Ρουμ και Ουρούμ: Η ελληνική γλώσσα στην Αζοφική

Ρουμ και Ουρούμ: Η ελληνική γλώσσα στην Αζοφική

Την εποχή που εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες είχαν παγώσει από τις σεισμικές ανατροπές που ερήμην τους συνέβαιναν στην πρώην Σοβιετική Ένωση, πολλοί αξιωματούχοι και άλλοι επιτήδειοι με διασυνδέσεις άρπαζαν ή μοίραζαν στα παιδιά και τους δικούς τους την τεράστια δημόσια περιουσία της αυτοκρατορίας. Αυτή ακριβώς την εποχή, σε μια γωνιά της καταρρέουσας αυτοκρατορίας, μερικοί άνθρωποι πίστεψαν ότι δινόταν μια απρόσμενη ευκαιρία να υλοποιήσουν τα οράματά τους. Έτσι, αντί να συμμετέχουν στη λεηλασία, έβαλαν σε εφαρμογή ένα μεγαλόπνοο ευγενικό σχέδιο και τα κατάφεραν!

 

Αμέσως μετά τη διακήρυξη της κρατικής κυριαρχίας της Ουκρανίας, το 1990, και σχεδόν ταυτόχρονα με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της, το 1991, μια μικρή ομάδα Ελλήνων της Μαριούπολης, με επικεφαλής τον ομογενή Κωνσταντίνο Μπαλαμπάνοφ, καθηγητή και πολιτειολόγο, από το ελληνικό χωριό Μάλο Γιανισόλ, έβαζε τα θεμέλια του εκπαιδευτικού ιδρύματος, το οποίο θα εξελισσόταν από Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μαριούπολης, που φέτος γιορτάζει τα εικοσάχρονά του.

Γνώρισα αυτούς τους Ρωμιούς από την πρώτη φορά που βρέθηκα στην Αζοφική. Τον πρύτανη, την Νάντια Τσαπνή, πρώτη καθηγήτρια της νέας ελληνικής στο πανεπιστήμιο, νυν πρόεδρο του συλλόγου των Ελλήνων της Μαριούπολης, τον Αλέξανδρο Καρύδα, τότε κοσμήτορα του τμήματος της ελληνικής γλώσσας κ.ά. Με ελάχιστες υποδομές, σε ένα εγκαταλειμμένο κτήριο του κομμουνιστικού κόμματος της πόλης, το πανεπιστήμιο «χτίστηκε» πετραδάκι-πετραδάκι και έγινε όχι μόνο κεντρικό ίδρυμα της αζοφικής περιοχής, αλλά και πυλώνας της ελληνικής παρουσίας στην Ουκρανία.
Δικαιολογημένα, λοιπόν, φέτος, ο Κωνσταντίνος Μπαλαμπάνοφ, πρύτανης  του πανεπιστημίου και αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων Ουκρανίας, με περηφάνια δέχτηκε στις σύγχρονες εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου, τους καλεσμένους, κυρίως πρυτάνεις και καθηγητές μεγάλων πανεπιστημίων από Ρωσία, Κίνα, Ιταλία, Αγγλία, Ελλάδα, Κύπρο κ.λπ. Παρουσία του δημάρχου της πόλης Γιούρι Χοτλουμπέι, επίσης ελληνικής καταγωγής, και άλλων προσωπικοτήτων έγινε η έναρξη του συνεδρίου που το περιεχόμενό του αποτυπώθηκε σε ένα τόμο 560 σελίδων, και η λήξη του στο πανέμορφο δραματικό θέατρο της Μαριούπολης με χορούς και τραγούδια από φοιτητές και καλλιτεχνικά συγκροτήματα.
Στ. Ελλ.

