Φοβόσασταν τους κομμουνιστές και ήρθαν οι καπιταλιστές να σας πάρουνε τα σπίτια!

Έλεγαν ότι αν έρθουν οι κομμουνιστές στην εξουσία, θα πάρουν τα σπίτια των εργαζομένων. Τώρα, αφού τους έπεισαν να πάρουν δάνεια, τους αφαιρούν τη δουλειά, τους μειώνουν μισθούς και συντάξεις και κόβουν το εφάπαξ. Αποτέλεσμα, εκατοντάδες χιλιάδες οικογενειάρχες να μην μπορούν να πληρώσουν τις δόσεις και ήδη χιλιάδες σπίτια απειλούνται με κατασχέσεις που έχουν αναβληθεί μόνο προσωρινά.

Αλλά και τις δόσεις να πληρώνεις κανονικά, πληρώνεις με βάση μια τιμή που δεν ισχύει πια. Η αξία του σπιτιού σου πέφτει συνεχώς. Δανείστηκες και πληρώνεις για διαμέρισμα 130 χιλιάδων ευρώ που σήμερα έχει αξία 80 και αύριο θα έχει 50 και –πολύ πιθανό- μεθαύριο 30, αλλά εσύ χρωστάς και θα πληρώνεις με βάση το 130 που ήταν η αξία του δύο χρόνια πριν!
Και σαν να μην φτάνουν όλα αυτά, παγίδευσαν τους ιδιοκτήτες με τους ημιυπαίθριους χώρους και τώρα ετοιμάζονται να αυξήσουν τις αντικειμενικές αξίες ώστε να πληρώνεις φόρο για μια αξία πολλαπλάσια της πραγματικής.
Έχοντας ήδη χαμηλώσει το όριο για την επιβολή του φόρου ακίνητης περιουσίας, ο μέσος ιδιοκτήτης βαφτίζεται «μεγαλοϊδιοκτήτης»! Σου φορολογούν, λοιπόν, το σπίτι, ακόμα και το πατρικό στο χωριό, σου επιβάλλουν έκτακτο χαράτσι και τώρα σκοπεύουν να σε φορολογήσουν σε τακτική βάση εάν μένεις ο ίδιος στο σπίτι σου, με φόρο ιδιοκατοίκησης. Δηλαδή, το κράτος θα σου παίρνει ενοίκιο για το σπίτι που εσύ είσαι ιδιοκτήτης, επειδή μένεις σ’ αυτό. Κι εσύ, βεβαίως, έχεις αγοράσει σπίτι δουλεύοντας δεκαετίες ολόκληρες, έχεις δανειστεί γι’ αυτό, μόνο και μόνο για να μην πληρώνεις ενοίκιο. Έλεγες, τουλάχιστον, και δουλειά να μην έχω, θα έχω μία στέγη. Τώρα, αν δεν μπορείς να πληρώσεις κάτι απ’ όλα αυτά τα χαράτσια, το κράτος και οι τράπεζες θα σου παίρνουν το σπίτι για να το μεταπωλούν έναντι πινακίου φακής στις συμμορίες των «επενδυτών». Με λίγα λόγια, σε πάνε για άστεγο ή για αιωνίως χρεωμένο. Αυτά που βλέπουμε στην Αμερική. Ολόκληρες οικογένειες να μένουν σε τροχόσπιτα, κοντέινερ και αντίσκηνα. Κι αν δεν το χάσεις, να βαρυγκομάς για να το κρατήσεις.
Στις σοσιαλιστικές χώρες, αυτές που διαλύθηκαν από τα αλλοτριωμένα κόμματα που τις κυβερνούσαν, δεν υπήρχε άνθρωπος χωρίς το σπίτι του. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια και οι άνθρωποι ζούνε σήμερα αξιοπρεπώς σε Ρωσία, Ουκρανία κ.λπ., επειδή είχαν αυτά τα σπίτια, παρ’ όλο που τώρα στερούνται όλων των άλλων παροχών που ταυτίζονταν πριν το ’90 με την κατοικία. Γιατί, επί υπαρκτού σοσιαλισμού, μαζί με το σπίτι, είχαν όλες τις αναγκαίες παροχές έναντι ενός συμβολικού τιμήματος, δηλαδή, γκάζι, ηλεκτρικό ρεύμα, ζεστό νερό και συντήρηση. Ακόμα και στις εποχές που το σύστημα δεν πήγαινε καλά, κανένας από τους γραφειοκράτες δεν σκέφτηκε να βάλει χέρι στα σπίτια των ανθρώπων.
Εδώ, στα μέρη μας, η κατοικία εξελίσσεται σε είδος υπερπολυτελείας και σε πραγματικό βραχνά για τους πολίτες. Με διογκωμένα δημοτικά τέλη, πανάκριβο πετρέλαιο θέρμανσης, πρόβλημα συντήρησης των περισσότερων κτηρίων και το μαζικό κύμα διαρρήξεων και κλοπών, η κατοικία από στοιχειώδες κοινωνικό αγαθό μετατρέπεται σε ασήκωτο οικονομικό, κοινωνικό και ψυχολογικό βάρος.
Είναι φανερό ότι έχει δρομολογηθεί η αρπαγή των σπιτιών των εργαζομένων.
Και όχι μόνο των διαμερισμάτων, αλλά κάθε ακίνητης περιουσίας. Ετοιμάζονται να φορολογήσουν ακόμα και τα χωράφια που έχουν κληρονομήσει πολλοί άνθρωποι από τους γονείς τους, στα χωριά, τα εκτός σχεδίου, τα οποία ούτε εισόδημα αποφέρουν, ούτε μπορούν να πουληθούν. Οι τοκογλύφοι θέλουν να επιβαρύνουν τον πολίτη μέχρι να τον λυγίσουν και να τον υποτάξουν πλήρως. Αυτό, σε μερικές περιοχές που ενδιαφέρουν τους «επενδυτές», σημαίνει ότι αυτοί θα παίρνουν τη γη τζάμπα, αφού οι ιδιοκτήτες δεν θα μπορούν να πληρώνουν τόσα πολλά και ασήκωτα χαράτσια.
Γίνεται, δηλαδή, μια σχεδιασμένη, συστηματική εκστρατεία αναδιανομής της γης υπέρ των πλουσίων με τη βίαιη παρέμβαση του κράτους.

