Να μην πετάμε στα σύννεφα, αλλά και να μην είμαστε κατώτεροι των περιστάσεων

30-31_PSYRRH1

Μας λείπει το όραμα. Ο υψηλός στόχος. Τουλάχιστον ένα σκαλοπάτι πάνω από την κοινοτοπία. Κι αυτό μας δυσκολεύει πολύ. Σήμερα, κορύφωση της πάλης μας είναι η κατάργηση του Μνημονίου. Φτάνει, όμως, αυτό για μια πραγματική αλλαγή; Στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, αλλά και τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, λείπει το όραμα. Ο αγώνας κατά της λιτότητας κι ο αγώνας για την υπεράσπιση των κεκτημένων είναι αγώνες αναγκαίοι, αλλά αμυντικοί ή κοντοπρόθεσμοι. Κατά βάση μεταρρυθμιστικοί και όχι ανατρεπτικοί, γιατί σε αυτό το επίπεδο βρίσκεται η αντιπαράθεση συμφερόντων στο δυτικό κόσμο.Εμείς, που μιλάμε, έστω συνθηματολογικά, για ανατροπή, μπορεί και να είμαστε οι πιο ριζοσπαστικοί στο στρατόπεδο, εάν υπάρχει κάτι τέτοιο, της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αλλά κι εμείς έχουμε το όραμα θολό. Γιατί το όραμα, η προοπτική, το σχέδιο, η πρόταση, η επιδίωξη για ένα άλλο μοντέλο, ένα εναλλακτικό στον καπιταλισμό κοινωνικό σύστημα, είτε δεν υπάρχει είτε είναι κρυμμένο πίσω από τις κουρτίνες που κρύβουν τις απογοητεύσεις, τις ήττες, τις οπισθοδρομήσεις και τις αυτομολίες που έχει υποστεί η Αριστερά, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά χωρίς όραμα μπορεί ο πολίτης να εξεγερθεί; Μπορεί να βάλει τον εαυτό του κι ό,τι του έχει απομείνει από τα υπάρχοντά του, την προσωπική του ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του, σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο, εάν δεν πιστεύει σε κάτι ανώτερο; Εάν δεν έχει μπροστά του μια απελευθερωτική ιδέα, ένα ωραιότερο κόσμο, μια έξοδο διαφυγής από τη μιζέρια, την υποταγή και την αλλοτρίωση;Καμία επανάσταση δεν έγινε ποτέ, καμία εξέγερση, κανένας μεγάλος αγώνας χωρίς ένα αντάξιο όραμα. Ο Λεωνίδας για την πατρίδα, ο Σπάρτακος για την ελευθερία, ο Ροβεσπιέρος για την ισότητα, ο Κολοκοτρώνης για την ανεξαρτησία, ο Σιμόν Μπολίβαρ για την απελευθέρωση, ο Λένιν για το σοσιαλισμό, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ κόντρα στο φασισμό για ψωμί και ανεξαρτησία, ο Γκάντι για την ειρήνη και την εθνική κυριαρχία, ο Μάο για τη λαϊκή δημοκρατία, ο Τσε και ο Κάστρο για την ανεξαρτησία και το σοσιαλισμό, ο Αλιέντε για τη δημοκρατία, ο Τσάβες για την ισότητα και την ανεξαρτησία… Ακόμα και οι ισλαμιστές έχουν ένα κινητήριο όραμα, τον ύψιστο με τις αξίες και τον παράδεισό του, που τους κάνει αδάμαστους, άφοβους, αποφασισμένους, μαχητικούς…

Ο δυτικός άνθρωπος είναι ηττημένος ενώ νομίζει ότι είναι νικητής. Φοβισμένος μην χάσει εντελώς τις κατακτήσεις του, τις στοιχειώδεις ανέσεις του και την επιτηρούμενη ασφάλειά του, τώρα και την κακοπληρωμένη δουλειά του, δεν έχει όραμα, δεν πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξει κάτι ριζικά διαφορετικό που θα τον απαλλάξει από τα άγχη, την εύθραυστη επιβίωση και το αβέβαιό του μέλλον. Με την πλύση εγκεφάλου που έχει υποστεί, για τη χειροτέρευση της κατάστασής του, φταίει περισσότερο ο Καντάφι, ο Σαντάμ Χουσεΐν, οι Ταλιμπάν και ο Ισλαμικός Στρατός από τους ολιγάρχες, τους τραπεζίτες, τους στρατηγούς και τους πολιτικούς που τον κυβερνούν. Δεν φαίνεται να πολυπιστεύει, κι ας απαξιώνει τους ηγέτες του, ότι το πρόβλημά του, το πρόβλημα της κοινωνίας, της χώρας και του μπλοκ στο οποίο αυτή ανήκει, είναι εσωτερικό, κι ότι είναι φυσικό επακόλουθο του συστήματος στο οποίο ζει.

Λείπει, λοιπόν, το κινητήριο όραμα στις δυτικές κοινωνίες, στις οποίες και το καπιταλιστικό όραμα, των απεριόριστων ευκαιριών, του ατελείωτου πλούτου, της άνευ ορίων ελευθερίας και της πολιτιστικής ανωτερότητας μαραίνεται πλέον ραγδαίως, αφού γνώρισε μια επιθανάτια έξαρση στις χώρες του ανατολικού μπλοκ, πρόσκαιρη, καθώς κι αυτές προσγειώνονται άτσαλα στην άγρια φύση της οικονομίας της αγοράς.