Οι Ρωμιοί της Αζοφικής

Στη μετασοβιετική εποχή, στην Ουκρανία, γνώρισα μάλλον την πιο ενδιαφέρουσα συνιστώσα του Ελληνισμού της Διασποράς. Ένα παράλληλο κόσμο, μια άγνωστη πτυχή του Ελληνισμού, ένα πυρήνα πολιτισμού που διατήρησε πολλά συστατικά του στοιχεία σχεδόν ακέραια στη νεωτερική εποχή.
Ενώ η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης εκδηλώθηκε απότομα και καταστροφικά, οι επιπτώσεις της στον πολιτισμό των αυτοχθόνων Ρωμιών βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη, είκοσι χρόνια μετά. Στην πρώτη φάση, εκδηλώθηκε ένα εντυπωσιακό σε ποιότητα και ποσότητα κίνημα, «αναγέννησης» όπως το ονόμασαν οι εντόπιοι πρωταγωνιστές του, σε πόλεις και χωριά που κατοικούνταν από Ρωμιούς. Ένα κίνημα που έφερνε στο προσκήνιο, συγκρατημένα στην αρχή και ορμητικά στη συνέχεια, μία κοινότητα που ζούσε στην αφάνεια. Μία κοινότητα που είχε διατηρήσει τα ειδικά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα μέσα στην πολυσπερμία της σοβιετικής κοινωνίας. Ξεκομμένη από την Ελλάδα και με πλούσιες εμπειρίες από τη μεγάλη «άνοιξη» της μετεπαναστατικής περιόδου, από τη δεκαετία του ’20 έως τη βίαιη διακοπή της το 1937-38, η κοινότητα διατήρησε τη συνοχή και την κουλτούρα της αθόρυβα, μεταφέροντας την «ταυτότητά» της από γενιά σε γενιά μέσα από τον προφορικό λόγο και κυρίως μέσα από έναν αυτοτροφοδοτούμενο και αυτοαναπαραγόμενο τρόπο ζωής. Η κοινότητα δεν ήταν εσωτερικά ομοιογενής, αλλά είχε κοινούς παρονομαστές. Στην περιοχή της Αζοφικής Θάλασσας, όπου κατοικούσε ανέκαθεν το σημαντικότερο κομμάτι των περίπου, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2001, εννενήντα-και χιλιάδων πολιτών ελληνικής καταγωγής, κατά βάση αγροτικό, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής κάθε ομάδας ήταν ευδιάκριτα. Σε μερικά χωριά μιλούν ρωμέικα (ελληνικές διαλέκτους) και σε μερικά ουρούμικα (ταταρική διάλεκτος που μιλούν οι Ρωμιοί). Η γλώσσα αποτελούσε ένα από τα θεμελιώδη συστατικά στοιχεία της ξεχωριστής κουλτούρας των Ρωμιών.   
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την επακολουθήσασα γενική αναστάτωση, η κοινότητα των Ρωμιών παρέμεινε σχεδόν ακέραιη. Δεν επλήγη από κανένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης, όπως συνέβη στις άλλοτε πολυπληθείς ρωμέικες κοινότητες της Γεωργίας, της Ρωσίας, του Καζακστάν ή της Αλβανίας, παρ’ όλο που η χώρα βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, με το κοινωνικό κράτος και όλα τα δίκτυα προστασίας υπό διάλυση. Η ισχυρή βιομηχανική βάση της περιοχής, η αυτάρκεια των νοικοκυριών, η ριζωμένη σχέση με τον τόπο, η έλλειψη δεσμών με την Ελλάδα, η ιστορική καταγωγή και η πολιτισμική συνοχή, αποτέλεσαν ισχυρά αναχώματα στο γενικότερο ρεύμα φυγής και αποδόμησης που επικράτησε. Εντούτοις, δρομολογήθηκαν σημαντικές αλλαγές σε όλους τομείς της ζωής, που επηρέασαν ιδιαίτερα το γλωσσικό τοπίο των Ελλήνων της Αζοφικής.

 