Οι μύθοι

Δύο μεγάλοι μύθοι κατέρρευσαν. Ότι τα σπίτια των εργαζομένων κινδυνεύουν από τους κομμουνιστές και ότι αν είχε επικρατήσει το ΚΚ, το 1949, θα ήμασταν Βουλγαρία. Κανένας εργαζόμενος δεν έχασε το σπίτι του στα σοσιαλιστικά καθεστώτα και πρώτη μέριμνα ήταν να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος χωρίς σπίτι. Αντιθέτως, τα ακριβοπληρωμένα από τους μισθωτούς σπίτια στον καπιταλισμό κινδυνεύουν μονίμως από τις τράπεζες, το κράτος και την «αγορά». Σήμερα, τα εκατομμύρια των μικροϊδιοκτητών είναι όμηροι των δανειστών, της εφορίας και της «κρίσης», ενώ αυξάνονται οι ενοικιαστές και οι άστεγοι! Κανένα σπίτι δεν είναι πλέον ασφαλές, από την Ελλάδα ως την Αγγλία και την Αμερική. Όσο για την καπιταλιστική Βουλγαρία, που βρίσκεται -στους δείκτες ποιότητας ζωής- σε χειρότερη κατάσταση από τη «σοσιαλιστική» εποχή, σε λίγο θα τη ζηλεύουμε, γιατί θα έχουμε τους βουλγαρικούς μισθούς με κόστος ζωής βελγικό.
Η ωμή αλήθεια είναι ότι ήρθαν οι καπιταλιστές, τραπεζίτες, τοκογλύφοι και λοιποί επενδυτές, να μας πάρουν τα σπίτια! Με μεσίτες και μπράβους τους πολιτικούς των κομμάτων που ψήφισαν τα μνημόνια. Πήραν τα λεφτά του κόσμου με το χρηματιστήριο, τα ομόλογα, τους φόρους, τις περικοπές και τα χαράτσια, έκλεισαν τα μαγαζιά προς όφελος των πολυκαταστημάτων, και, τώρα, ήρθε η σειρά των σπιτιών μας. Αν δεν τους στείλουμε στο διάβολο, σε λίγο θα είμαστε όλοι άστεγοι.

