομείνει μόνο 614 οικογένειες Ρωμιών στην Τουρκία. Η κυκλοφορία της εφημερίδας είναι 600 αντίτυπα, που σημαίνει ότι όλες οι οικογένειες παίρνουν την εφημερίδα, πλην 14, κάθε μέρα, το βραδάκι. Όταν συνειδητοποιώ τον αριθμό, με πιάνουν τα δάκρυα.

Στις 12 Ιουλίου 2011, το σημείωμα του εκδότη στην εφημερίδα γράφτηκε, για πρώτη φορά στα 86 της χρόνια, στην τουρκική γλώσσα. Ο κ. Βασιλειάδης πιστεύει ότι ένα από τα καθήκοντα της «Απογευματινής» είναι να κρατάει ζωντανά τα ρωμέικα και να ευαισθητοποιεί τους Έλληνες.

Σας μεταφράζω μέρος από το σημείωμά του:

«Αγαπητοί φίλοι που γίνατε συνδρομητές χωρίς να ξέρετε την ελληνική γλώσσα, σήμερα, γιορτάζουμε τα γενέθλια της εφημερίδας. Χωρίς εσάς, θα ήταν μέρα θρήνου. Η εφημερίδα της κοινότητας των Ρωμιών της Πόλης θα έστελνε το τελευταίο της φύλλο στο τυπογραφείο. Μας έχει συγκινήσει τόσο πολύ η ευαισθησία σας που δεν ξέρουμε πώς να χειριστούμε αυτό το πνευματικό φορτίο. Εσείς υιοθετήσατε την «Απογευματινή» λέγοντας ότι είναι και δική σας πολιτιστική κληρονομιά. Ενώσατε τη φωνή σας με τη δική μας κραυγή να μην αφήσουμε την «Απογευματινή» να κλείσει. Αυτοί που δεν άκουσαν τη δική μας αδύνατη φωνή, σίγουρα θα ακούσουν τη δική σας δυνατή φωνή.»

Στη συνέχεια, ο εκδότης ευχαριστεί αυτούς που ξεκίνησαν την εκστρατεία και καταλήγει:

«Με την υποστήριξή σας, αν και δεν λύσαμε το πρόβλημα οριστικά, κερδίσαμε τον αναγκαίο χρόνο για να μπορέσουμε να το κάνουμε. Η συμπεριφορά σας που άγγιξε τις καρδιές μας πέρα από κάθε περιγραφή, απέδειξε ότι η κατάσταση είναι κακή, αλλά όχι απελπιστική και μας έδωσε ξανά τη δύναμη να αγωνιστούμε. Να είστε καλά.»

Υπέροχο. Δεν είναι υπέροχο;

Με αγάπη,

Μπαχάρ

H Βαhar Ocal Duzgoren είναι συγγραφέας και μεταφράστρια και ζει στο Βόσπορο.

Τι όμορφα πρόσωπα αυτά που στο Youtube στέλνουν το μήνυμα «Να μην κλείσει η Απογευματινή»! Ανάμεσά τους οι Altan Erkekli, Memet Ali Alabora, Mustafa Altioklar, Hidir Gevis, Altan Gördüm, Ahu Özyurt, Vahide Gördüm, Nihal Bengisu Karaca, η κοινωνιολόγος Hilal Kaplan που αγωνίστηκε χρόνια για το δικαίωμά της να φορά μαντίλα σε δημόσιους χώρους, ο Levent üzümcü που απευθύνει την έκκληση στα ελληνικά και η καταπληκτική τραγουδίστρια Rojin στα κουρδικά!

Η μόνη φωνή που δεν ακούεται είναι του ελληνικού κράτους, που κόβοντας τη βοήθεια στις ελληνικές κοινότητες της παρευξείνιας περιοχής, συντελεί στην πολιτισμική γενοκτονία του Ελληνισμού!

