Να μην πετάμε στα σύννεφα, αλλά και να μην είμαστε κατώτεροι των περιστάσεων

30-31_PSYRRH1

Μας λείπει το όραμα. Ο υψηλός στόχος. Τουλάχιστον ένα σκαλοπάτι πάνω από την κοινοτοπία. Κι αυτό μας δυσκολεύει πολύ. Σήμερα, κορύφωση της πάλης μας είναι η κατάργηση του Μνημονίου. Φτάνει, όμως, αυτό για μια πραγματική αλλαγή; Στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, αλλά και τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, λείπει το όραμα. Ο αγώνας κατά της λιτότητας κι ο αγώνας για την υπεράσπιση των κεκτημένων είναι αγώνες αναγκαίοι, αλλά αμυντικοί ή κοντοπρόθεσμοι. Κατά βάση μεταρρυθμιστικοί και όχι ανατρεπτικοί, γιατί σε αυτό το επίπεδο βρίσκεται η αντιπαράθεση συμφερόντων στο δυτικό κόσμο.Εμείς, που μιλάμε, έστω συνθηματολογικά, για ανατροπή, μπορεί και να είμαστε οι πιο ριζοσπαστικοί στο στρατόπεδο, εάν υπάρχει κάτι τέτοιο, της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αλλά κι εμείς έχουμε το όραμα θολό. Γιατί το όραμα, η προοπτική, το σχέδιο, η πρόταση, η επιδίωξη για ένα άλλο μοντέλο, ένα εναλλακτικό στον καπιταλισμό κοινωνικό σύστημα, είτε δεν υπάρχει είτε είναι κρυμμένο πίσω από τις κουρτίνες που κρύβουν τις απογοητεύσεις, τις ήττες, τις οπισθοδρομήσεις και τις αυτομολίες που έχει υποστεί η Αριστερά, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά χωρίς όραμα μπορεί ο πολίτης να εξεγερθεί; Μπορεί να βάλει τον εαυτό του κι ό,τι του έχει απομείνει από τα υπάρχοντά του, την προσωπική του ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του, σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο, εάν δεν πιστεύει σε κάτι ανώτερο; Εάν δεν έχει μπροστά του μια απελευθερωτική ιδέα, ένα ωραιότερο κόσμο, μια έξοδο διαφυγής από τη μιζέρια, την υποταγή και την αλλοτρίωση;Καμία επανάσταση δεν έγινε ποτέ, καμία εξέγερση, κανένας μεγάλος αγώνας χωρίς ένα αντάξιο όραμα. Ο Λεωνίδας για την πατρίδα, ο Σπάρτακος για την ελευθερία, ο Ροβεσπιέρος για την ισότητα, ο Κολοκοτρώνης για την ανεξαρτησία, ο Σιμόν Μπολίβαρ για την απελευθέρωση, ο Λένιν για το σοσιαλισμό, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ κόντρα στο φασισμό για ψωμί και ανεξαρτησία, ο Γκάντι για την ειρήνη και την εθνική κυριαρχία, ο Μάο για τη λαϊκή δημοκρατία, ο Τσε και ο Κάστρο για την ανεξαρτησία και το σοσιαλισμό, ο Αλιέντε για τη δημοκρατία, ο Τσάβες για την ισότητα και την ανεξαρτησία… Ακόμα και οι ισλαμιστές έχουν ένα κινητήριο όραμα, τον ύψιστο με τις αξίες και τον παράδεισό του, που τους κάνει αδάμαστους, άφοβους, αποφασισμένους, μαχητικούς…

Ο δυτικός άνθρωπος είναι ηττημένος ενώ νομίζει ότι είναι νικητής. Φοβισμένος μην χάσει εντελώς τις κατακτήσεις του, τις στοιχειώδεις ανέσεις του και την επιτηρούμενη ασφάλειά του, τώρα και την κακοπληρωμένη δουλειά του, δεν έχει όραμα, δεν πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξει κάτι ριζικά διαφορετικό που θα τον απαλλάξει από τα άγχη, την εύθραυστη επιβίωση και το αβέβαιό του μέλλον. Με την πλύση εγκεφάλου που έχει υποστεί, για τη χειροτέρευση της κατάστασής του, φταίει περισσότερο ο Καντάφι, ο Σαντάμ Χουσεΐν, οι Ταλιμπάν και ο Ισλαμικός Στρατός από τους ολιγάρχες, τους τραπεζίτες, τους στρατηγούς και τους πολιτικούς που τον κυβερνούν. Δεν φαίνεται να πολυπιστεύει, κι ας απαξιώνει τους ηγέτες του, ότι το πρόβλημά του, το πρόβλημα της κοινωνίας, της χώρας και του μπλοκ στο οποίο αυτή ανήκει, είναι εσωτερικό, κι ότι είναι φυσικό επακόλουθο του συστήματος στο οποίο ζει.

Λείπει, λοιπόν, το κινητήριο όραμα στις δυτικές κοινωνίες, στις οποίες και το καπιταλιστικό όραμα, των απεριόριστων ευκαιριών, του ατελείωτου πλούτου, της άνευ ορίων ελευθερίας και της πολιτιστικής ανωτερότητας μαραίνεται πλέον ραγδαίως, αφού γνώρισε μια επιθανάτια έξαρση στις χώρες του ανατολικού μπλοκ, πρόσκαιρη, καθώς κι αυτές προσγειώνονται άτσαλα στην άγρια φύση της οικονομίας της αγοράς.

 

Τώρα, σε τι πιστεύουμε, άραγε;

Η ελκυστική ιδέα της ενωμένης Ευρώπης, με μπόλικα «μπόνους», άμβλυνε πολύ το αίτημα της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Περίπου αντίστοιχα άμβλυνε και το αίσθημα της ελευθερίας, αφού αυτή που γνωρίσαμε μεταδικτατορικά ήταν πράγματι πρωτόγνωρη σε σχέση με το παρελθόν. Και το ίδιο μπορεί να πει κανείς για το ψωμί, την παιδεία, την υγεία και την ειρήνη, στη φάση της ευημερίας που δεν ικανοποίησε τους πάντες ισότιμα, αλλά δεν άφησε και κανέναν να λιμοκτονεί. Στον αντίποδα, ο σοσιαλισμός δυσφημίστηκε πάρα πολύ όχι μόνο από την κυρίαρχη ιδεολογία και τους τελειοποιημένους μηχανισμούς της, αλλά και από τη διαστρέβλωση που υπέστη από τους ίδιους τους εφαρμοστές του.

Υπάρχουν, βέβαια, εκείνοι που εξακολουθούν να διατυμπανίζουν το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό τους πρόταγμα, π.χ. το ΚΚΕ, αλλά σαν αίρεση, καθώς εμμένουν σε ένα πεπερασμένο μοντέλο και ένα άκαμπτο δόγμα που δεν φαίνεται να επηρεάστηκε καθόλου από τις θεμελιακές ανατροπές που συνέβησαν στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Μείναμε, λοιπόν, κι εμείς, οι μη δογματικοί αριστεροί, μπουκάλα. Ενώ υπονοούμε ότι εξακολουθούμε να είμαστε σοσιαλιστές και κομμουνιστές, δεν το έχουμε και σημαία. Λόγω της απογοήτευσης και λόγω της κυρίαρχης προπαγάνδας που δεν μας αφήνει εύκολα να ανακάμψουμε και λόγω της δυσπιστίας της κοινωνίας απέναντι σ’ αυτό που κατά βάθος πρεσβεύουμε. Οι προκαταλήψεις, οι αφορισμοί, οι αντιπαλότητες και οι στερεότυπες αντιλήψεις που έχουν διαποτίσει εμάς τους ίδιους, αποτελούν μεγάλο εμπόδιο για μια νέα πορεία της Αριστεράς.