Αγώνας για τη γλώσσα

Γυρίζοντας από χωριό σε χωριό, από σπίτι σε σπίτι, από σχολείο σε σχολείο κι από γιορτή σε γιορτή, επί δεκαπέντε συναπτά έτη, παρακολουθώ την εξέλιξη του γλωσσικού φαινομένου, όχι ως γλωσσολόγος, αλλά ως δημοσιογράφος και κυρίως ως Κωνσταντινουπολίτης που ενδιαφέρεται για τις ιστορικοπολιτιστικές διαδρομές των προγόνων του.  
Από την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στη Μαριούπολη, η ζωντανή και άγνωστη γλώσσα των Ρωμιών επηρέασε καθοριστικά τη σύνδεσή μου με την κοινότητα. Μαγνητοσκοπώντας, φωτογραφίζοντας και ηχογραφώντας τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, τους μουσικούς και τα συγκροτήματα, τους ποιητές και τους καλλιτέχνες, αλλά και τις γιαγιάδες και τους παππούδες που γνωρίζουν καλά τις τοπικές διαλέκτους, χρόνο με το χρόνο, καταγράφονται οι αλλαγές που συντελούνται. Το υλικό είναι πολύ πλούσιο σε ποιότητα και ποσότητα.
Σε μία χώρα με σοβαρά προβλήματα πάσης φύσεως και μία οικονομία πολύ ασταθή και άνιση, η κοινότητα των Ελλήνων έδειξε μεγάλες αντοχές. Οι ισχυρές παραδόσεις και οι αξιοζήλευτες μορφές οργάνωσης στη βάση μιας συλλογικής ταυτότητας, βοήθησαν την κοινότητα να επιβιώσει αντισταθμίζοντας τις πιέσεις της σύγχρονης εποχής που χαρακτηρίζεται από μετακινήσεις, συγχωνεύσεις και αφομοιώσεις.
Από την εποχή διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και ίδρυσης του νέου κράτους της Ουκρανίας, εκδηλώθηκε εντονότερα η βούληση των Ρωμιών να διασωθεί η τοπική γλώσσα με παράλληλη εκμάθηση της νέας ελληνικής. Οι ντόπιοι διανοούμενοι είχαν επιστρατεύσει όλη την κληρονομιά που άφηναν οι προηγούμενες γενιές, κυρίως ένα αρκετά πλούσιο ποιητικό έργο γραμμένο στις τοπικές διαλέκτους, συνεπικουρούμενο από παραδοσιακά και νεότερα τραγούδια. Στα πρώτα χρόνια, με τον ενθουσιασμό που επικρατούσε, η διατήρηση των διαλέκτων, με σημαία τούς εν ενεργεία ποιητές, δεν φαινόταν τόσο ουτοπική. Η δυσκολία όμως, για τη μετάδοση των τοπικών διαλέκτων, αποδείχτηκε μάλλον αξεπέραστη. Ούτε μέθοδοι ούτε ειδικευμένοι δάσκαλοι υπήρχαν για μία γλώσσα κατ’ εξοχήν προφορική, ούτε τα παιδιά είχαν τη θέληση ή τη δυνατότητα να τη μάθουν.

 

Δύσκολη η επιβίωση των διαλέκτων

Το σύγχρονο γλωσσικό καθεστώς δεν αφήνει επαρκή πεδία δράσης. Οι μαθητές, ανεξαρτήτως εθνικότητας, μιλούν και μαθαίνουν ρωσικά που είναι η κοινή γλώσσα της Αζοφικής. Ταυτόχρονα, μαθαίνουν ουκρανικά, την επίσημη γλώσσα του κράτους. Επίσης, μαθαίνουν αγγλικά. Έτσι, για τα παιδιά ελληνικής ή άλλης καταγωγής, τα ελληνικά προστέθηκαν ως τέταρτη γλώσσα. Ήταν λοιπόν, φυσικό, σε ένα τόσο φορτωμένο από γλώσσες πρόγραμμα σπουδών, να μην υπάρχει «χώρος» για την τοπική διάλεκτο και τις παραλλαγές της. Επιπλέον, καθώς αναπτύσσονταν οι επαφές με την Ελλάδα, η διαπίστωση ότι η διάλεκτος δεν βοηθούσε στην επικοινωνία με τους Ελλαδίτες, καθιστούσε την εκμάθησή της πρακτικά περιττή. Με τα προγράμματα φιλοξενίας, τα σχολικά βιβλία και τα τραγούδια που άρχισαν να εισρέουν από την Ελλάδα, έγινε γρήγορα αντιληπτό ότι η προσέγγιση της «ιστορικής πατρίδας» γινόταν μόνο με την εκμάθηση της νέας ελληνικής. Εξάλλου, ήδη από τη σοβιετική εποχή, με τη ρωσική ως κοινή γλώσσα όλων των πολιτών του ενιαίου κράτους, αλλά και με τους μικτούς γάμους που αυξάνονταν όσο οι κοινωνίες γίνονταν πιο ανοιχτές, η ντοπιολαλιά είχε περιοριστεί μέσα στις οικογένειες. Σε πολλά σπίτια, οι γιαγιάδες και οι παππούδες εξακολουθούσαν να μιλούν στη διάλεκτο, αλλά πολύ λιγότερο τα παιδιά τους ακόμα κι αν τη γνώριζαν, ενώ στα εγγόνια η γλώσσα έφτανε όλο και πιο εξασθενημένη.
Η διάλεκτος θεωρητικά θα μπορούσε να διασωθεί και να συνεχίσει να χρησιμοποιείται, τουλάχιστον στη λογοτεχνία και το τραγούδι, αν είχε δείξει πραγματικό ενδιαφέρον η Ελλάδα και κατέστρωνε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο υποστήριξής της. Κι αυτό για τις ελληνογενείς διαλέκτους. Αλλά η Ελλάδα δεν είχε ποτέ εθνικό σχέδιο για την ελληνική Διασπορά. Και με «αν» δεν σώζεις τίποτα.
Όσον αφορά τα ουρούμικα, ή ελληνοταταρικά (γκρεκο-τατάρ), μία από τις γλώσσες που μετέφεραν μαζί τους οι Ρωμιοί, όταν αναγκάστηκαν από την Αικατερίνη τη Μεγάλη να μετοικίσουν από το ταταρικό χανάτο της Κριμαίας στην Αζοφική, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη.