Στέλιος Ελληνιάδης

 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :

 φ. 74,  Σάββατο 16 Ιουλίου 2011
 

 

Μεϊχανέδες, μαντίλες και ο Τσόμσκι

Μεϊχανέδες, μαντίλες και ο Τσόμσκι

 

Από την Πόλη φύγαμε το 1958. Πηγαίνοντας συχνά στην Ουκρανία, μέσω Κωνσταντινούπολης, παρ’ όλο που κάθε φορά περίμενα πολλές ώρες στο αεροδρόμιο Κεμάλ Ατατούρκ το αεροπλάνο για την Κριμαία, δεν το αποφάσιζα να βγω στην Πόλη.

Το 1988, οι γονείς μου ξαναπήγαν στην Πόλη, αλλά στην επιστροφή τους, στο Ελληνικό, ο πατέρας μου ήταν αγνώριστος. Αντί να ανταποδώσει τα καλωσορίσματά μας, ψέλλισε συντετριμμένος «Πάει η Ελλάδα»! Ολόκληρος ο κόσμος που εκείνος φύλαγε σαν μαργαριτάρι στο μυαλό και την καρδιά του, είχε εξαφανιστεί… Εκείνη τη χρονιά, το ελληνικό κράτος, ύστερα από τριάντα χρόνια, αξιώθηκε να μου δώσει την ελληνική υπηκοότητα για να πάψω τυπικά να είμαι άπατρις! Θυμάμαι πόσο ντρεπόμουν που, μικρά παιδιά, στεκόμασταν στην ουρά στο Κέντρο Αλλοδαπών, μαζί με τους ξένους, κάθε έξι μήνες επί δεκαπέντε χρόνια, για να μας κάνουν τη χάρη να μας ανανεώσουν τις άδειες παραμονής μας. Μεγαλώνοντας άρχισα να θυμώνω και όταν φοιτούσα στο πανεπιστήμιο αποφάσισα να μην ξαναπατήσω στο δεύτερο όροφο της Χαλκοκονδύλη, κυκλοφορώντας πλέον με ληγμένη την άδεια παραμονής, παράνομος!

Όταν όμως έκανα αίτηση για διαβατήριο τύπου «Ε» που κατά βούληση έδιναν στους ομογενείς, ο τότε διευθυντής του Κέντρου Αλλοδαπών, ο γνωστός βασανιστής της Ασφάλειας Λάμπρου, με περιποιήθηκε με το πολύ πατριωτικό «Θα σε στείλω πίσω στους Τούρκους, ρε!», επειδή είχα μακριά μαλλιά και έκανα παρέες με αντιφρονούντες φοιτητές. Τελικά, σ’ ένα από τα προπέρσινα ταξίδια μου διανυκτέρευσα αναγκαστικά στην Πόλη. Κι έτσι, πάτησα ξανά τα χώματα της ιδιαίτερης πατρίδας μου, 43 χρόνια μετά! Κι από τότε, πηγαινοέρχομαι, σαν στο σπίτι μου!