Όμως, τώρα, τα πράγματα σφίγγουν, ο κόσμος δεινοπαθεί και πολλοί άνθρωποι άρχισαν να προβληματίζονται με πιο ανοιχτό μυαλό. Είναι, λοιπόν, μεγάλη ευκαιρία, να κάνουμε κι αυτό που δεν κάναμε με επάρκεια τόσον καιρό. Να καθαρίσουμε τις δικές μας σκέψεις από τα μπάζα που μας έχει ρίξει ο καπιταλισμός, να ξαναδούμε την πραγματικότητα με καθαρότερο μυαλό και να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας με πίστη στα αμετάβλητα ιδανικά της Αριστεράς, τη δημοκρατία, την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αδερφοσύνη και την ισότητα. Με βάση αυτές τις αρχές και με κληρονομιά τους μεγάλους αγώνες και τις θυσίες των λαών, αλλά και τα επιτεύγματα της γιγαντιαίας πάλης για το σοσιαλισμό, τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά εάν τα απαλλάξουμε με ψυχραιμία και ευαισθησία από τις στρεβλώσεις και κακοποιήσεις που υπέστησαν κατά την εφαρμογή τους, θα μπορέσουμε να ξαναδιατυπώσουμε με σύγχρονο λόγο το όραμα για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς καταστροφή της φύσης, χωρίς πολέμους και χωρίς ολιγάρχες. Να μην πετάμε στα σύννεφα, αλλά και να μην είμαστε κατώτεροι των περιστάσεων. Και, τότε, μ’ αυτό το όραμα, ο πολίτης, ξεπερνώντας τις φοβίες, τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες που έχει, θα υψώσει θαρραλέα το ανάστημα του και θα παλέψει για να γίνει ο ρυθμιστής της ζωής του.

   

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :
Περίπτερο Ιδεών – ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς,
Φ. 243 - 27/12/2014
Advertisements

Για έναν πολιτισμό ολικής ανατροπής

Δεν φτάνουν τα γράμματα και οι τέχνες. Ούτε η συνεχής επίκληση της λέξης πολιτισμός σαν να είναι ένα βότανο που γιατρεύει όλες τις κοινωνικές αρρώστιες, καταλαγιάζει τα πάθη και ημερώνει τον άνθρωπο. Όσο κι αν ακούγεται πεζό, για να πιάνουν τόπο οι τέχνες και τα γράμματα, ο άνθρωπος χρειάζεται φαγητό, στέγη, αγάπη, υγεία, δουλειά και αρμονικό κοινωνικό περιβάλλον. Δηλαδή, χρειάζεται τη διασφάλιση των βασικών υλικών και συναισθηματικών του αναγκών που είναι περίπου όμοιες και αναντικατάστατες κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Γι’ αυτό, η προσέγγιση του πολιτισμού σαν κάτι ξεχωριστό από το υλικό, συναισθηματικό και πνευματικό μέρος της ζωής, συνέβαλε στη διαμόρφωση κοινωνιών με ένα θαυμάσιο περίβλημα που κρύβει μέσα του όλη την αγριότητα και βαρβαρότητα την οποία υποτίθεται ότι θα εξαφάνιζε αυτό που αποκαλούμε πολιτισμός.

Είναι πλέον φανερό ότι ανώτερος πολιτισμός δεν μπορεί να υπάρξει μόνο με γράμματα και τέχνες όσο κι αν αυτά στην εξέλιξη των κοινωνιών μπορεί να αποτελούν απαραίτητη ή αναπόφευκτη προϋπόθεσή του. Εάν δεν επιλυθεί το κεντρικό πρόβλημα της ασταμάτητης μεγέθυνσης της κοινωνικής ανισότητας, του διαχωρισμού των ανθρώπων σε πολίτες άλφα και βήτα κατηγορίας, του μέχρι θανάτου ανταγωνισμού μεταξύ μονάδων και συλλογικοτήτων και της ακόρεστης επιδίωξης του ατομικού κέρδους, τα γράμματα και οι τέχνες θα συνεχίσουν, σε τελευταία ανάλυση, να υπηρετούν όχι τον πολιτισμό, σαν την ιδανική μορφή συνύπαρξης που εμείς τον αντιλαμβανόμαστε, αλλά να υπηρετούν ακριβώς αυτά που ο πολιτισμός έρχεται να εξουδετερώσει και να αντικαταστήσει με άλλες αξίες και με ένα άλλο τρόπο ζωής.

Πανέμορφα αρχιτεκτονήματα, αριστουργηματικές ζωγραφιές και θεσπέσιες μουσικές έντυσαν και εξακολουθούν να ντύνουν τις πιο βάρβαρες και καταστροφικές ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές στις λεγόμενες πολιτισμένες κοινωνίες. Ποιοι άλλοι είχαν τις σημαντικότερες επιδόσεις στις τέχνες και τα γράμματα από τους Ιταλούς, τους Ισπανούς, τους Άγγλους, τους Γάλλους, τους Ολλανδούς, τους Γερμανούς και τους Αμερικάνους από το Μεσαίωνα μέχρι σήμερα; Κι όμως, αυτοί, οι μεγάλοι θεράποντες των γραμμάτων και των τεχνών, κάτω απ’ αυτό το αξιοθαύμαστο και αξιομίμητο περίβλημα, καλλιέργησαν και εφάρμοσαν τις πιο μεγάλες βαρβαρότητες και αγριότητες. Κατακρεούργησαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους με τη δουλεία, την αποικιοκρατία, τις γενοκτονίες και τους πολέμους. Και σ’ αυτό επιδίδονται πάλι, διαθέτοντας ελάχιστους αναλφάβητους, ζώντας σε σπίτια με ανέσεις και πόλεις γεμάτες με ωραία κτήρια, με μεγάλα πανεπιστήμια, πλούσια μουσεία, γκαλερί, όπερες, ακαδημίες, εντυπωσιακά εμπορικά κέντρα, συγκοινωνίες, μέσα επικοινωνίας και τεχνολογικά επιτεύγματα αδιανόητα στην ανθρώπινη ιστορία. Κι όμως, όλη αυτή η αναμφισβήτητη πτυχή της πραγματικότητας δεν απέτρεψε ούτε αποτρέπει τις κοινωνίες να σκέφτονται και να συμπεριφέρονται σαν βάρβαροι με πολλαπλάσια καταστροφική δύναμη και ασύλληπτη αγριότητα.