 

Τώρα, σε τι πιστεύουμε, άραγε;

Η ελκυστική ιδέα της ενωμένης Ευρώπης, με μπόλικα «μπόνους», άμβλυνε πολύ το αίτημα της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Περίπου αντίστοιχα άμβλυνε και το αίσθημα της ελευθερίας, αφού αυτή που γνωρίσαμε μεταδικτατορικά ήταν πράγματι πρωτόγνωρη σε σχέση με το παρελθόν. Και το ίδιο μπορεί να πει κανείς για το ψωμί, την παιδεία, την υγεία και την ειρήνη, στη φάση της ευημερίας που δεν ικανοποίησε τους πάντες ισότιμα, αλλά δεν άφησε και κανέναν να λιμοκτονεί. Στον αντίποδα, ο σοσιαλισμός δυσφημίστηκε πάρα πολύ όχι μόνο από την κυρίαρχη ιδεολογία και τους τελειοποιημένους μηχανισμούς της, αλλά και από τη διαστρέβλωση που υπέστη από τους ίδιους τους εφαρμοστές του.

Υπάρχουν, βέβαια, εκείνοι που εξακολουθούν να διατυμπανίζουν το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό τους πρόταγμα, π.χ. το ΚΚΕ, αλλά σαν αίρεση, καθώς εμμένουν σε ένα πεπερασμένο μοντέλο και ένα άκαμπτο δόγμα που δεν φαίνεται να επηρεάστηκε καθόλου από τις θεμελιακές ανατροπές που συνέβησαν στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Μείναμε, λοιπόν, κι εμείς, οι μη δογματικοί αριστεροί, μπουκάλα. Ενώ υπονοούμε ότι εξακολουθούμε να είμαστε σοσιαλιστές και κομμουνιστές, δεν το έχουμε και σημαία. Λόγω της απογοήτευσης και λόγω της κυρίαρχης προπαγάνδας που δεν μας αφήνει εύκολα να ανακάμψουμε και λόγω της δυσπιστίας της κοινωνίας απέναντι σ’ αυτό που κατά βάθος πρεσβεύουμε. Οι προκαταλήψεις, οι αφορισμοί, οι αντιπαλότητες και οι στερεότυπες αντιλήψεις που έχουν διαποτίσει εμάς τους ίδιους, αποτελούν μεγάλο εμπόδιο για μια νέα πορεία της Αριστεράς.

Όμως, τώρα, τα πράγματα σφίγγουν, ο κόσμος δεινοπαθεί και πολλοί άνθρωποι άρχισαν να προβληματίζονται με πιο ανοιχτό μυαλό. Είναι, λοιπόν, μεγάλη ευκαιρία, να κάνουμε κι αυτό που δεν κάναμε με επάρκεια τόσον καιρό. Να καθαρίσουμε τις δικές μας σκέψεις από τα μπάζα που μας έχει ρίξει ο καπιταλισμός, να ξαναδούμε την πραγματικότητα με καθαρότερο μυαλό και να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας με πίστη στα αμετάβλητα ιδανικά της Αριστεράς, τη δημοκρατία, την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αδερφοσύνη και την ισότητα. Με βάση αυτές τις αρχές και με κληρονομιά τους μεγάλους αγώνες και τις θυσίες των λαών, αλλά και τα επιτεύγματα της γιγαντιαίας πάλης για το σοσιαλισμό, τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά εάν τα απαλλάξουμε με ψυχραιμία και ευαισθησία από τις στρεβλώσεις και κακοποιήσεις που υπέστησαν κατά την εφαρμογή τους, θα μπορέσουμε να ξαναδιατυπώσουμε με σύγχρονο λόγο το όραμα για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς καταστροφή της φύσης, χωρίς πολέμους και χωρίς ολιγάρχες. Να μην πετάμε στα σύννεφα, αλλά και να μην είμαστε κατώτεροι των περιστάσεων. Και, τότε, μ’ αυτό το όραμα, ο πολίτης, ξεπερνώντας τις φοβίες, τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες που έχει, θα υψώσει θαρραλέα το ανάστημα του και θα παλέψει για να γίνει ο ρυθμιστής της ζωής του.

   

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :
Περίπτερο Ιδεών – ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς,
Φ. 243 - 27/12/2014
Advertisements

Για έναν πολιτισμό ολικής ανατροπής

Δεν φτάνουν τα γράμματα και οι τέχνες. Ούτε η συνεχής επίκληση της λέξης πολιτισμός σαν να είναι ένα βότανο που γιατρεύει όλες τις κοινωνικές αρρώστιες, καταλαγιάζει τα πάθη και ημερώνει τον άνθρωπο. Όσο κι αν ακούγεται πεζό, για να πιάνουν τόπο οι τέχνες και τα γράμματα, ο άνθρωπος χρειάζεται φαγητό, στέγη, αγάπη, υγεία, δουλειά και αρμονικό κοινωνικό περιβάλλον. Δηλαδή, χρειάζεται τη διασφάλιση των βασικών υλικών και συναισθηματικών του αναγκών που είναι περίπου όμοιες και αναντικατάστατες κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Γι’ αυτό, η προσέγγιση του πολιτισμού σαν κάτι ξεχωριστό από το υλικό, συναισθηματικό και πνευματικό μέρος της ζωής, συνέβαλε στη διαμόρφωση κοινωνιών με ένα θαυμάσιο περίβλημα που κρύβει μέσα του όλη την αγριότητα και βαρβαρότητα την οποία υποτίθεται ότι θα εξαφάνιζε αυτό που αποκαλούμε πολιτισμός.