Η Πόλη δεν είναι μία. Υπάρχει η Πόλη του τουρίστα, η Πόλη του Ρωμιού και η Πόλη του πλήθους. Η πρώτη περιλαμβάνει επισκέψεις στην Αγία Σοφία και το Τοπ Καπί, παζάρια στο Τσαρσί και μια βραδιά σε μαγαζί χιλίων θέσεων με μπουζούκια και χορό της κοιλιάς από Αμερικάνες και Ρωσίδες χορεύτριες. Η δεύτερη περιλαμβάνει νοσταλγία, πόνο, σχολεία με λίγους μαθητές, εκκλησίες με μικρό εκκλησίασμα, νεκροταφεία, χαλασμένες γειτονιές, το Πατριαρχείο, παλαμίδες και καλκάνια, αναμνήσεις από καλοκαίρια στα Πριγκηπόνησσα… Η τρίτη περιλαμβάνει τους ουρανοξύστες που συμβολίζουν τον πλούτο της μειοψηφίας, τις κακοχτισμένες πολυκατοικίες της πλειοψηφίας, ένα σύγχρονο οδικό δίκτυο, πανεπιστήμια, αστυνομοκρατία, φιλόξενους ανθρώπους, βαποράκια στην Προποντίδα, Μπιενάλε σε αρχαιολογικούς χώρους, αγάλματα του Κεμάλ, μαντίλες γύρω από όμορφα πρόσωπα και τις φωνές των ιμάμηδων από τους μιναρέδες γραμμένες σε CD!  Βιβλία και δημοκρατία.
Κατά καλή μου τύχη, αναμείχθηκα ως γενικός γραμματέας του συλλόγου εκδοτών βιβλιοπωλών της Αθήνας, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Κωνσταντινούπολης και ανέπτυξα ζεστές σχέσεις με τους Τούρκους εκδότες και συγγραφείς, οι οποίοι ενδιαφέρονται για το ελληνικό βιβλίο, αλλά συναντούν δυσκολίες. Η αγορά τους δεν είναι ευκαταφρόνητη σε μέγεθος, αλλά είναι μικρή σε τζίρο λόγω της χαμηλής τιμής του βιβλίου και της πειρατείας.
Επίσης, και στις δύο χώρες, είναι λίγοι οι μεταφραστές. Έτσι, τα μεταφρασμένα βιβλία είναι λίγα σε σχέση με τη βιβλιοπαραγωγή περίπου πενήντα για την κάθε πλευρά, μεταξύ των οποίων έργα των Ν. Καζαντζάκη, Γ. Ρίτσου, Δ. Σωτηρίου, Οδ. Ελύτη, Ναζίμ Χικμέτ, Αζίζ Νεσίν, Ορχάν Παμούκ, Κ. Μουρσελά κ.α.
Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα μούδιασμα για τους Τούρκους συγγραφείς, ενώ στην Τουρκία υπάρχουν σοβαρά προβλήματα λογοκρισίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τιμώμενο πρόσωπο της «Kitap Fuari» ήταν ο Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος πήγε στην Πόλη για να εκφράσει τη συμπαράστασή του στους εκδότες που έχουν συρθεί στα δικαστήρια για τα δικά του βιβλία και για να εκφράσει τη διαμαρτυρία-καταγγελία του εναντίον των ΗΠΑ για το Ιράκ.
Πάντως, η ελληνική παρουσία έδωσε μεγάλη χαρά στους εκδότες που αγωνίζονται για τον εκδημοκρατισμό της χώρας και την ελευθερία της έκφρασης. Ενθουσιασμένοι ήταν και οι επισκέπτες που ζητούσαν βιβλία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά και για τον Άρη Βελουχιώτη! Πιο επίμονοι, οι φοιτητές των ελληνικών σπουδών στα δύο πανεπιστήμια της Πόλης, ενδιαφέρονταν για λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Το περίπτερό μας με την ελληνική σημαία αναρτημένη φαρδιά πλατιά συμπλήρωνε την πολυπολιτισμικότητα της έκθεσης, με τις τούρκικες σημαίες, τις φωτογραφίες του Κεμάλ, τις αφίσες του Τσε και το Κοράνι. Πάντως, η πρωτοβουλία της ομοσπονδίας των εκδοτών και βιβλιοπωλών -με την οικονομική υποστήριξη του ΥΠΠΟ- δεν θεωρήθηκε από τα ελληνικά ΜΜΕ τόσο σημαντική για την ελληνοτουρκική φιλία όσο ο αγώνας Παναθηναϊκού – Γαλατά Σεράι που κατέληξε σε επικοινωνιακό φιάσκο! Στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, τα Ταταύλα, ξαναβρέθηκα όταν ο Τσετίν, ο Μετίν, ο Χακάν, ο Μουζαφέρ, η Αϊσέ και η Μπαχάρ μας πήγαν στον μεϊχανέ της Δέσποινας. Το μαγαζί είναι όπως παλιά, αλλά οι πελάτες είναι πια μόνο Τούρκοι. Η φωτογραφία της γοητευτικής ιδιοκτήτριας σε υποδέχεται στην είσοδο, αλλά η ίδια έχει πλέον αποτραβηχτεί, άρρωστη και γερασμένη, στο σπίτι της. Υπό τους ήχους της χωρίς μικρόφωνα κομπανίας φάγαμε πολίτικους μεζέδες, ήπιαμε ρακί, χορέψαμε και τραγουδήσαμε παρέα με τους άλλους θαμώνες τούρκικα και ελληνικά τραγούδια.