Κοινωνίες σε σύγχυση

Δυστυχώς, ο χριστιανισμός, που ξεκίνησε σαν ένα τεράστιο ρεύμα ηθικοποίησης του κόσμου, έγινε εργαλείο, όπως κάθε οργανωμένη θρησκεία, στην υπηρεσία της ολιγαρχικής εξουσίας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαιώνιση και όχι στην εξάλειψη της βαρβαρότητας. Όπως και η δημοκρατία, ένα σύστημα πολύ προηγμένο για την ομαλή και δημιουργική ανθρώπινη συνύπαρξη και ανάπτυξη, μεταβλήθηκε σε μηχανισμό επιβολής και νομιμοποίησης της εξουσίας των προνομιούχων. Ακόμα και ο σοσιαλισμός, η νεότερη πρόταση υψηλού πολιτισμού, που εδράζεται με ακόμα πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο στην απάλειψη της κατηγοριοποίησης των πολιτών με βάση τον πλούτο, το χρώμα, τη φυλή, την καταγωγή και κάθε άλλο διαχωριστικό γνώρισμα, απέτυχε μέχρι τώρα, γιατί, μεταξύ άλλων αιτίων, δεν κατάφερε να αποφύγει και να αποτινάξει τα αρνητικά στοιχεία που κράτησε από τα προηγούμενα συστήματα και χρησιμοποίησε στις εφαρμογές του.

Στις σημερινές συνθήκες, οι κοινωνίες βρίσκονται σε μεγάλη σύγχυση και σε βαθιά απογοήτευση. Κι ένας λόγος, ίσως ο σημαντικότερος, είναι ότι συνειδητοποιούν ή διαισθάνονται αυτή τη διάσταση που γίνεται όλο και πιο χαοτική ανάμεσα στον πολυθρύλητο πολιτισμό με τις υψηλές ηθικές, πολιτικές και αισθητικές αξίες του, και στην πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης σαν άτομο και σαν μέλος μιας κοινότητας.

Στη μεταπολεμική περίοδο, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο πολιτισμός και η πραγματική ζωή του καθενός είναι, έτειναν να είναι και μπορούν να είναι αδιαχώριστα. Να μην αποτελεί ο ανώτερος πολιτισμός προνόμιο των ολίγων, όπως π.χ. στο Μεσαίωνα, ούτε να αποτελεί απλώς το λαμπερό περιτύλιγμα σε μια πραγματικότητα σκληρή, φτηνή έως και χυδαία. Για πρώτη φορά, σε μια τόσο μεγάλη κλίμακα, από το Μπέλφαστ ως το Βλαδιβοστόκ και τη Σαγκάη, για μερικές δεκαετίες, υποχώρησαν οι κοινωνικές ανισότητες, διασφαλίστηκε η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των ισχυρών δυνάμεων, αναπτύχθηκαν και διαδόθηκαν πλατιά τα γράμματα και οι τέχνες και παράχθηκε πλούτος σε πρωτοφανείς ποσότητες. Ο πολίτης στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Στοκχόλμη, το Βελιγράδι, τη Μόσχα και το Πεκίνο, απέκτησε την αίσθηση ότι δεν είναι παρίας, ότι συμμετέχει στα κοινά, ότι καρπούται το προϊόν της εργασίας του, ότι έχει ελευθερία επιλογής, ότι προστατεύεται από τους νόμους και η αξιοπρέπειά του είναι αδιαμφισβήτητο δικαίωμα. Όλα αυτά όχι τέλεια και ιδανικά, αλλά σε βαθμό πρωτόγνωρο σε σχέση με κάθε άλλη προγενέστερη ιστορική εμπειρία και, βεβαίως, με πολλές διαβαθμίσεις και ιδιαιτερότητες από χώρα σε χώρα.

Όσο διαρκούσε αυτή η φάση, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τα μουσεία, οι όπερες και τα κοινοβούλια ή τα σοβιέτ, φαίνονταν ότι ανήκουν σε όλους, ότι δεν αποτελούσαν μια παραχώρηση των λίγων στους πολλούς ούτε ήταν το ωραίο περίβλημα μιας κατά άλλα ζωής γεμάτης στερήσεις, ταπεινώσεις, πολέμους και καταστροφές.

Μετά τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού απ’ άκρη σ’ άκρη, με όλο και μικρότερες εστίες αντίστασης, το χάσμα πολιτισμός-πραγματικότητα άνοιξε πάλι και συνεχώς διευρύνεται. Χρεοκοπίες, πόλεμοι, αυταρχισμός, ολιγαρχία και ανταγωνισμός μέχρι θανάτου καθιστούν και πάλι τον πολιτισμό ένα περίβλημα της πραγματικότητας και όχι το άνθος και τον καρπό της. Ο πολιτισμός επιστρέφει σαν εικονική πραγματικότητα. Μια ωραία εικόνα από το παρελθόν και μια μαζικά παραγόμενη κουλτούρα, τυποποιημένη, ρηχή και κακής ποιότητας. Με τις όπερες ανοιχτές, τις βιβλιοθήκες εκσυγχρονισμένες, τα πανεπιστήμια περιζήτητα και τα κοινοβούλια υπεραπασχολημένα, αλλά την ανισότητα, την κρατική βία και τους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς σε νέα μεγάλη έξαρση. Περισσότεροι φτωχοί, λιγότερα δικαιώματα, περισσότεροι φυλακισμένοι, λιγότερα σχολεία, περισσότερα όπλα, λιγότερα φάρμακα.

Με αυτές τις συνθήκες, ξαναμπαίνει επιτακτικά το ζήτημα που έπαψε να συζητείται από την εποχή της αντιπαράθεσης «τέχνη για την τέχνη ή στρατευμένη τέχνη»; Αλλά το ζήτημα, σήμερα, δεν πρέπει να μπει με τον ίδιο τρόπο, αλλά ούτε να αγνοήσει κανείς την μεταπολεμική εμπειρία και το σημερινό ξεπεσμό. Γιατί και η στρατευμένη τέχνη έγινε καλούπι που υπονόμευσε τη στράτευση και η τέχνη για την τέχνη έγινε πλούσιο ντεκόρ στα σαλόνια της ολιγαρχίας ή φτηνό καταναλωτικό προϊόν που ναρκώνει τις μάζες.

Ολικός πολιτισμός

Ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι ένας μηχανισμός αναπαραγωγής της κυρίαρχης κουλτούρας ούτε μια επιχορηγούμενη παραγωγή προϊόντων ψυχαγωγίας ούτε η επιλεκτική τους ανάδειξη. Ούτε μπορεί να προσεγγιστεί μονοδιάστατα, ξεκομμένος από τον όλο βίο, από την όλη σύσταση της κοινωνίας, από τους προσανατολισμούς μιας καθολικής ανάταξης. Πολιτισμός, σήμερα, πρέπει να είναι η ατομική και συλλογική προσπάθεια ανασκευής έως και ανατροπής του υπαρκτού κοινωνικού μοντέλου και των αντιλήψεων που το συνοδεύουν και όχι μόνο των γραμμάτων και των τεχνών. Κι αυτό μπορεί να επιδιωχθεί με τη διεύρυνση και τη διευκόλυνση της συμμετοχής στα κοινά πάσης φύσεως, με την ανάπτυξη άπειρων συλλογικοτήτων, με την ενίσχυση του ταλέντου και της δεξιότητας του κάθε πολίτη, με το συσχετισμό του πολιτισμού με την κοινωνικότητα, τη δημοκρατία, την εντιμότητα, τον πατριωτισμό, την αλληλεγγύη, την προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος, με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών και των υπηρεσιών, την απαξίωση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, με την επανεδραίωση του κράτους πρόνοιας, με την καταπολέμηση της ανισότητας και του αυταρχισμού, με την ασφάλεια και την ειρηνική συνύπαρξη, με μια συνειδητοποίηση υψηλότερου επιπέδου.