Είναι πλέον φανερό ότι ανώτερος πολιτισμός δεν μπορεί να υπάρξει μόνο με γράμματα και τέχνες όσο κι αν αυτά στην εξέλιξη των κοινωνιών μπορεί να αποτελούν απαραίτητη ή αναπόφευκτη προϋπόθεσή του. Εάν δεν επιλυθεί το κεντρικό πρόβλημα της ασταμάτητης μεγέθυνσης της κοινωνικής ανισότητας, του διαχωρισμού των ανθρώπων σε πολίτες άλφα και βήτα κατηγορίας, του μέχρι θανάτου ανταγωνισμού μεταξύ μονάδων και συλλογικοτήτων και της ακόρεστης επιδίωξης του ατομικού κέρδους, τα γράμματα και οι τέχνες θα συνεχίσουν, σε τελευταία ανάλυση, να υπηρετούν όχι τον πολιτισμό, σαν την ιδανική μορφή συνύπαρξης που εμείς τον αντιλαμβανόμαστε, αλλά να υπηρετούν ακριβώς αυτά που ο πολιτισμός έρχεται να εξουδετερώσει και να αντικαταστήσει με άλλες αξίες και με ένα άλλο τρόπο ζωής.

Πανέμορφα αρχιτεκτονήματα, αριστουργηματικές ζωγραφιές και θεσπέσιες μουσικές έντυσαν και εξακολουθούν να ντύνουν τις πιο βάρβαρες και καταστροφικές ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές στις λεγόμενες πολιτισμένες κοινωνίες. Ποιοι άλλοι είχαν τις σημαντικότερες επιδόσεις στις τέχνες και τα γράμματα από τους Ιταλούς, τους Ισπανούς, τους Άγγλους, τους Γάλλους, τους Ολλανδούς, τους Γερμανούς και τους Αμερικάνους από το Μεσαίωνα μέχρι σήμερα; Κι όμως, αυτοί, οι μεγάλοι θεράποντες των γραμμάτων και των τεχνών, κάτω απ’ αυτό το αξιοθαύμαστο και αξιομίμητο περίβλημα, καλλιέργησαν και εφάρμοσαν τις πιο μεγάλες βαρβαρότητες και αγριότητες. Κατακρεούργησαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους με τη δουλεία, την αποικιοκρατία, τις γενοκτονίες και τους πολέμους. Και σ’ αυτό επιδίδονται πάλι, διαθέτοντας ελάχιστους αναλφάβητους, ζώντας σε σπίτια με ανέσεις και πόλεις γεμάτες με ωραία κτήρια, με μεγάλα πανεπιστήμια, πλούσια μουσεία, γκαλερί, όπερες, ακαδημίες, εντυπωσιακά εμπορικά κέντρα, συγκοινωνίες, μέσα επικοινωνίας και τεχνολογικά επιτεύγματα αδιανόητα στην ανθρώπινη ιστορία. Κι όμως, όλη αυτή η αναμφισβήτητη πτυχή της πραγματικότητας δεν απέτρεψε ούτε αποτρέπει τις κοινωνίες να σκέφτονται και να συμπεριφέρονται σαν βάρβαροι με πολλαπλάσια καταστροφική δύναμη και ασύλληπτη αγριότητα.

Κοινωνίες σε σύγχυση

Δυστυχώς, ο χριστιανισμός, που ξεκίνησε σαν ένα τεράστιο ρεύμα ηθικοποίησης του κόσμου, έγινε εργαλείο, όπως κάθε οργανωμένη θρησκεία, στην υπηρεσία της ολιγαρχικής εξουσίας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαιώνιση και όχι στην εξάλειψη της βαρβαρότητας. Όπως και η δημοκρατία, ένα σύστημα πολύ προηγμένο για την ομαλή και δημιουργική ανθρώπινη συνύπαρξη και ανάπτυξη, μεταβλήθηκε σε μηχανισμό επιβολής και νομιμοποίησης της εξουσίας των προνομιούχων. Ακόμα και ο σοσιαλισμός, η νεότερη πρόταση υψηλού πολιτισμού, που εδράζεται με ακόμα πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο στην απάλειψη της κατηγοριοποίησης των πολιτών με βάση τον πλούτο, το χρώμα, τη φυλή, την καταγωγή και κάθε άλλο διαχωριστικό γνώρισμα, απέτυχε μέχρι τώρα, γιατί, μεταξύ άλλων αιτίων, δεν κατάφερε να αποφύγει και να αποτινάξει τα αρνητικά στοιχεία που κράτησε από τα προηγούμενα συστήματα και χρησιμοποίησε στις εφαρμογές του.

Στις σημερινές συνθήκες, οι κοινωνίες βρίσκονται σε μεγάλη σύγχυση και σε βαθιά απογοήτευση. Κι ένας λόγος, ίσως ο σημαντικότερος, είναι ότι συνειδητοποιούν ή διαισθάνονται αυτή τη διάσταση που γίνεται όλο και πιο χαοτική ανάμεσα στον πολυθρύλητο πολιτισμό με τις υψηλές ηθικές, πολιτικές και αισθητικές αξίες του, και στην πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης σαν άτομο και σαν μέλος μιας κοινότητας.