Στέλιος Ελληνιάδης

Υ.Γ. Άλλη μια σημαντική παρενέργεια της καταστροφικής πολιτικής της ολιγαρχίας σε βάρος των μικρομεσαίων που δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ, είναι η στέρηση εσόδων από εκατοντάδες χιλιάδες μικροϊδιοκτήτες που εξασφάλιζαν ένα βασικό ή πρόσθετο εισόδημα από την ενοικίαση ενός περιουσιακού τους στοιχείου. Οι εκατοντάδες χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις που κλείνουν, δεν στερούν μόνο τους εμπόρους και βιοτέχνες από το ζωτικό τους εισόδημα, αλλά και τους μικροϊδιοκτήτες από τα ενοίκια που εισέπρατταν. Χιλιάδες συνταξιούχοι που συμπλήρωναν τη σύνταξή τους με ένα ενοίκιο, βρέθηκαν με μειωμένη σύνταξη, χωρίς το ενοίκιο και με νέους φόρους στο σπίτι τους.

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :

 φ. 111,  Σάββατο 14 Απριλίου 2012
Advertisements

Κρίση, με πιάνει κρίση

Κρίση, με πιάνει κρίση

Παλιά, η φτώχεια είχε… πλούσιο ρεπερτόριο. Σήμερα, ο νεοπλουτισμός παραμένει ακόμα τόσο ισχυρός, που η οικονομική κατάρρευση ελάχιστα έχει αγγίξει τα νέα τραγούδια.
Κάτι άλλαξε στα τραγούδια. Η οικονομική κρίση, η νέα φτώχεια και η καταπολέμησή της δεν ανιχνεύονται μέσα στις στροφές τους. Γι’ αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκήρυξε πανευρωπαϊκό διαγωνισμό τραγουδιού παροτρύνοντας νέους δημιουργούς να καλύψουν αυτή την έλλειψη που παρατηρείται και στην Ελλάδα αν και έχει μεγάλη παράδοση τραγουδιών για τη φτώχεια και τις συνέπειές της.

«Τι να γίνει, Πολυξένη; Το δολάριο ανεβαίνει, το δολάριο κατεβαίνει, η ζωή μας ακριβαίνει, πάρε φάβα και κρεμμύδια, και θα φάει απ’ τα ίδια όλη μας η φαμελιά» τραγουδούσε ο Ζαμπέτας. Ενώ τώρα, με όλους τους οικονομικούς δείκτες στο κόκκινο, οι λέξεις κρίση, φτώχεια, φτωχολογιά, φτωχοκόριτσο, φτωχός, φτωχαδάκι, φτωχόπαιδο, φτωχομάνα, φτωχόσπιτο, φτωχογειτονιά, φτωχολόι, μπατίρης, άφραγκος, ρέστος, ταπί, άνεργος κ.λπ., που ήταν συνηθισμένες στα τραγούδια τουλάχιστον μέχρι το 1980, στα σημερινά αναφέρονται πολύ σπάνια.