Τα Ταταύλα που άλλαξαν

Όμως, γύρω γύρω, η παλιά ελληνική συνοικία έχει αλλάξει εντελώς. Γυρνούσα νυχτιάτικα για να βρω κάτι που να αντιστοιχεί στις άσβηστες παιδικές μου μνήμες. Μάταια. Εκεί που ήταν το τριώροφο σπίτι μας, στέκεται μια πολυκατοικία, φτηνιάρικη, γκρίζα και απεριποίητη, σαν τις χιλιάδες που χτίστηκαν πρόχειρα για να στεγάσουν εκατομμύρια φτωχούς μετανάστες από την Ανατολή. Μοναδικό σημείο αναφοράς στην άλλοτε ελληνική φυσιογνωμία των Ταταούλων, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου με το περιτοιχισμένο προαύλιο που τις Κυριακές κάναμε ποδήλατο μετά τον πρωινό εκκλησιασμό και, απέναντι, το ωραίο κτίριο του σχολείου μας που, με δύο μαθητές, αργοπεθαίνει.
Σχολεία σε κρίση. Από τα δέκα που λειτουργούν ακόμα, στο Ζωγράφειο Λύκειο, όλα μοιάζουν -σχεδόν- όπως παλιά. Ο διευθυντής Γιάννης Δεμιρτζόγλου και το προσωπικό κρατάνε την αρχοντιά του σχολείου. Στο μεγαλοπρεπές μέγαρο όλα είναι στη θέση τους. Οι ευεργέτες, τα έπαθλα, η προτομή του Κεμάλ. Αίθουσες φυσικής, χημείας και ανθρωπολογίας με βολτόμετρα, δοκιμαστικούς σωλήνες, φακούς, πετρώματα, σκελετούς κ.τ.λ., αλλά και αίθουσες ξένων γλωσσών με συστήματα ενδοεπικοινωνίας και πληροφορικής με υπολογιστές.
Στο ωραίο θέατρο του Ζωγραφείου παρακολούθησα μια συγκινητική γιορτή, μαζί με μερικές δεκάδες Ελλήνων της Πόλης· τη μαθητική χορωδία σε έργα Χατζιδάκι, καθώς και τον Θωμά Κοροβίνη με τη Μαρία Φωτίου που παρουσίασαν τραγούδια της Κωνσταντινούπολης.
Στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, μετά την ελληνοτουρκική προσέγγιση που έλαμψε στους σεισμούς, οι επιδιορθώσεις που οι αρχές επέτρεψαν να γίνουν, έφεραν στην επιφάνεια εντυπωσιακές ζωγραφιές που υπογραμμίζουν το χαρακτήρα του σχολείου. Σαν τα υπέροχα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας που χάρη σε έμπειρους τεχνίτες απελευθερώνονται από σοβάδες αιώνων, φανερώνοντας (μέχρι στιγμής) τον Βασιλέα των Ρωμαίων, τη Μητέρα του Θεού, τον Χριστό, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο! Δυστυχώς, τα ελληνικά σχολεία που αποτελούν, μαζί με τις εκκλησίες, τις πιο ζωντανές εστίες του πολιτισμού μας, μαραζώνουν μέχρι θανάτου, από την έλλειψη μαθητών, μου εξομολογήθηκε με θλίψη ο σύμβουλος εκπαίδευσης Νίκος Νικολούλης, αφού παραμένουν ανοιχτά χάρη στους αραβόφωνους χριστιανούς μαθητές!

 