Στη μεταπολεμική περίοδο, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο πολιτισμός και η πραγματική ζωή του καθενός είναι, έτειναν να είναι και μπορούν να είναι αδιαχώριστα. Να μην αποτελεί ο ανώτερος πολιτισμός προνόμιο των ολίγων, όπως π.χ. στο Μεσαίωνα, ούτε να αποτελεί απλώς το λαμπερό περιτύλιγμα σε μια πραγματικότητα σκληρή, φτηνή έως και χυδαία. Για πρώτη φορά, σε μια τόσο μεγάλη κλίμακα, από το Μπέλφαστ ως το Βλαδιβοστόκ και τη Σαγκάη, για μερικές δεκαετίες, υποχώρησαν οι κοινωνικές ανισότητες, διασφαλίστηκε η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των ισχυρών δυνάμεων, αναπτύχθηκαν και διαδόθηκαν πλατιά τα γράμματα και οι τέχνες και παράχθηκε πλούτος σε πρωτοφανείς ποσότητες. Ο πολίτης στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Στοκχόλμη, το Βελιγράδι, τη Μόσχα και το Πεκίνο, απέκτησε την αίσθηση ότι δεν είναι παρίας, ότι συμμετέχει στα κοινά, ότι καρπούται το προϊόν της εργασίας του, ότι έχει ελευθερία επιλογής, ότι προστατεύεται από τους νόμους και η αξιοπρέπειά του είναι αδιαμφισβήτητο δικαίωμα. Όλα αυτά όχι τέλεια και ιδανικά, αλλά σε βαθμό πρωτόγνωρο σε σχέση με κάθε άλλη προγενέστερη ιστορική εμπειρία και, βεβαίως, με πολλές διαβαθμίσεις και ιδιαιτερότητες από χώρα σε χώρα.

Όσο διαρκούσε αυτή η φάση, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τα μουσεία, οι όπερες και τα κοινοβούλια ή τα σοβιέτ, φαίνονταν ότι ανήκουν σε όλους, ότι δεν αποτελούσαν μια παραχώρηση των λίγων στους πολλούς ούτε ήταν το ωραίο περίβλημα μιας κατά άλλα ζωής γεμάτης στερήσεις, ταπεινώσεις, πολέμους και καταστροφές.

Μετά τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού απ’ άκρη σ’ άκρη, με όλο και μικρότερες εστίες αντίστασης, το χάσμα πολιτισμός-πραγματικότητα άνοιξε πάλι και συνεχώς διευρύνεται. Χρεοκοπίες, πόλεμοι, αυταρχισμός, ολιγαρχία και ανταγωνισμός μέχρι θανάτου καθιστούν και πάλι τον πολιτισμό ένα περίβλημα της πραγματικότητας και όχι το άνθος και τον καρπό της. Ο πολιτισμός επιστρέφει σαν εικονική πραγματικότητα. Μια ωραία εικόνα από το παρελθόν και μια μαζικά παραγόμενη κουλτούρα, τυποποιημένη, ρηχή και κακής ποιότητας. Με τις όπερες ανοιχτές, τις βιβλιοθήκες εκσυγχρονισμένες, τα πανεπιστήμια περιζήτητα και τα κοινοβούλια υπεραπασχολημένα, αλλά την ανισότητα, την κρατική βία και τους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς σε νέα μεγάλη έξαρση. Περισσότεροι φτωχοί, λιγότερα δικαιώματα, περισσότεροι φυλακισμένοι, λιγότερα σχολεία, περισσότερα όπλα, λιγότερα φάρμακα.

Με αυτές τις συνθήκες, ξαναμπαίνει επιτακτικά το ζήτημα που έπαψε να συζητείται από την εποχή της αντιπαράθεσης «τέχνη για την τέχνη ή στρατευμένη τέχνη»; Αλλά το ζήτημα, σήμερα, δεν πρέπει να μπει με τον ίδιο τρόπο, αλλά ούτε να αγνοήσει κανείς την μεταπολεμική εμπειρία και το σημερινό ξεπεσμό. Γιατί και η στρατευμένη τέχνη έγινε καλούπι που υπονόμευσε τη στράτευση και η τέχνη για την τέχνη έγινε πλούσιο ντεκόρ στα σαλόνια της ολιγαρχίας ή φτηνό καταναλωτικό προϊόν που ναρκώνει τις μάζες.