«Τα φράγκα κάνανε φτερά, για μένα δεν υπάρχουν και όμως άλλοι, φίλε μου, με το τσουβάλι τα ‘χουν… Κοιτώ την άδεια τσέπη μου και βαριαναστενάζω, κι αν είναι έτσι, σίγουρα, τη βγάζω δεν τη βγάζω» (Μπ. Μπακάλης).

Τα λογοκριμένα

Παλιότερα η φτώχεια στο λαϊκό τραγούδι σπάνια είχε συγκεκριμένες πολιτικές αιχμές, γιατί η κρατική λογοκρισία δεν άφηνε να περάσει οτιδήποτε μεμφόταν την εξουσία ή ξεσήκωνε τον εργαζόμενο λαό. Από τη μεταξική δικτατορία, με αιτία και πρόσχημα τα χασικλίδικα τραγούδια, η λογοκρισία εδραίωσε τον ασφυκτικό κλοιό της κόβοντας ό,τι ήταν ενοχλητικό. Κι αυτή η πρακτική συνεχίστηκε μεταπολεμικά υπό καθεστώς δημοκρατίας.

Ομως η φτώχεια ήταν εκτεταμένη και οι δημιουργοί δεν μπορούσαν να την αγνοήσουν. Αναζητούσαν λοιπόν τεχνάσματα για να ξεπερνούν τα λογοκριτικά εμπόδια. Συνήθως, μεταμφίεζαν τα τραγούδια για τη φτώχεια σε ερωτικά! Έτσι, κυκλοφόρησαν πάρα πολλά τραγούδια. Φτώχεια και έρωτας, φτώχεια και μετανάστευση, φτώχεια και φιλότιμο, φτώχεια και διασκέδαση, φτώχεια και περηφάνια, φτώχεια και ταξικές διαφορές! «Το χρήμα μάς χωρίζει δυστυχώς, εσύ είσαι πλούσια κι εγώ φτωχός» (Χ. Κολοκοτρώνης).

Τα τραγούδια για τις δυσκολίες που δημιουργεί η έλλειψη χρημάτων στην καθημερινή επιβίωση και τις ανθρώπινες σχέσεις είναι αμέτρητα. Ισως παραπάνω από τα μισά να γράφτηκαν και να τραγουδήθηκαν από το 1948 ώς το 1960. Τραγούδια φτώχειας, μόχθου και μοίρας που προηγούνται χρονικά των αντίστοιχων ινδικών που φτάνουν μέσα από ταινίες όπως «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» και τα οποία φέρνουν τον λαό της μιας χώρας κοντά στον λαό της άλλης πρώτη φορά ύστερα από την «επίσκεψη» του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ινδία πριν από 2.300 χρόνια!

Ολοι οι μεγάλοι συνθέτες έχουν συνεισφέρει με τέτοιου είδους τραγούδια, ελαφριά και βαριά. Τούντας, Νταλγκάς, Τσιτσάνης, Χιώτης, Μητσάκης, Δερβενιώτης, Περιστέρης, Χρυσίνης, Καραμπεσίνης, Καλδάρας, Χατζηχρήστος, Παπαϊωάννου, Σούκας, Μουσαφίρης, Κουγιουμτζής κ.λπ. με υλικό από στιχουργούς πρώτης εθνικής κατηγορίας (Βίρβος, Μάνεσης, Βασιλειάδης, Παπαγιαννοπούλου, Κοφινιώτης, Πυθαγόρας, Χριστοδούλου, Παπαδόπουλος κ.ά.) και φωνές με λαϊκό μέταλλο (Τάκης Μπίνης, Ρένα Ντάλλια, Σεβάς Χανούμ, Στέλλα Χασκίλ, Περπινιάδης, Πόλυ Πάνου, Παγιουμτζής, Τσαουσάκης, Τζουανάκος, Αγγελόπουλος, Αναγνωστάκης, Διονυσίου, Μητροπάνος, Νταλάρας κ.ά.). Από το μοιρολατρικό «Αφού γεννήθηκα φτωχός» ώς το αισιόδοξο «Γεια σου, λεβεντιά μου φτώχεια».