Σεπτεμβριανά – νύχτα τρόμου

Οι περισσότεροι Τούρκοι αγνοούν τα γεγονότα που οδήγησαν στον ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου από την Πόλη, αλλά θέλουν να μάθουν. Μίλησα γι’ αυτά σε ραδιοφωνικές εκπομπές και η εφημερίδα «Vatan» δημοσίευσε συνέντευξή μου, που αφηγούμαι την οικογενειακή μας τραγωδία αρχίζοντας από την απόπειρα να μας κάψουν ζωντανούς με πετρέλαιο, στα Σεπτεμβριανά του 1955! Μάλιστα, η εφημερίδα κάτω από τον υπερβολικά τολμηρό για τα τουρκικά δεδομένα τίτλο «Ημέρα ντροπής», αναφέρει όλες τις φοβερές καταστροφές που προκάλεσε ο όχλος μέσα σε μία νύχτα στη Ρωμηοσύνη! Έκαψαν και κατέστρεψαν, γράφει, πρώτα τις ελληνικές εφημερίδες και εν συνεχεία 4.000 καταστήματα, 73 εκκλησίες, 110 ξενοδοχεία, 27 φαρμακεία, 20 εργοστάσια, 2.600 σπίτια, 52 ελληνικά και 8 αρμένικα σχολεία! Ήταν η νύχτα της κολάσεως, για την οποία προσπάθησαν να ενοχοποιήσουν τους κομουνιστές και έριξαν στη φυλακή τον Αζίζ Νεσίν, τον Κεμάλ Ταχίρ και δεκάδες άλλους διανοούμενους.
Ένα βράδυ είδα ένα ειδικό αφιέρωμα στο CNN Turk με τη συμμετοχή Ρωμιών που περιέγραφαν τα παθήματά τους και Τούρκων που αποδοκίμαζαν τις βαρβαρότητες και αναφέρονταν στον τότε πρωθυπουργό Μεντερές, ο οποίος εν τέλει καταδικάστηκε σε θάνατο, κατηγορούμενος μεταξύ άλλων και για την οργάνωση των ανθελληνικών επεισοδίων της Πόλης.

 

Στο Πέραν

Περπατώντας στο Πέραν, αισθάνεσαι ότι μεγάλωσες. Ένας ατελείωτος ποταμός νέων, που κοιτάει προς την Ευρώπη ή ακολουθεί τη σύγχρονη ισλαμική κουλτούρα, πλημμυρίζει τον πεζόδρομο των δύο-τριών χιλιομέτρων, υπογραμμίζοντας τη δημογραφική έκρηξη της Τουρκίας, που θα παίξει σημαντικότατο ρόλο στις παρυφές μιας γερασμένης Ευρώπης. Μετά, χαζεύεις τα καταπληκτικά κτίρια, που διασώθηκαν από τη σκούπα της ανοικοδόμησης που σάρωσε την Πόλη. Σε ορισμένα ακόμα διακρίνεις τις εντοιχισμένες επιγραφές με τις ελληνικές ονομασίες.
Κινηματογράφοι, βιβλιοπωλεία, καταστήματα με χαλιά, κοσμήματα και τρόφιμα, τα πάντα εκτεθειμένα με γούστο. Τα ψάρια αραδιασμένα σαν λουλούδια στα ψαράδικα, οι παστουρμάδες και τα αλλαντικά αιωρούμενα σαν κορδέλες, τα πολύχρωμα μπαχαρικά σε ωραία δοχεία, εκφράζουν έναν άλλο τρόπο ζωής που περνάει στη σύγχρονη εποχή χωρίς να χάσει το μεράκι και την αισθητική του. Κι αυτό όχι μόνο στο κέντρο της πόλης, αλλά και στις συνοικιακές αγορές. Στο Καντίκιοϊ, στην ασιατική πλευρά, ψάχναμε κασέτες και cd σ’ ένα δισκάδικο διακοσμημένο με τεράστιες φωτογραφίες διάσημων μουσικών και τραγουδιστών της παραδοσιακής μουσικής και στο Σκούταρι, ο λούστρος που μου έβαφε τα παπούτσια στο πεζοδρόμιο, μάς πρόσφερε τσάι, ενώ ο διπλανός του έφερε ένα σκαμπό για να μην περιμένει όρθια η φίλη μου και φύλακας άγγελός μου Μπαχάρ.