Ολικός πολιτισμός

Ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι ένας μηχανισμός αναπαραγωγής της κυρίαρχης κουλτούρας ούτε μια επιχορηγούμενη παραγωγή προϊόντων ψυχαγωγίας ούτε η επιλεκτική τους ανάδειξη. Ούτε μπορεί να προσεγγιστεί μονοδιάστατα, ξεκομμένος από τον όλο βίο, από την όλη σύσταση της κοινωνίας, από τους προσανατολισμούς μιας καθολικής ανάταξης. Πολιτισμός, σήμερα, πρέπει να είναι η ατομική και συλλογική προσπάθεια ανασκευής έως και ανατροπής του υπαρκτού κοινωνικού μοντέλου και των αντιλήψεων που το συνοδεύουν και όχι μόνο των γραμμάτων και των τεχνών. Κι αυτό μπορεί να επιδιωχθεί με τη διεύρυνση και τη διευκόλυνση της συμμετοχής στα κοινά πάσης φύσεως, με την ανάπτυξη άπειρων συλλογικοτήτων, με την ενίσχυση του ταλέντου και της δεξιότητας του κάθε πολίτη, με το συσχετισμό του πολιτισμού με την κοινωνικότητα, τη δημοκρατία, την εντιμότητα, τον πατριωτισμό, την αλληλεγγύη, την προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος, με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών και των υπηρεσιών, την απαξίωση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, με την επανεδραίωση του κράτους πρόνοιας, με την καταπολέμηση της ανισότητας και του αυταρχισμού, με την ασφάλεια και την ειρηνική συνύπαρξη, με μια συνειδητοποίηση υψηλότερου επιπέδου.

Γι’ αυτό ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι εγκλωβισμένος σε ένα υπουργείο, σαν τις συγκοινωνίες ή τη βιομηχανία, εκτός κι αν είναι ένα υπουργείο που θα διακλαδώνεται σε όλα τα υπουργεία, σε όλη τη δομή του κράτους και της κοινωνίας. Που θα συμβάλλει ώστε όλα να γίνονται αλλιώς, με άλλες μεθόδους και άλλες νοοτροπίες.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο διανοούμενος, ο καλλιτέχνης και ο δημιουργικός σε οποιονδήποτε τομέα πολίτης, θα βρει το δρόμο του, θα επιλέξει τη θεματολογία του, θα αναζητήσει τη συμπόρευση. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να γίνει καλύτερη, πολιτισμένη, όσα θέατρα κι αν χτίσεις, όσες μουσικές κι αν ηχογραφήσεις, όσα μουσεία κι αν ανοίξεις, εάν όλες αυτές οι δραστηριότητες δεν έχουν την αντιστοιχία τους σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. Εάν ο υπάλληλος σε ένα υπουργείο ή μια εταιρία δεν είναι φιλικός στον πολίτη που χρειάζεται τις υπηρεσίες του, όσα βιβλία κι αν διαβάσει θα παραμείνει ξύλο απελέκητο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο, το θέατρο και η μουσική δεν συμβάλλουν στον εκπολιτισμό του πολίτη. Αλλοίμονο. Αλλά δεν αρκούν. Η εμπειρία του ρόλου των διαβασμένων θεραπαινίδων του συστήματος το επιβεβαιώνει δυσάρεστα.

Ξέρουμε, επίσης, ουκ ολίγους προοδευτικούς, που μπορεί να πηγαίνουν στο ποιοτικό θέατρο ή να ακούνε καλή μουσική, να μιλάνε για αλλαγές και σοσιαλισμούς, αλλά στην καθημερινή ζωή τους ούτε τη δημοκρατία να εφαρμόζουν ούτε ανιδιοτελείς να είναι.

Αντιμοντέλο πολιτισμού

Ο πολιτισμός της νέας εποχής, που δεν ξέρουμε εάν έχει αρχίσει να ανατέλλει και δεν ξέρουμε πότε θα σκάσουν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου της, αλλά εν πάση περιπτώσει πρέπει να δουλεύουμε γι’ αυτή και να προετοιμαζόμαστε, δεν μπορεί παρά να είναι ένας ορατός και αόρατος ιστός ή μία αύρα που θα διαπερνάει την κοινωνία οριζοντίως και καθέτως. Που θα συμμετέχουν όλοι και θα τους αφορά όλους. Που δεν θα είναι υπόθεση μόνο των ειδικών, των επαγγελματιών του είδους, καθηγητών, ζωγράφων, γλυπτών, ηθοποιών ή χορευτών. Που θα είναι όλοι οι πολίτες δημιουργοί και χρήστες, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του καθενός, ταυτόχρονα και όχι διαχωρισμένοι σε παραγωγούς και καταναλωτές.

Σε ανατολή και δύση, τα μοντέλα που εφαρμόστηκαν δεν δημιούργησαν το νέο τύπο ανθρώπου που η δημοκρατία, η συμμετοχή, η ειρήνη, η ισότητα και η αλληλεγγύη θα είναι κτήμα και ταυτότητά του. Τον τύπο του ανθρώπου που θα διαμορφώνει, θα υπερασπίζεται, θα διασφαλίζει και θα αναπτύσσει παραπέρα τα αγαθά εκείνα που συνθέτουν τον πολιτισμό της νέας εποχής. Υπήρξαν θετικά αποτελέσματα, υπήρξε πρόοδος, αλλά και άτακτη υποχώρηση, βαριά υποτροπή, που σημαίνει ότι χωρίς ουσιαστικές και ριζικές αλλαγές στο κοινωνικό σύστημα, στο σύνολο των στοιχείων που το συναποτελούν, κάθε πρόοδος είναι εύθραυστη και προσωρινή και κάθε πολιτισμός επιφανειακός και σαθρός.

Η Αριστερά που για άλλη μια φορά επωμίζεται το δύσκολο έργο της αλλαγής και της ανατροπής δεν έχει να αντιπαλέψει μόνο την ολιγαρχία και το σύστημά της, έχει να αντιπαλέψει και την πολιτισμική διάσταση αυτού του μοντέλου που έχει διαποτίσει τις κοινωνίες και τις έχει καταστήσει παθητικούς αποδέκτες και υποχείριά του.