Απ’ όλους τους τραγουδιστές, αυτός που ταυτίστηκε απόλυτα με τη φτωχολογιά είναι ο Καζαντζίδης. Οχι μόνο λόγω ρεπερτορίου, αλλά και ύφους, ποιότητας ερμηνείας και τρόπου ζωής που διαλαλούσε το κοινωνικό πρόβλημα και εδραίωνε το δικαίωμα των μη προνομιούχων στη ζωή. Ο Καζαντζίδης έγινε η φωνή της άλλης Ελλάδας, της αποκλεισμένης από τον πλούτο και την εξουσία. Μόνο αυτός θα μπορούσε να τραγουδήσει με κύρος ένα βαρύ τραγούδι απελπισίας και διαμαρτυρίας που λέει «ο φτωχός, μάνα, καλύτερα να μη γεννιέται».

Από το ’60 και μετά, τραγούδια για τη φτώχεια γράφονται κι από τη νέα φουρνιά των λόγιων δημιουργών που παίρνουν με επιτυχία σκυτάλη από τους λαϊκούς καλλιτέχνες. Τα πιο ωραία λαϊκά του Μίκη Θεοδωράκη, όπως τα «Δραπετσώνα» και «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, εκθειάζουν τη φτωχολογιά, εξ αριστερών, με μεγάλη δόση ρομαντισμού. «Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι» και «Απονη ζωή… το κρίμα μας βαρύ, μας γέννησες φτωχούς», γράφει το 1963 ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, και το ’66, «Σφύριζαν πλοία, μετανάστες φεύγαν… στην παραλία οι μανάδες κλαίγαν για το φτωχομάνι, τη χαμοζωή» σε μουσική του Χρήστου Λεοντή. Κι από κοντά ο Ζαμπέτας «Φτωχομάνα γειτονιά» σε στίχους του Γιάννη Κακουλίδη.

Με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, το 1967, η λογοκρισία σφίγγει τα λουριά. Οσα περιέχουν «ακατάλληλες» λέξεις ή νοήματα, παλιά ή καινούρια, απαγορεύονται ή τροποποιούνται, όπως το τραγούδι του Ακη Πάνου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση «Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια μακριά απ’ τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια» που γίνεται «Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια να ‘ρθουν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια» και ηχογραφείται εκ νέου με τη Βίκυ Μοσχολιού! Ο Πάνου, την επόμενη φορά, χρησιμοποιεί ένα εύρημα για να ξεπεράσει τον σκόπελο. Κόβει τις λέξεις σε σημείο που ο λογοκριτής δίνει έγκριση, μην καταλαβαίνοντας ότι οι «περικοπές» στο χαρτί αποκρύβουν τη σημασία του μηνύματος στην ακρόαση.

«Απεργία λοιπόν, απεργία»

«Αυτός που κλε- ένα καρβέ- κι ύστερα τρέχει, κύριε Πρό- δεν είναι κλέ- σεσημασμέ, πέντ’ έξι μή- ένα ψωμί… δικαίως έχει φασκελωμέ- την κοινωνί- τη χαλασμέ». Στη μεταπολίτευση, χρησιμοποιεί ξανά αυτό το τρικ για να φτιάξει άλλο ένα τραγούδι («Εφτά νομά- σ’ ένα δωμά-»), που περιγράφει τη φτώχεια και την ανέχεια που ήταν κοινός παρονομαστής των λαϊκών γειτονιών στις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Και όχι μόνο τότε.