Γι’ αυτό ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι εγκλωβισμένος σε ένα υπουργείο, σαν τις συγκοινωνίες ή τη βιομηχανία, εκτός κι αν είναι ένα υπουργείο που θα διακλαδώνεται σε όλα τα υπουργεία, σε όλη τη δομή του κράτους και της κοινωνίας. Που θα συμβάλλει ώστε όλα να γίνονται αλλιώς, με άλλες μεθόδους και άλλες νοοτροπίες.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο διανοούμενος, ο καλλιτέχνης και ο δημιουργικός σε οποιονδήποτε τομέα πολίτης, θα βρει το δρόμο του, θα επιλέξει τη θεματολογία του, θα αναζητήσει τη συμπόρευση. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να γίνει καλύτερη, πολιτισμένη, όσα θέατρα κι αν χτίσεις, όσες μουσικές κι αν ηχογραφήσεις, όσα μουσεία κι αν ανοίξεις, εάν όλες αυτές οι δραστηριότητες δεν έχουν την αντιστοιχία τους σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. Εάν ο υπάλληλος σε ένα υπουργείο ή μια εταιρία δεν είναι φιλικός στον πολίτη που χρειάζεται τις υπηρεσίες του, όσα βιβλία κι αν διαβάσει θα παραμείνει ξύλο απελέκητο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο, το θέατρο και η μουσική δεν συμβάλλουν στον εκπολιτισμό του πολίτη. Αλλοίμονο. Αλλά δεν αρκούν. Η εμπειρία του ρόλου των διαβασμένων θεραπαινίδων του συστήματος το επιβεβαιώνει δυσάρεστα.

Ξέρουμε, επίσης, ουκ ολίγους προοδευτικούς, που μπορεί να πηγαίνουν στο ποιοτικό θέατρο ή να ακούνε καλή μουσική, να μιλάνε για αλλαγές και σοσιαλισμούς, αλλά στην καθημερινή ζωή τους ούτε τη δημοκρατία να εφαρμόζουν ούτε ανιδιοτελείς να είναι.

Αντιμοντέλο πολιτισμού

Ο πολιτισμός της νέας εποχής, που δεν ξέρουμε εάν έχει αρχίσει να ανατέλλει και δεν ξέρουμε πότε θα σκάσουν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου της, αλλά εν πάση περιπτώσει πρέπει να δουλεύουμε γι’ αυτή και να προετοιμαζόμαστε, δεν μπορεί παρά να είναι ένας ορατός και αόρατος ιστός ή μία αύρα που θα διαπερνάει την κοινωνία οριζοντίως και καθέτως. Που θα συμμετέχουν όλοι και θα τους αφορά όλους. Που δεν θα είναι υπόθεση μόνο των ειδικών, των επαγγελματιών του είδους, καθηγητών, ζωγράφων, γλυπτών, ηθοποιών ή χορευτών. Που θα είναι όλοι οι πολίτες δημιουργοί και χρήστες, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του καθενός, ταυτόχρονα και όχι διαχωρισμένοι σε παραγωγούς και καταναλωτές.

Σε ανατολή και δύση, τα μοντέλα που εφαρμόστηκαν δεν δημιούργησαν το νέο τύπο ανθρώπου που η δημοκρατία, η συμμετοχή, η ειρήνη, η ισότητα και η αλληλεγγύη θα είναι κτήμα και ταυτότητά του. Τον τύπο του ανθρώπου που θα διαμορφώνει, θα υπερασπίζεται, θα διασφαλίζει και θα αναπτύσσει παραπέρα τα αγαθά εκείνα που συνθέτουν τον πολιτισμό της νέας εποχής. Υπήρξαν θετικά αποτελέσματα, υπήρξε πρόοδος, αλλά και άτακτη υποχώρηση, βαριά υποτροπή, που σημαίνει ότι χωρίς ουσιαστικές και ριζικές αλλαγές στο κοινωνικό σύστημα, στο σύνολο των στοιχείων που το συναποτελούν, κάθε πρόοδος είναι εύθραυστη και προσωρινή και κάθε πολιτισμός επιφανειακός και σαθρός.

Η Αριστερά που για άλλη μια φορά επωμίζεται το δύσκολο έργο της αλλαγής και της ανατροπής δεν έχει να αντιπαλέψει μόνο την ολιγαρχία και το σύστημά της, έχει να αντιπαλέψει και την πολιτισμική διάσταση αυτού του μοντέλου που έχει διαποτίσει τις κοινωνίες και τις έχει καταστήσει παθητικούς αποδέκτες και υποχείριά του.

Για να γίνει αυτό, η αντεπίθεσή μας πρέπει να είναι ολομέτωπη, πολύμορφη και πολυεπίπεδη. Να ξεκινάει από το μέσα μας και να εξωτερικεύεται πολυδιάστατα. Να αποφεύγουμε τη μίμηση των προτύπων του συστήματος και να χτίζουμε πετραδάκι-πετραδάκι και να προβάλλουμε συστηματικά και επίμονα το αντιμοντέλο μας. Εάν χτίζουμε με δημοκρατικό τρόπο, επιδιώκουμε τη μέγιστη συμμετοχή, επιμένουμε στις αξίες που έχουν σφυρηλατηθεί με αγώνες και θυσίες και ενεργούμε με διαφάνεια και αξιοκρατία, σιγά-σιγά, θα αρχίσει και το όραμα (άνευ του οποίου δύσκολα εξεγείρονται οι συνειδήσεις) που λείπει από κοινωνίες απογοητευμένες και κινήματα διαψευσμένα, να μορφοποιείται και να αναδύεται σαν άστρο λαμπερό στο δρόμο όχι μόνο για την ανατροπή, αλλά και για την οικοδόμηση του μελλοντικού κόσμου, του πολιτισμού με όλη τη σημασία της λέξης.

 

Στέλιος Ελληνιάδης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :
Περίπτερο Ιδεών – ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς,
Φ. 243 - 27/12/2014

 

Ο Ρωμανός, οι δωσίλογοι και η νίκη

dosilogoi-574x250 Δεν μας αξίζει να πεθάνεις για μας, έγραψε κάποιος. Είμαστε μία χώρα δωσίλογων, μου είπε ένας φίλος στο τηλέφωνο. Αριστεροί και οι δύο. Με φράσεις που δεν ταιριάζουν σε αριστερούς. Γιατί εκ πεποιθήσεως οι αριστεροί πιστεύουν στο λαό, αναγορεύουν το λαό σε υπέρτατη κοινωνική δύναμη και αξία, αγωνίζονται γι’ αυτό το λαό. Αλλά κι αυτοί οι δύο, που εκστόμισαν αυτές τις φράσεις, αριστεροί είναι, συνεπείς στις ιδέες τους. Από πού ορμώμενοι τις είπαν;