 

Η ελληνική μουσική στους μεϊχανέδες

Η ελληνική μουσική ήταν και είναι δημοφιλής. Όπως ξέρουμε από τους γονείς μας κι όπως τα περιγράφει η Σούλα Μπόζη στο βιβλίο της για το Πέραν, οι μερακλήδες Τούρκοι ήταν τακτικοί θαμώνες στα ελληνικά κέντρα διασκέδασης της δεκαετίας του ’50 και του ’60 για να ακούσουν Τσιτσάνη, Καζαντζίδη, Παπαϊωάννου και Χιώτη αυτοπροσώπως! Παρ’ όλ’ αυτά, η σύγχρονη Ελλάδα «ανέθεσε» την πολιτιστική μας εκπροσώπηση στην Άντζελα Δημητρίου! Ίσως η «Πολίτικη Κουζίνα» να ανεβάσει τους δείκτες ευαισθησίας μας.
Έχουν περάσει χρόνια από την εποχή που ο ψάλτης Νικηφόρος Μεταξάς και οι Τούρκοι δεξιοτέχνες μάς έκαναν γνωστά με την ορχήστρα «Βόσπορος» τα σπουδαία μουσικά έργα των ρωμιών συνθετών της Πόλης, χωρίς να υπάρξει από την Ελλάδα καμία σοβαρή ανταπόκριση. Και σχεδόν κανένας δεν γνωρίζει τον Μουαμέρ Κετεντζόγλου που όχι μόνο παίζει και ηχογραφεί με το συγκρότημά του ελληνικά τραγούδια, αλλά έχει και site στο Ιντερνέτ στην ελληνική γλώσσα!
Αλλά, αν οι μουσικοί γνωρίζουν τα ρεμπέτικα και τα δημοτικά μας τραγούδια, στους χώρους καθημερινής διασκέδασης, στους μεϊχανέδες, και στα κυριλέ εστιατόρια του Βοσπόρου, τα ελληνικά είναι αναπόσπαστο μέρος των προγραμμάτων. Από λαϊκά μέχρι σκυλάδικα εποχής! Κατηφορίζοντας την Ιστικλάλ, από τα δισκάδικα ξεχύνονται οι φωνές της Δέσποινας Βανδή και του Πασχάλη Τερζή, αλλά και της Μαρίκας Παπαγκίκα και του Στράτου Παγιουμτζή!
Η «Μάντρα» είναι ένα υπόγειο στο Παγκάλτι, σαν τα παλιά μπουζουξίδικα της Αθήνας, με ιδιοκτήτη Ρωμιό, Τούρκους και έλληνες καλλιτέχνες και πελάτες. Τούρκους που διασκεδάζουν μέχρι πρωίας με ελληνικά τραγούδια! Η παρέα μας, εκδότες, δάσκαλοι, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες, έγινε ένα με όλες τις παρέες κι όταν η Φιγκέν με καταγωγή από την Κομοτηνή, χόρεψε τον «Σαλονικιό», η πίστα γέμισε λουλούδια και χειροκροτήματα. Κι ένα σαββατόβραδο, σ’ ένα μεϊχανέ κοντά στο γήπεδο της Γαλατά Σεράι, μια κομπανία έπαιζε όμορφα τούρκικα κομμάτια, με κανονάκι, ούτι, βιολί και ντέφι, και, στη συνέχεια, η φίρμα του μαγαζιού, ένας νεαρός Τούρκος με μπουζούκι, γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Αλέκος», τραγούδησε Τσιτσάνη, Καλδάρα, Χιώτη και Μπιθικώτση. Όλο το μαγαζί χόρευε ζεϊμπέκικα και χασαποσέρβικα. Μετά, η Σεβάλ, διάσημη ηθοποιός, μας τραγούδησε σμυρναίικους αμανέδες και το «Όλα σε θυμίζουν» με τούρκικα λόγια.
Η Πόλη είναι πόλη μεταναστών. Όλοι οι εργάτες στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής του πατέρα μου στο Εμίνονου ήταν Κούρδοι. Τώρα όμως έχουν προστεθεί και οι πρόσφυγες από τα χιλιάδες χωριά που έχει κατεδαφίσει ή εκκενώσει βίαια ο στρατός για να περιορίσει τον ζωτικό χώρο των εξεγερμένων Κούρδων. Έτσι, σε πολλά στέκια, νεαροί μουσικοί παίζουν κλασικά τούρκικα και κούρδικα τραγούδια, με σάζι, τουμπερλέκι και ούτι. Σ’ αυτά τα μαγαζιά είναι πολύ εύκολο να κάνεις φιλίες. Στο Deli Mavi, ένας νεαρός Αμερικάνος ταξιδευτής της Ανατολής, μου έλεγε ότι αυτά τα μαγαζιά μοιάζουν με τα ρεμπετάδικα. Ο χώρος, η ατμόσφαιρα, οι συμπεριφορές, τα πρόσωπα. Εκείνη την ώρα, άντρες και γυναίκες χόρευαν ένα κούρδικο τραγούδι πανομοιότυπο με ποντιακό.
Στο Eylül Türk Evi, σ’ ένα στενό πεζόδρομο με αγόρια και κορίτσια που παίζουν τάβλι και ντάμα πίνοντας τσάι, τραγούδια-ιστορίες για τσακισμένους έρωτες, για ξεριζωμούς και για φυλακές. Ακούγοντάς μας να μιλάμε ελληνικά, δύο νεαροί μάς κέρασαν ρακί και μας είπαν ότι είναι Αρμένιοι από τη Γαλλία που ήρθαν για να γνωρίσουν τον τόπο καταγωγής τους, αλλά φοβούνται να δηλώσουν την εθνικότητά τους. Ένα πρόβλημα που εγώ δεν το αντιμετώπισα πουθενά. Αντιθέτως, λέγοντας «ben Yunan», τα χαμόγελα γίνονται διάπλατα. Ακόμα και στα απομονωμένα ορεινά χωριά της Ανατολικής Θράκης που οι αγρότες ήθελαν να μας φιλοξενήσουν επειδή χιόνιζε και ήταν δύσκολη η επιστροφή μας στην Πόλη. Βέβαια, δεν έτυχε να πέσουμε πάνω σε λυσσασμένους γκρίζους λύκους!..