Στα κωμειδύλλια και τα μελοδράματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, οι ηθοποιοί τραγουδούν «Απεργία λοιπόν απεργία, παρατήστε παιδιά τη δουλειά/ ωφελεί καθώς λεν στην υγεία πού και πού λιγοστή τεμπελιά» και ο Αττίκ, το 1920, «Ποιος φταίει αν είναι στη γη δυστυχείς; Το χρήμα! Το χρήμα!», μέχρι να έρθει ο Βαμβακάρης με συχνές σταράτες αναφορές στη φτώχεια και την αδικία. «Οσοι έχουνε πολλά λεφτά, να ‘ξερα τι τα κάνουν/ άραγε σαν πεθάνουνε, βρε αμάν, μαζί τους θα τα πάρουν;»

Προπολεμικά, έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον τα τραγούδια που γράφονται από Ελληνες στις ΗΠΑ αναφορικά με τη μεγάλη κρίση του 1929-30. «Τι θα κάνουμε, βρε φίλοι, στην κατάστασιν αυτήν, που χαμένοι πάμε όλοι εδώ στην Αμερικήν. Οπου φτώχεια έχει πέσει και δε βρίσκομε δουλειά και τα έξοδα δεν βγαίνουν και τραβούμε συμφορά» τραγουδάει ο Γιώργος Κατσαρός, μετανάστης από την Αμοργό.

Κι ενώ αυτό το είδος τραγουδιού συμπιέζεται επί χούντας, στη μεταπολίτευση μια νέα αριστερής υφής καλλιτεχνική αντεπίθεση επαναφέρει πανηγυρικά τη θεματολογία στο ελληνικό τραγούδι, με πρωταγωνιστές τον Γιάννη Μαρκόπουλο («Οταν οι εργολάβοι κι όλα τα γραφεία δεν δίνουνε δουλειά, σημαίνει ανεργία», «Εμείς είμαστε το αίμα, εμείς είμαστε φωτιά/ εμείς είμαστε οι εργάτες, χτίζουμε εμείς τη λευτεριά» κ.ά.), τον Μάνο Λοΐζο και τον Φώντα Λάδη («Στους δρόμους της Αθήνας φέιγ-βολάν μοιράζουν, εργάτες κι υποστήριξη ζητάνε»), τον Δήμο Μούτση και τον Γιώργο Σκούρτη («Σαν οι εργάτες απεργήσουν και στους δρόμους κατεβούν/ κι άμα ακόμα τους λυγίσουν, πάλι νικητές θα βγουν»), τον Ηλία Ανδριόπουλο και τον Μιχάλη Μπουρμπούλη («Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει/ εμείς που ζήσαμε φτωχοί/ του κόσμου η βροχή δεν μας πειράζει») και άλλοι, με ερμηνευτές τον Λάκη Χαλκιά, τη Σωτηρία Μπέλλου κ.λπ.

Την ίδια εποχή, με τη λεγόμενη «αναβίωση» του ρεμπέτικου, όλα τα τραγούδια για τη φτώχεια επανέρχονται στο προσκήνιο. Εργάτες, τεχνίτες, αγρότες, αλλά και διανοούμενοι, φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι και ελεύθεροι επαγγελματίες συνδιασκεδάζουν στα ρεμπετάδικα, τις ταβέρνες και τα κέντρα διασκέδασης με μια ισχυρή δόση αισιοδοξίας. «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση, θέλει αγάπη και κρασί… για να ‘ναι η ζωή χρυσή…» (Ι. Βέλλα-Ο. Λάσκου).

Κι όμως, ενώ τα παλιά τραγούδια παραμένουν εξαιρετικά δημοφιλή μέχρι σήμερα (τραγουδιούνται παντού και μοιράζονται κατά εκατοντάδες χιλιάδες από τις εφημερίδες και τα περιοδικά), τα τελευταία χρόνια, οι σύγχρονοι δημιουργοί σπάνια θίγουν θέματα φτώχειας και οικονομικής δυσπραγίας.