Νομίζω δεν φτάνει κανείς σ’ αυτό το συμπέρασμα μόνο από το γεγονός ότι ο κόσμος δεν αντιδρά -όσο απαιτούν οι περιστάσεις- στην εξαθλίωσή του, αλλά και στην ταπείνωση και την εκποίηση της χώρας που θεωρητικά τουλάχιστον αγαπάει. Γιατί το λες αυτό, Δημήτρη; ρώτησα τον συνομιλητή μου. Γιατί ανέκαθεν, σε κάθε κρίσιμη ιστορική φάση, για την πατρίδα, για το βιος, για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία, ένα δέκα τοις εκατό σήκωνε όλο το βάρος, έπαιρνε πάνω του τη διακινδύνευση, το ρίσκο, θυσιαζόταν για τον τόπο και για όλους. Μεγάλο ήταν το ΕΑΜ, αλλά όχι πάνω από το 10% του πληθυσμού της χώρας. Πατριωτικός και ηρωϊκός ο ΕΛΑΣ, αλλά μερικές χιλιάδες άνθρωποι πήραν τα όπλα ενάντια στον κατακτητή. Αυτοθυσιαστικός ο Δημοκρατικός Στρατός που πολέμησε για την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία, αλλά πάλεψε μόνος του, χωρίς έμπρακτη παλλαϊκή υποστήριξη, απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις. Κι αυτοί που τον κατανίκησαν με ξένα όπλα και καθοδήγηση, ήταν εντόπιοι, του εθνικού στρατού, με τους χίτες, τους δοσίλογους και τους προδότες μπροστάρηδες, και τους άλλους, τους πολλούς, τους κοινούς πολίτες, ακόλουθους. Πού βρέθηκαν όλοι αυτοί, κοντά διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, που πολέμησαν εναντίον των πατριωτών κομμουνιστών; Πλουτοκράτες ήταν; Και τι έκαναν όλοι οι άλλοι, μερικά εκατομμύρια, που λούφαξαν και ψήφιζαν τους πολιτικούς και τα κόμματα της αγγλοκρατίας και της αμερικανοκρατίας, τον Παπανδρέου, τον Παπάγο και τον Καραμανλή; Πώς τόσο εύκολα ξέχασαν ποιος αγωνίστηκε με βαρύ τίμημα εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών κατακτητών από το 1941 ως το 1945; Πώς τόσο εύκολα έκαναν τα στραβά μάτια στη φοβερή τρομοκρατία που ξεκίνησε με τα Δεκεμβριανά, αμέσως μετά την απελευθέρωση, το 1944; Και πώς τόσο εύκολα αποδέχτηκαν τη νέα τάξη πραγμάτων; Τη δημοκρατία του παλατιού και τις κυβερνήσεις που διόριζε ο Αμερικανός πρέσβης;

Βέβαια, δεν ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνεργάτες των Γερμανών, ούτε μαυραγορίτες, ούτε λακέδες των Αμερικάνων. Αποδέχτηκαν, όμως, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, τη γερμανοκρατία, την αγγλοκρατία και την αμερικανοκρατία. Και το χειρότερο: συμφιλιώθηκαν και συνυπήρξαν με τους προδότες, τους ταγματασφαλίτες, τους μαυραγορίτες, τους κουκουλοφόρους, τους δοσίλογους και τους λακέδες των Άγγλων και των Αμερικάνων. Που δεν ήταν μόνο πέντε-δέκα ρεμάλια, εγκληματίες και ξεπουλημένοι. Ήταν και πολλοί, περισσότεροι απ’ όσους νομίζει κανείς, καθωσπρέπει νοικοκυραίοι. Οικογενειάρχες της διπλανής πόρτας. Αυτοί στήριξαν, με μικροανταλλάγματα, όλη τη φάρα των δωσιλόγων και των μαυραγοριτών. Αυτοί εξέλεγαν βουλευτές τους συνεργάτες των ξένων κηδεμόνων και τους απογόνους των ταγματασφαλιτών. Γεμάτη ήταν η Βουλή και το κράτος από δαύτους. Κι ακόμα υπάρχουν τέτοιοι, σαν τον Αθανασίου, τον υπουργό που μας διαβεβαίωσε ότι «ακόμα κι ο θεός ο ίδιος να κατέβει, δεν θα αφήσει τον Ρωμανό να σπουδάσει». Γιος γνωστού κατοχικού χίτη, ο κύριος υπουργός.

Έλεγε ο Δημήτρης, έλεγε, και από το μυαλό μου περνούσαν σαν εικόνες αυτά που διαβάζω, συμπτωματικά, αυτό τον καιρό, για τους δοσίλογους στο σχετικό βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα. 2.500 καταστήματα, ιδιοκτησίας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που στάλθηκαν στο Άουσβιτς για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ, δόθηκαν από τους Γερμανούς σε ντόπιους «μεσεγγυούχους», όπως τους ονόμαζαν, με μοναδικό κριτήριο τη συνεργασία τους με τους ναζί. Μια λεπτομέρεια, θα πει κανείς. Ναι, μια λεπτομέρεια, που δείχνει πόσο ανταλλάξιμος είναι ο πατριωτισμός και το ήθος του υπεράνω πάσης υποψίας πολίτη. Ένα δείγμα από ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό «μεσεγγυούχων» διαφόρων ειδών και τύπων, που επωφελήθηκαν από τις συμφορές των άλλων και της χώρας. 18 χιλιάδες άτομα, δοσίλογοι και ταγματασφαλίτες, που ανήκαν σε δεκάδες συμμορίες, διαβάζω στην αναφορά του Νίκου Ζαχαριάδη στο Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας, ασκούσαν το 1945 την πιο άγρια δολοφονική τρομοκρατία στη χώρα με τις ευλογίες των Άγγλων και της κυβέρνησής τους στην Ελλάδα. Κι όχι μόνο απλοί πολίτες, υπάλληλοι, εργάτες, αγρότες και στρατιωτικοί, αλλά και επιστήμονες, δάσκαλοι, παπάδες και επιχειρηματίες, μικρού και μεγάλου βεληνεκούς. Αυτούς τους κακοποιούς, που δεν ήταν αριθμητικά πολλοί, στήριξε το κράτος, σ’ αυτούς στηρίχτηκαν οι μηχανισμοί ελέγχου και καταστολής, και, απ’ ό,τι φαίνεται, με τη δική τους νοοτροπία που κυριάρχησε έκτοτε, διαπαιδαγωγήθηκαν πολλές γενιές νεο-Ελλήνων. Κι απ’ αυτούς βγήκε το λαϊκό έρεισμα της δικτατορίας, απ’ αυτούς και το 30% που ψήφισε υπέρ του βασιλιά στο δημοψήφισμα του 1974, αμέσως μετά την προδοσία της χούντας που κόστισε τη μισή Κύπρο.