Για να γίνει αυτό, η αντεπίθεσή μας πρέπει να είναι ολομέτωπη, πολύμορφη και πολυεπίπεδη. Να ξεκινάει από το μέσα μας και να εξωτερικεύεται πολυδιάστατα. Να αποφεύγουμε τη μίμηση των προτύπων του συστήματος και να χτίζουμε πετραδάκι-πετραδάκι και να προβάλλουμε συστηματικά και επίμονα το αντιμοντέλο μας. Εάν χτίζουμε με δημοκρατικό τρόπο, επιδιώκουμε τη μέγιστη συμμετοχή, επιμένουμε στις αξίες που έχουν σφυρηλατηθεί με αγώνες και θυσίες και ενεργούμε με διαφάνεια και αξιοκρατία, σιγά-σιγά, θα αρχίσει και το όραμα (άνευ του οποίου δύσκολα εξεγείρονται οι συνειδήσεις) που λείπει από κοινωνίες απογοητευμένες και κινήματα διαψευσμένα, να μορφοποιείται και να αναδύεται σαν άστρο λαμπερό στο δρόμο όχι μόνο για την ανατροπή, αλλά και για την οικοδόμηση του μελλοντικού κόσμου, του πολιτισμού με όλη τη σημασία της λέξης.

 

Στέλιος Ελληνιάδης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :
Περίπτερο Ιδεών – ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς,
Φ. 243 - 27/12/2014

 

Η ηθική της Αριστεράς δεν είναι ανταλλάξιμη!

Μανώλης Γλέζος Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού

Από παιδί είχα ένα μεγάλο σεβασμό για τους αριστερούς χωρίς να έχω μεγαλώσει σε αριστερή οικογένεια. Η μάνα μου κι ο πατέρας μου, για πολλά χρόνια, έδιναν αγώνα επιβίωσης στην Αθήνα, μόνοι τους, αβοήθητοι, με δυο μικρά παιδιά, από ένα υπόγειο στην πλατεία Καλλιγά, στα Πατήσια. Πρόσφυγες από την Πόλη δεν είχαν την πολυτέλεια να ασχοληθούν με την πολιτική όχι μόνο γιατί δεν γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα, αλλά και γιατί η πιεστική προτεραιότητά τους ήταν να βρουν τον τρόπο, σε ένα όχι ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον, να μας ταΐσουν, να μας ντύσουν και να μας μορφώσουν. Αγαπούσαν κάθε έναν και κάθε τι που προερχόταν από την Ελλάδα, είχαν πονέσει με την «τύχη» των Κυπρίων αγωνιστών που πολεμούσαν τους Άγγλους και έγραφαν καλλιγραφικά τα ελληνικά γράμματα.

Ποτέ δεν εκστόμισαν μία αντικομμουνιστική κουβέντα, ούτε υπέκυψαν στις πιέσεις των ασφαλιτών του αστυνομικού τμήματος της Κυψέλης που ζητούσαν από τους καταστηματάρχες πληροφορίες για τα φρονήματα των πελατών τους. Οι αριστεροί τότε, επί καραμανλικής οκταετίας, κουβαλούσαν το στίγμα του «κομμουνιστοσυμμορίτη» ή, κατ’ ελάχιστον, του «συνοδοιπόρου». Αλλά, οι άνθρωποι αριστερών πεποιθήσεων που εμείς γνωρίζαμε προσωπικά, δεν μας φαίνονταν ούτε αιμοβόροι ούτε αλλόκοτοι. Αντιθέτως, ήταν αξιοζήλευτοι. Φτωχοί, αλλά αξιοζήλευτοι. Η θεία Χριστίνα, αδερφή της μητέρας μας, Κοκκινιώτισσα, πρόσφυγας, κομμουνίστρια και χριστιανή, ήταν η προσωποποίηση της αγιοσύνης. Θυσιαστική και ανιδιοτελής. Οι αριστεροί γείτονές μας, οι Βρασιβανόπουλοι, ζούσαν σε ένα μικρό διαμέρισμα γεμάτο από θαυμαστά βιβλία, ανοιχτό σε όλους.

Οι ποιητές, οι συνθέτες, οι ηθοποιοί, οι άνθρωποι που με το έργο τους ομόρφαιναν τη ζωή μας και της έδιναν περιεχόμενο, ήταν, οι περισσότεροι, αριστεροί. Αργότερα, καταλάβαμε ότι δεν ήταν όλοι το ίδιο αγαθοί, αλλά αυτό δεν άλλαζε τη γνώμη μας για τους αριστερούς που προερχόταν από την άμεση δική μας εμπειρία. Η δημιουργικότητα, η αυτοθυσία και η εντιμότητα ήταν έννοιες ταυτόσημες με την Αριστερά. Κι αυτό, για ένα νέο που ψάχνεται, είναι καθοριστικό.

Έγινα αριστερός γιατί από τη μία βίωνα την αδικία και από την άλλη ξεχώριζα τους αριστερούς για τις αρετές τους και την αγάπη τους για τον πολιτισμό. Δεν ήταν εύκολο, ούτε αυτόματο. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια και πρόσθετες γνώσεις και εμπειρίες από τα διεθνή και τα εσωτερικά δεδομένα, αλλά η αρχική μου εντύπωση επιβεβαιωνόταν συνεχώς, με αποκορύφωμα τον αγώνα κατά της δικτατορίας που οι αριστεροί έβαζαν τις ιδέες και τα ιδανικά πάνω από τη ζωή τους.