 

Μακρύς δρόμος

Ο δρόμος είναι μακρύς για να ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις, χωρίς να κλείσουμε τα μάτια στη σκοτεινή πλευρά της τούρκικης πραγματικότητας, ενισχύοντας κάθε προσπάθεια για εκδημοκρατισμό και ειρήνη.
Στην Τουρκία υπάρχουν πράγματα που όποιος τα αγγίξει κινδυνεύει σοβαρά. Μέρα μεσημέρι, ένας πανεπιστημιακός δολοφονήθηκε για τις πολιτικές πεποιθήσεις του. Ο στρατός δεν αποτελεί αντικείμενο κριτικής, το Κουρδικό καίει και οι εφημερίδες δεν γράφουν για τους δεκάδες πολιτικούς κρατούμενους, αριστερούς και Κούρδους, που πεθαίνουν από απεργία πείνας στις φυλακές. Έτσι, όλη η οργή του κόσμου για τη φτώχεια και τη διαφθορά, εστιάστηκε στην πολιτική νομενκλατούρα που εξαφανίστηκε ως διά μαγείας από τις βουλευτικές έδρες στις τελευταίες εκλογές. Τι θα κάνουν τώρα ο Ετσεβίτ, η Τσιλέρ και οι άλλοι; -ρώτησα τον ταξιτζή που με πήγαινε στο αεροδρόμιο, κι αυτός με αγανάκτηση αναφώνησε: Αϊ σιχτίρ, τα χαϊβάνια!
Όμως, όσες αλλαγές κι αν έγιναν, η Κωνσταντινούπολη δεν μ’ άφησε ούτε στιγμή να νιώσω ξένος. Όχι μόνο γιατί στάθηκα δίπλα στον Πατριάρχη στον Άγιο Νικόλαο και θαύμασα τον πολιτισμό που αποπνέει η Μεγάλη του Γένους Σχολή που φοιτούσε ο πατέρας μου, αλλά και γιατί επιβεβαίωσα ότι τα τούρκικα παραμένουν η δεύτερή μου γλώσσα και γιατί η Ισίν μού έδειξε το φρέσκο πρόσωπο της Τουρκίας, η Σεμρά μού χάρισε ένα βιβλίο με τα τρυφερά ποιήματά της για την Κύπρο και ο Dündar τρεις δίσκους 78 στροφών με τραγούδια του Μανώλη Χιώτη, του Στελλάκη Περπινιάδη και του Σταύρου Τζουανάκου, τυπωμένα στην Πόλη πριν από πολλές δεκαετίες!

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ  (18 / 01 / 2004)