Έχει ρίζες, λοιπόν, ο δωσιλογισμός και η υποτέλεια των ημερών μας. Κι όσο πιο πίσω πηγαίνουμε στην ιστορία τόσο πιο βαθιά θα τις εντοπίζουμε. Μπορεί να μην είναι μόνο 10% το ποσοστό αυτών που πάντα αγωνίζονται για το ευγενές, το δίκαιο και το πατριωτικό, αλλά σίγουρα είναι πολύ μεγάλο το ποσοστό αυτών που είναι σταθερά, από γενιά σε γενιά, υπέρ της ολιγαρχίας του πλούτου, υποτελές στους ξένους κηδεμόνες, εχθρικό στα δημοκρατικά κινήματα. Τόσο μεγάλο και τόσο ριζωμένο που διαπερνάει με τις διακλαδώσεις του ένα ακόμα μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, πιο κεντρώο, πιο ουδέτερο, και δεν αφήνει ανέγγιχτο ούτε κάποια κομμάτια της Αριστεράς, από το σώμα της οποίας βγαίνουνε οι Λαζαρίδηδες, οι Δαμανάκηδες, οι Ψαριανοί, οι Κουβέληδες και οι Τατσόπουλοι. Εννοείται ότι αυτοί, οι τελευταίοι, οι αριστερογενείς και κομμουνιστογενείς, δεν είναι ταγματασφαλίτες και δοσίλογοι, αλλά είναι μέσα στην μεγάλη παράδοση αυτών που και με τους ταγματασφαλίτες και με τους δοσίλογους της κάθε εποχής μπορούν να συνυπάρχουν και, ενίοτε, να συνεργάζονται και να συμπλέουν.

Εξ ου και τα δηλητηριώδη, αισχρά και απάνθρωπα σχόλια και άρθρα εναντίον του Νίκου Ρωμανού. Πεποιθήσεις όχι μόνο διαδόχων δωσιλόγων και κουκουλοφόρων, αλλά και αποκυήματα γνωστών συμπολιτών μας που σκέφτονται και εκφράζονται σε αρμονία μ’ αυτή τη μεγάλη παράδοση του αυταρχισμού, της ξενοδουλείας και του μισανθρωπισμού.

Ανησυχητικές οι σκέψεις που μου προκάλεσε ο Δημήτρης με το τηλεφώνημά του. Ευτυχώς, που υπάρχουν οι Γλέζοι από τις παλιές γενιές και οι Ρωμανοί από τις καινούργιες, για να αποτελούν αντίβαρο στον παλιό και νέο δωσιλογισμό, και να διαψεύδουν, με τα έργα ή με τη στάση τους, τον φίλο μου τον Δημήτρη, που τον κατατρώει η απογοήτευση από την παθητικότητα του κόσμου και τον πλημμυρίζει η αγανάχτηση από τη συμπεριφορά των πιστών λακέδων του συστήματος, απογόνων των ταγματασφαλιτών και των μαυραγοριτών, αλλά και αριστερών που αυτομόλησαν στη δεξιά ή φλερτάρουν μαζί της για μερικά αργύρια δόξας και εξουσίας.

 

Υ.Γ. Αν ήμουν ο Ρωμανός, ο ιδεολόγος, θα ανησυχούσα πολύ από την εξέλιξη των πραγμάτων που με αφορούν. Το σύστημα υποχωρώντας, υπέστη ένα πλήγμα, αλλά έκανε ταυτόχρονα κι έναν ελιγμό που εμπεριέχει παγίδες για την ένταξη και την απονεύρωσή μου. Γι’ αυτό, μετά τη διακοπή της απεργίας πείνας, αρχίζει μια νέα μάχη πιο σύνθετη και πιο μακροπρόθεσμη. Πώς θα κρατήσω τώρα τη δυναμική αντισυστημική μου στάση; Θα επιστρέψω στην αδιέξοδη ατομική βία οπότε θα δικαιώσω τους εχθρούς μου ή θα εγκλωβιστώ στα θεμιτά όρια της νίκης μου περιορίζοντας τον εαυτό μου σε ένα φυλακισμένο με άδειες εξόδου φοιτητή; Το αγωνιστικό μου μήνυμα που πέρασε στην κοινωνία δεν είναι αμελητέο, αλλά και η νίκη μιας μάχης ούτε τελειώνει τον πόλεμο ούτε αποκλείεται να είναι πύρρεια. Έτσι κάπως θα προβληματιζόμουν, αλλά, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν είμαι ο Νίκος Ρωμανός.

 

Στέλιος Ελληνιάδης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :
Περίπτερο Ιδεών – ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς,
Φ. 241 - 13/12/2014

Με τι υλικά φτιάχνεται η Αριστερά του 21ου αιώνα;

30_PERIPTERO«Τι κάνουμε; Η παλιά ερώτηση του Λένιν. Μοιραζόμαστε κοινές οπτικές για το τι δεν πάει καλά, γι’ αυτά που αλλάζουν στον κόσμο και απέναντι σ’ αυτές τις αλλαγές δεν μπορούμε να απαντήσουμε – ή, σωστότερα, οι απαντήσεις που είχαμε παλαιότερα είναι ανεπαρκείς. Αλλιώς δεν θα κυβερνούσε η δεξιά στην Ευρώπη. Κάτι έλειπε και λείπει στις απαντήσεις μας, στις προτάσεις μας.

Επιτρέψτε μου, παρακαλώ, με κάθε σεμνότητα, να σας υποβάλω πέντε σκέψεις γι’ αυτή τη συλλογική αναζήτηση του αύριο που αναλαμβάνει η Ευρωπαϊκή Αριστερά.

Η Ευρωπαϊκή Αριστερά δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένη μόνο με τη διάγνωση και την καταγγελία της κατάστασης. Η διάγνωση και η καταγγελία χρησιμεύουν βέβαια στην πρόκληση ηθικής αγανάκτησης. Και είναι σημαντική η εξάπλωση της ηθικής αγανάκτησης – αλλά δεν δημιουργεί βούληση για εξουσία. Η καταγγελία δεν σημαίνει βούληση για εξουσία. Μπορεί να είναι ο προθάλαμος, αλλά όχι αυτή η καθαυτή η βούληση για εξουσία. Η Ευρωπαϊκή Αριστερά, η παγκόσμια Αριστερά, μπροστά σ’ αυτή την αρπακτική για τη φύση και τον άνθρωπο δίνη που προωθεί ο σύγχρονος καπιταλισμός, πρέπει να εμφανιστούν με προτάσεις, με πρωτοβουλίες.

Η Ευρωπαϊκή Αριστερά και οι Αριστερές σε όλα τα μέρη του κόσμου πρέπει να οικοδομήσουμε μια νέα κοινή λογική. Κατά βάθος ο πολιτικός αγώνας είναι ένας αγώνας για την κοινή λογική, για το σύνολο των κριτηρίων και των προκαταλήψεων, για το πώς με απλό τρόπο ο κόσμος, ο νεαρός φοιτητής, ο επαγγελματίας, η πωλήτρια, ο μισθωτός, ο εργάτης τακτοποιεί τον κόσμο. Αυτή είναι η κοινή λογική, η βαθιά σύλληψη του κόσμου με την οποία τακτοποιούμε την καθημερινή ζωή, το πώς αξιολογούμε το δίκαιο και το άδικο, το επιθυμητό και το εφικτό, το ανέφικτο και το πιθανό. Η παγκόσμια Αριστερά, η Ευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει κατ’ ανάγκη να αγωνιστούν για μια νέα κοινή λογική: προοδευτική, επαναστατική, οικουμενική».