Το ήθος δεν πνίγεται στη λάσπη

Τα σκέφτομαι και τα ξανασκέφτομαι αυτά, σε εποχή μεγάλης σύγχυσης, διαστροφής και παραπληροφόρησης. Σε εποχή που ούτε η Αριστερά είναι ατσαλάκωτη, ούτε η κοινωνία αθώα. Ο εκφυλισμός του ΚΚΣΕ και η διάλυση του σοσιαλιστικού μπλοκ, οι διασπάσεις του ΚΚΕ, ο δογματισμός και η ενσωμάτωση στο σύστημα, καθώς και άλλες παθογένειες, θόλωσαν την εικόνα. Αλλά η Αριστερά, στον πυρήνα της, δεν έπαψε ποτέ να έχει εξαίρετους ανθρώπους, δημιουργικούς, θυσιαστικούς και ανιδιοτελείς. Ούτε οι αρχές, οι θέσεις και οι θεωρίες της έπαψαν να έχουν τη διαχρονική τους αξία, όπως φαίνεται και από την τροπή των πραγμάτων παγκοσμίως.

Σήμερα, ο Μαρξ είναι πολύ επίκαιρος. Και οι μεγάλες φυσιογνωμίας της Αριστεράς παραμένουν στα βάθρα τους. Λένιν, Λούξεμπουργκ, Μάο, Γκράμσι, Χο Τσι Μινχ, Γκεβάρα, Κάστρο… Τσάπλιν, Μαγιακόβσκι, Αϊζενστάιν, Αϊνστάιν, Σαρτρ, Ζαν Λικ Γκοντάρ… Άρης, Μπελογιάννης, Ρίτσος, Θεοδωράκης, Γλέζος… Και εκατομμύρια άγνωστοι, συνεπείς, οραματιστές, μαχητές αριστεροί από το Νεπάλ ως τη Βενεζουέλα. Κι εδώ, δίπλα μας, στη γειτονιά, στο Σύνταγμα, στη Χαλυβουργία, στα Εξάρχεια. Αλλά και στη Θεσσαλονίκη, την Κατερίνη, την Πρέβεζα και το Ρέθυμνο, οι αριστεροί αγωνιστές είναι πανταχού παρόντες! Ακόμα και ηττημένοι, πληγωμένοι και απογοητευμένοι, με βεβαιότητες ή αμφιβολίες, με επαρκείς ή ανεπαρκείς ηγεσίες, είναι στην πρώτη γραμμή! Υπερασπίζονται τα δίκαια, τα ιερά και τα όσια. Στα εργοστάσια για τη δουλειά και το μεροκάματο, στα σχολεία για τη μόρφωση, στο δρόμο για την ελευθερία, στα χαρακώματα για την ανεξαρτησία.

Σε περιόδους όξυνσης, όπως η σημερινή, η επίθεση εναντίον της εργαζόμενης κοινωνίας πηγαίνει πακέτο με την έντονη και εξειδικευμένη επίθεση εναντίον της Αριστεράς. Όχι μόνο πολιτικής και αστυνομικής φύσης, αλλά και ηθικής και πνευματικής. Στοχεύει στο υπογάστριο της Αριστεράς. Με διάφορους τρόπους οι καθεστωτικοί προσπαθούν να μας παρασύρουν στο γήπεδό τους. Δεν είναι λίγοι οι αριστεροί που μέσα στα χρόνια εξόκειλαν, άλλοι με εξαγορά και άλλοι από απογοήτευση και ηττοπάθεια. Ούτε αυτοί που εμφανίζονται πρόθυμοι να διασώσουν το σύστημα στο όνομα ενός αδιευκρίνιστου και παραπλανητικού ευρωπαϊσμού. Ούτε, βέβαια, αυτοί που στο όνομα μιας «καθαρότητας» ή «επαναστατικότητας» σύρουν τους αγώνες σε αδιέξοδα, πολύ μακριά από τα αποστάγματα της διεθνούς και εντόπιας εμπειρίας δύο αιώνων. Όμως, η Αριστερά δεν έχει εξαντλήσει τα «αποθέματά» της, ανανεώνεται, έχει κοινωνικά ερείσματα και εξακολουθεί να έχει όραμα.

Η εξουσία αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα που διαθέτει, π.χ. ελέγχοντας τα ΜΜΕ, αλλά και τις αδυναμίες που είχε ή απέκτησε καθ’ οδόν η Αριστερά, σημαδεύει το κύρος της Αριστεράς που πηγάζει από την κοσμοθεωρία της, αλλά και από τους αγώνες για δημοκρατία, ισότητα, δικαιοσύνη και ανεξαρτησία. Και επειδή αυτά είναι πολύ δύσκολο να αμφισβητηθούν σαν ιστορικά δεδομένα, σαν επιστημονικές αλήθειες ή σαν πανανθρώπινες αξίες, τα βαποράκια της εξουσίας μεταχειρίζονται όλα τα μέσα, τα πιο χυδαία και βάρβαρα, για να στριμώξουν και να εκθέσουν την Αριστερά. Με ψεύτικες υποσχέσεις, διαστρεβλώσεις, συκοφαντίες, λάσπη και τρομοκρατία, προσπαθούν να προκαλέσουν διάτρηση στο πλέγμα των αξιών της Αριστεράς. Και σ’ αυτή την επίθεση η Αριστερά πρέπει να αντιτάξει τις αρχές και το ήθος της.