Τι συνέβη άραγε; Επαψε να υπάρχει φτώχεια ή για κάποιους λόγους έπαψε να συγκινεί δημιουργούς, ερμηνευτές και ακροατές; Εγιναν όλοι πλούσιοι ή έγινε ντεμοντέ η αναφορά στη φτώχεια; Το σίγουρο είναι ότι έγιναν πλούσιοι οι δημοφιλείς τραγουδιστές και κανένας πια δεν αισθάνεται άνετα να τραγουδάει για φτώχειες και μπατιρήματα. Οι τραγουδιστές δεν κατοικούν πια στις λαϊκές γειτονιές. Αλλαξαν κοινωνικό στάτους, άλλαξαν παρέες, άλλαξαν τα γούστα τους.

«Ο κόσμος τώρα εκτιμά μονάχα τους παράδες, κι όσους δεν έχουνε λεφτά τους λένε φουκαράδες. Αν σε δουν να πιάσεις φράγκα, θα σε πουν νταή και μάγκα, κι αν δεν το ‘χεις το αρζάν θα σου πουν αλέ-βουζάν!» (Ι. Τατασόπουλου-Ν. Ρούτσου).

[Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού, με τους Τάκη Μπίνη, Στέλλα Χασκήλ, Στελλάκη Περπινιάδη και τον συνθέτη Γιάννη Τατασόπουλο, από το 1950.]

 

Αλλαξαν και οι γειτονιές. Αλλαξαν και οι φτωχοί. Μια γενική άνοδος του βιοτικού επιπέδου και μια νέας μορφής φτώχεια. Υπαρκτή, αλλά άφαντη. Η φτώχεια δεν είναι πια καμάρι, είναι μόνο ντροπή. Ούτε οι φτωχοί θέλουν να ακούνε για φτώχεια.

Οι νεόπτωχοι δεν είναι σαν τους φτωχούς παλαιάς κοπής. Δεν έχουν το ίδιο πολιτισμικό περιβάλλον. Η φτώχεια δεν συνδέεται με ωραία στοιχεία της λαϊκής ζωής. Η αδυναμία συμμετοχής στην κατανάλωση και αποπληρωμής των δανείων επηρεάζει και τα αισθήματα. Γι’ αυτό και οι μη έχοντες παρηγοριούνται με βόλτες στα εμπορικά κέντρα. Φάτε, μάτια, ψάρια… Η σημερινή φτώχεια φέρνει στρες και περιθωριοποίηση σ’ ένα κλειστό διαμέρισμα, όχι σε μια κοινότητα συνύπαρξης και αλληλεγγύης.

«Τσιγάρο ατέλειωτο, βαρύ, η μοναξιά μου» τραγουδάει ο Σωκράτης Μάλαμας.

Ο πολιτισμός των λαϊκών ανθρώπων της παλιάς γειτονιάς με συνοχή, λεβεντιά, φιλότιμο, περηφάνια, ανθρωπιά, ταξική συνείδηση, λαϊκό τραγούδι και κουλτούρα γειτονιάς μεταλλάχθηκε. Αυξήθηκε ο ατομισμός, ο οχαδερφισμός και η εγκληματικότητα, που κάποτε στις φτωχές λαϊκές γειτονιές ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Θα βρει άραγε η νέα φτώχεια εκφραστές και ακροατήριο; Θα αναβιώσει μέσα από τα τραγούδια κάποια ανθρωπιά και μαχητικότητα; Θα αναζωογονηθεί η χαμένη αθωότητα και η διεκδίκηση περισσότερης δικαιοσύνης ή θα πελαγοδρομούμε στο κυνήγι ενός υπεσχημένου πομπώδους και ρηχού λάιφ στάιλ; Ζητήματα που το σύγχρονο τραγούδι αγγίζει διστακτικά, ενώ το τραγούδι του Κώστα Ρούκουνα, από το 1934, παραμένει πολύ επίκαιρο.

«Οι φόροι και τα κόμματα φέραν αυτή την κρίση

που κάνανε τον άνθρωπο να μην μπορεί να ζήσει».

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά, Σάββατο 3 Απριλίου 2010