(Απόσπασμα από τον χαιρετισμό του αντιπροέδρου της Βολιβίας, Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα, στο 4ο Συνέδριο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που έγινε στην Ισπανία, στις 13 Δεκεμβρίου 2013. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Κράτος, Επανάσταση και Ηγεμονία, Eκδόσεις Α/συνέχεια)

 

Τι είδους Αριστερά;

Ξέρω πάρα πολλούς στην Αριστερά που δυσκολεύονται ή αρνούνται να καταλάβουν πόσο ισχυρή είναι η επίδραση της κυρίαρχης κουλτούρας πάνω μας. Ότι το ένδοξο αγωνιστικό μας παρελθόν και η εγκυκλοπαιδική επίκληση του Μαρξ, του Λένιν, του Τρότσκι, του Γκράμσι, του Μάο ή του Μπακούνιν, δεν αντισταθμίζουν την πολιτισμική και πολιτική μας ανεπάρκεια. Όταν υπήρχε το σοσιαλιστικό μπλοκ, η σύνδεση και η αναφορά σ’ αυτό ήταν αρκετή και χειροπιαστή για να τροφοδοτεί και να εφησυχάζει ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς. Όπως αρκετή και χειροπιαστή για να εφησυχάζει ένα άλλο κομμάτι της Αριστεράς ήταν και η κριτική στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Γι’ αυτό, όταν το σοσιαλιστικό μπλοκ εξέπνευσε, φάνηκε η πολιτική ανεπάρκεια αμφοτέρων. Έτσι, πολύ γρήγορα, σχεδόν ακαριαία, τα κόμματα της Αριστεράς μαράζωσαν, τόσο οι «μεν» όσο και οι «δε».

Τα τελευταία χρόνια, η τεράστια επίθεση που δέχονται οι κοινωνίες από τη σύγχρονη ολιγαρχία, αυτό που ονομάζουν κρίση, αύξησε τόσο πολύ τις εσωτερικές τριβές που η ανάγκη για μια νέα Αριστερά βγήκε στο προσκήνιο επιτακτικά. Αλλά τι είδους Αριστερά, με δεδομένο ότι στις μνήμες από την κατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ, που είναι ακόμα ζωντανές, προστέθηκαν οι εμπειρίες από τη μετάλλαξη της Σοσιαλδημοκρατίας, με κορυφαίες αυτές της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας και της Βρετανίας. Και στα δικά μας, του ΠΑΣΟΚ που εκφυλίστηκε εκ θεμελίων. Οι δε Πράσινοι, οι οποίοι αποτέλεσαν κάτι καινούργιο, ενσωματώθηκαν και αρκετοί αποχρωματίστηκαν σε σημείο να υποστηρίζουν τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, όπως ο Γερμανός Γιόσκα Φίσερ και ο Γάλλος Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, ενώ, από την άλλη, τα κινήματα τύπου Γένοβας ξέσπασαν αυθόρμητα, αλλά ξεφούσκωσαν γρήγορα καθώς ξεπήδησαν μέσα από μια νεανική οργή, μια πρόσκαιρη αφύπνιση, αλλά δεν ρίζωσαν στο πλατύ κοινωνικό σώμα των εργαζομένων ούτε διαμόρφωσαν μία επαρκή εφαρμόσιμη πολιτική πλατφόρμα.

 

Τι είδους, λοιπόν, Αριστερά;

Την Αριστερά του 21ου αιώνα πρέπει να την ανακαλύψουμε, αν όχι να την δημιουργήσουμε. Αλλά πώς; Σίγουρα όχι με επιφοίτηση. Νομίζω ότι ένας δρόμος είναι ο δρόμος της μελέτης και αξιοποίησης κάθε θετικής και αρνητικής εμπειρίας από όπου κι αν αυτή προέρχεται. Όχι, όμως, επιπόλαια και επιφανειακά. Με εμβάθυνση και τεκμηρίωση. Πόσοι αριστεροί στην Ελλάδα ξέρουν καλά τι αλλαγές έχει κάνει ο Τσάβες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ή στον έλεγχο των ολιγοπωλίων και τι είδους και μεγέθους προβλήματα αντιμετώπισε; Ποιος έχει ζωντανή επαφή με τον Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα στη Βολιβία; Πόσοι αριστεροί στην Ελλάδα ξέρουν σε βάθος τι άλλες σημαντικές εναλλακτικές εφαρμογές στην πολιτική και την οικονομία δοκιμάζονται, και με πιο κόστος και ποιο αποτέλεσμα, στη Βραζιλία, το Εκουαδόρ, τη Χιλή ή την Αργεντινή; Πόσοι ξέρουν καλά τις θεμελιώδεις μεταβλητές του σκανδιναβικού σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου τα τελευταία χρόνια; Πόσοι ξέρουν γιατί απέτυχε παταγωδώς η προσπάθεια κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης των επαναστατών κομμουνιστών στο Νεπάλ; Ποιος ξέρει πολύ καλά την έκταση, την ποιότητα και τη σημασία των εκατοντάδων χιλιάδων συνεταιρισμών στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Κίνα; Ποιος έχει ερευνήσει και ξεχωρίσει τα χρυσά, τα αργυρά και τα χάλκινα επιτεύγματα του σοσιαλιστικού μπλοκ, που ανήκουν σε ένα πελώριο θησαυροφυλάκιο εμπειριών, θετικών και αρνητικών, από την κατάργηση της ιδιοκτησίας μέχρι τη διόγκωση της κρατικής γραφειοκρατίας; Και δεκάδες άλλα ποιος, πώς και τι.

Ακόμα και οι αστοί διανοούμενοι και τεχνοκράτες που προάγουν την πολιτική και οικονομική σκέψη, μας δίνουν υλικό πολύτιμο για σκέψη και επεξεργασία. Ο Τομά Πικετί, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, ο Πoλ Κρούγκμαν και πολλοί άλλοι σκανάρουν, σε υψηλή… ανάλυση, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και συχνά καταλήγουν σε διαπιστώσεις και προτάσεις που φαίνονται ή είναι αριστερές ή θα μπορούσαν θαυμάσια να αξιοποιηθούν από την Αριστερά. Το ζήτημα της ανισότητας στο νεοφιλελευθερισμό κανένας άλλος δεν το έχει βάλει τόσο ολοκληρωμένα και αποδεδειγμένα, όσο ο Ρίτσαρντ Ουίλκινσον, η Κέιτ Πίκετ, ο Φέρντιναντ Μάουντ ή ο Όουεν Τζόουνς. Ο Πικετί έκανε μελέτες δεκαπέντε χρόνων σε πάνω από είκοσι χώρες για να ταρακουνήσει τα νερά στη Δύση. Γιατί οι Αριστεροί πλατσουρίζουν στα ρηχά και, ως συνέπεια, είτε αναμασούν τους κλασικούς είτε ενσωματώνονται στο σύστημα;

Η Αριστερά στην Ευρώπη ανεβαίνει σαν τρένο με κάρβουνο την ανηφόρα. Από τη μια οι μικροομάδες μιλάνε ανέξοδα για επανάσταση και κομμουνισμό κι απ’ την άλλη οι μεταρρυθμιστές είναι πολύ πίσω από τη σοσιαλδημοκρατία του 1980.