Δεν υποκύπτουμε σε εκβιασμούς

Βλέπουμε την ενορχηστρωμένη καμπάνια πολιτικών και δημοσιογράφων εναντίον των μεταναστών. Όχι εναντίον των κακοποιών, αλλά εναντίον όλων των ξεριζωμένων αδιακρίτως. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν επιζητούν καμία λύση του προβλήματος. Ακόμα κι αν κάνουν τριάντα στρατόπεδα και φυλακίσουν τριάντα χιλιάδες ανθρώπους, τι θα κάνουν με τους 120 χιλιάδες νέους μετανάστες που εισέρχονται κάθε χρόνο και τις εκατοντάδες χιλιάδες που ήδη διαμένουν στη χώρα;

Ο αληθινός στόχος της καμπάνιας είναι πολλαπλός. Επιδιώκουν να αποσπάσουν ψήφους παραπλανώντας, εκφοβίζοντας και διεγείροντας τα πιο πρωτόγονα ένστικτα επιβίωσης από ένα ευάλωτο κομμάτι της κοινωνίας, να εδραιώσουν την αστυνομοκρατία και να αναγκάσουν την Αριστερά να εκτεθεί. Να εκτεθεί εκφράζοντας την αλληλεγγύη της στους μετανάστες που υφίστανται την κακομεταχείριση της κυβέρνησης, της αστυνομίας και της ακροδεξιάς.

Ακόμα και ορισμένοι φίλοι μάς κάνουν κριτική επειδή υποστηρίζουμε τους μετανάστες και αντιτασσόμαστε στις συλλήψεις και τις φυλακίσεις, λέγοντας ότι δεν αντιλαμβανόμαστε τη σοβαρότητα των προβλημάτων που δημιουργεί η παρουσία των ξένων στους εντόπιους. Εμείς, απ’ αυτή την κριτική, πρέπει να κρατήσουμε μόνο το σημείο που αφορά τα προβλήματα που δημιουργούνται στις τοπικές κοινωνίες. Να δείξουμε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, κατανόηση και αλληλεγγύη. Να μην υποτιμάμε τη χειροτέρευση της ζωής των κατοίκων από την υπερσυσσώρευση ταλαιπωρημένων ανθρώπων σε ορισμένες περιοχές. Αλλά, αφού υπενθυμίσουμε ότι δεν κάναμε εμείς τον πόλεμο στο Αφγανιστάν ούτε φέραμε τους μετανάστες στην Ελλάδα, δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να κάνουμε πίσω στην υπεράσπιση της ζωής και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που ζητούν καταφύγιο ή είναι εγκλωβισμένοι παρά τη θέλησή τους στην Ελλάδα. Όχι μόνο επειδή έχουμε οι ίδιοι υπάρξει πρόσφυγες και μετανάστες, ούτε επειδή γνωρίζουμε και καταγγέλλουμε ότι οι πολιτικές των Ευρωπαίων και των Αμερικάνων είναι αυτές που δημιουργούν τα τεράστια μεταναστευτικά ρεύματα των φτωχών προς την Ευρώπη. Αλλά και επειδή η Αριστερά υπερτερεί έναντι των άλλων πολιτικών δυνάμεων λόγω των αρχών και των αξιών της. Αν κάνει εκπτώσεις σε ζητήματα ανθρωπισμού, ήθους και αλληλεγγύης, θα κερδίσει μερικές ψήφους, αλλά θα χάσει την ψυχή της. Κι αν χάσει την ψυχή της, τι είδους Αριστερά θα είναι; Και πώς θα συνεχίσει να προσελκύει στους κόλπους της τους πιο ευαίσθητους και έντιμους ανθρώπους που αποτελούν το αίμα και το μυαλό της;

Πρώτιστο, λοιπόν, καθήκον της Αριστεράς είναι να διαφυλάσσει τις αρχές και τις αξίες της. Με κόστος, όπως πάντα. Εξάλλου, τι νόημα έχει για την Αριστερά να κερδίζει ψήφους που ζητούν τέτοια ανταλλάγματα; Η Αριστερά δεν μπορεί από τη φύση της να επιζητεί οφέλη ανεξαρτήτως κόστους. Την ενδιαφέρει κάθε βήμα που κατακτά στην καθημερινή πάλη, την ενδιαφέρει η άμεση διεύρυνση της επιρροής της, αλλά σκέφτεται και προοπτικά. Ο καινούριος κόσμος δεν θα μοιάζει με τον παλιό. Μακροπρόθεσμα, η κοινωνία θα συνταχθεί μαζί μας, για υψηλότερους στόχους, για πραγματική απελευθέρωση, ισότητα και δημοκρατία, μόνο εάν η Αριστερά διατηρήσει με σθένος και θυσίες την ηθική της ανωτερότητα, το κύρος που μάγεψε κι εμένα όταν ήμουν έφηβος και κρατάει ακόμα.

Στέλιος Ελληνιάδης

Δημοσιεύτηκε στον Δρόμο της Αριστεράς,  φ.110,  7/4/2012.