 

Μαζικό μούδιασμα

Παρ’ ολ’ αυτά, υπάρχει τεράστιος εμπειρικός πλούτος. Σημαντικά νέα κινήματα και νέες φωνές. Αναξιοποίητες δυνάμεις μέσα στην κοινωνία. Ένας ηθικά απαξιωμένος και πολιτικά υπό διάλυση αντίπαλος. Κι απ’ την άλλη, μια Αριστερά που προσπαθεί, αλλά τη βλέπουμε και να μπουσουλάει ανάμεσα σε ένα ριζοσπαστικό βερμπαλισμό και ένα μεταρρυθμιστικό συντηρητισμό.

Μ’ ένα μεγάλο κενό υποδείγματος. Ακόμα κι αυτοί που ισχυρίζονται ότι είναι μαρξιστές, αποφεύγουν συχνά την καταφυγή στην ουσία του μαρξισμού. Και οι επικριτές του λενινισμού απέτυχαν παταγωδώς στο φλερτ με την αστική δημοκρατία και στην αναζήτηση του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό με τελικό αποτέλεσμα την ενσωμάτωση και τον εκφυλισμό (π.χ. βλέπε Ιταλία).

Οι κοινωνίες βρίσκονται, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, σε μοιρολατρική αποδοχή της νέας αντικοινωνικής τροπής μέσα στα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της Δύσης των οποίων οι κυρίαρχες ολιγαρχίες είναι σε πολύ επιθετική φάση τόσο σε βάρος των υπηκόων τους όσο και σε βάρος των στρατιωτικά πιο ανίσχυρων τρίτων χωρών και λαών. Μπορεί να είναι πρόσκαιρο αυτό και να υποβόσκει μία ηφαιστειακή έκρηξη στα δυτικά κράτη, αλλά μέχρι στιγμής αυτή είναι η εικόνα της πραγματικότητας.

Οι πολίτες που έχουν ευεργετηθεί, λιγότερο ή περισσότερο, εντός του συστήματος, στην περίοδο της ευημερίας και ανάπτυξης, είναι μουδιασμένοι από την αναπάντεχη αρνητική εξέλιξη την οποία είτε θέλουν να πιστεύουν ότι είναι πρόσκαιρη είτε αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα και αγανακτούν, αλλά είναι όμηροι του συστήματος από την εποχή της ευημερίας με δάνεια, παροχές και άλλες εξαρτήσεις. Επιπροσθέτως, δεν έχουν ούτε τους προτείνεται ένα πειστικό εναλλακτικό μοντέλο. Το σοσιαλιστικό μοντέλο σοβιετικού τύπου είναι απαξιωμένο στη Δύση, το δε μοντέλο κινεζικού τύπου, που ονομάζεται «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς», είναι άγνωστο, ξένο και ίσως ασύμβατο πολιτισμικά. Τα εγχειρήματα στη Λατινική Αμερική, από την Κούβα ώς τη Βενεζουέλα, στέλνουν κάποια εναλλακτικά μηνύματα, μερικές φορές πολύ ηχηρά, αλλά προσαρμοσμένα στα δεδομένα της Λατινικής Αμερικής και φτάνουν σε μας αποσπασματικά και ανολοκλήρωτα. Άρα η Ευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει, ψάχνοντας, μαθαίνοντας και χτίζοντας, να βρει τον εαυτό της και να χαράξει το δικό της δρόμο.

 

Υπάρχει μοντέλο;

Φαίνεται ότι η ευρωπαϊκή σκέψη αργεί να ξεφύγει από τη φάση και να απαλλαγεί από τα κατάλοιπα της ήττας. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν κάθε τι καινούργιο, εναλλακτικό, στη θεωρία και την πράξη, έρχεται από τον εν ευρεία εννοία «τρίτο κόσμο». Αλλά, κατά κανόνα, δεν ταυτίζεται με τις ανάγκες και το στάτους του αναπτυγμένου κόσμου.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά δεν έχει ακόμα μπορέσει να συγκροτήσει μια εναλλακτική πρόταση με πληρότητα και επάρκεια. Δεν έχει μπορέσει να εκσυγχρονίσει τον μαρξισμό που αχνά επικαλείται. Έχει κάνει, ατομικά και συλλογικά, σημαντικές εκπτώσεις στο ιδεολογικό πεδίο, έχει ρητά και σιωπηρά υποτονίσει τη μεγάλη αγωνιστική παράδοση και τα επιτεύγματά της, εμφανίζεται λειψή στις προτάσεις της και στερείται ελκυστικού οράματος. Συνήθως παλινδρομεί ανάμεσα στην προσκόλληση σε πεπερασμένες εφαρμογές του σοσιαλιστικού εγχειρήματος και στην ενσωμάτωση στις προδιαγραφές του συστήματος που αντιμάχεται.

Αφενός της λείπει το ανανεωμένο και αξιόπιστο μοντέλο του μελλοντικού κόσμου που επαγγέλλεται, ο δικός της παράδεισος είναι σε ένα ομιχλώδες τοπίο και, αφετέρου, παίζει πολύ με όρους συστήματος χάνοντας τα διακριτικά της γνωρίσματα.

Η έλλειψη ενός άλλου μοντέλου, βέβαια, μπορεί να σημαίνει ότι το παλιό μαρξιστικό μοντέλο είναι ακόμα ενεργό, γιατί η φάση στην οποία αναφέρεται είναι ακόμα σε εξέλιξη. Σ’ αυτή την περίπτωση, είναι φανερό ότι ούτε αυτό είναι διαχειρίσιμο από την Ευρωπαϊκή Αριστερά, που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι. Να ξεχωρίσει το «καθαρό» μοντέλο, να κρατήσει τις θετικές πλευρές των εφαρμογών του και να αναβαθμίσει τις προδιαγραφές του λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα νέα και ειδικά δεδομένα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως είναι η κατάσταση της κουλτούρας των πολιτών στο βίαιο έμπα της «μετακαπιταλιστικής» πραγματικότητας, η δραματική επιδείνωση των περιβαλλοντικών συνθηκών από την υπερεκμετάλλευση της φύσης, η υπέρμετρη ανισότητα στο εσωτερικό των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών και ανάμεσα στα κράτη, η τεράστια διόγκωση και ο αυξημένος ρόλος των «υπερεθνικών» κεφαλαίων, οι «νέοι» πόλεμοι, οι αναδυόμενες δυνάμεις κ.ά.

Στα θετικά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Podemos. Αγκομαχητά, αλλά όλο και πιο σταθερά, όλο και πιο εκτεταμένα, παρατηρείται μια θετική στροφή της κοινωνίας προς την Αριστερά, που υπόσχεται περισσότερα απ’ όσα φαίνεται ότι μπορεί, αλλά «ψήνεται». Και, επιπλέον, αποτελεί το αντίβαρο και το αντίδοτο στην άνοδο του ακροδεξιού φαινομένου που προηγήθηκε στην εσωτερικά κλονισμένη Ευρώπη. Αλλά αυτά τα θετικά χρειάζονται μια συνειδητή, ανυποχώρητη και επίπονη αναβάθμιση, διαρκή και μαχητική, σε όλα τα επίπεδα για να αποκτήσουν οι ισχυροποιούμενες αριστερές δυνάμεις ένα σώμα και ένα πνεύμα που θα νιώθει η κοινωνία ότι πράγματι αποτελούν την Αριστερά του 21ου αιώνα.

 

Στέλιος Ελληνιάδης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :
Περίπτερο Ιδεών – ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς,
Φ. 238 - 22/11/2014