 

Είσοδος των νέων ελληνικών

 
Έτσι, στη μετασοβιετική εποχή, ενώ η διάλεκτος υποχωρούσε, το ενδιαφέρον για τα νέα ελληνικά αυξανόταν γεωμετρικά. Σήμερα, η διάλεκτος εξακολουθεί να μιλιέται, αλλά σταματάει στις ηλικίες των τριάντα και σαράντα. Πρωτίστως τραγουδιέται και σε ειδικές περιστάσεις απαγγέλλεται. Η τελευταία μεγάλη φουρνιά ποιητών δεν αφήνει αρκετούς διαδόχους. Και τα στελέχη της ομογένειας, που επανδρώνουν τους συλλόγους και διακινούν τις ιδέες, διαπίστωναν με εμφανή απογοήτευση ότι οι προσπάθειές τους για τη διάσωση της τοπικής γλώσσας ήταν μάλλον μάταιες. Έτσι, σταδιακά, αναπροσάρμοσαν τις επιλογές τους. Αρκέστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στην αναπαραγωγή, εκμάθηση και διάδοση των όμορφων ρωμέικων τραγουδιών (ρουμ και ουρούμ) που ακόμα τραγουδιούνται στα χωριά και στις κοινωνικές εκδηλώσεις.
Από ένα σημείο και μετά, το βάρος δινόταν στη νέα ελληνική γλώσσα, η οποία, αν και είναι γλώσσα εισαγωγής, αποκτούσε προτεραιότητα όχι μόνο για λόγους επιμορφωτικούς και επικοινωνιακούς, αλλά και ως ουσιαστικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας. Δηλαδή, αναπλήρωναν το κενό που άφηνε στην πολιτισμική σύσταση της ομογένειας η συρρίκνωση της τοπικής γλώσσας. Με τη σειρά της, η υιοθέτηση της νέας ελληνικής γλώσσας επιτάχυνε, αναπόφευκτα, ως παράπλευρη συνέπεια, αυτή τη συρρίκνωση. Πάντως, είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτη η συνειδητή και πολύπλευρη προσπάθεια της ομογένειας να υπεισέλθει στη νέα εποχή όχι μόνο διατηρώντας, αλλά και αναζωογονώντας την εθνική της ταυτότητα, με βασικό εργαλείο τη γλώσσα. Μία προσπάθεια με πολλές δυσκολίες, επειδή πηγαίνει κόντρα στο γενικό ρεύμα της ομογενοποίησης, διαπλέκει δύο κουλτούρες αρκετά διαφορετικές και αναπτύσσει σχέσεις με το επικίνδυνα αναξιόπιστο ελληνικό κράτος.   
Όπως και να έχει, σήμερα, χιλιάδες, νέοι κυρίως, άνθρωποι περνούν από τα θρανία των μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, με αξιοσημείωτα αποτελέσματα.

 

Δύο πυλώνες

Οι πυλώνες εκμάθησης της νέας ελληνικής γλώσσας είναι δύο. Τα σχολεία και οι σύλλογοι για μία πρώτη επαφή με τη γλώσσα και το πανεπιστήμιο για ολοκληρωμένες σπουδές.
Οι πέντε-έξι αυτοδίδακτοι δάσκαλοι, πριν από είκοσι χρόνια, έγιναν δεκάδες. Και τα νέα ελληνικά μπήκαν στη ζωή των εντοπίων σαν κάτι ξεχωριστό, αλλά κατά βάθος πολύ δικό τους.
Χάρη στην επίμονη και συστηματική προσπάθεια των τοπικών συλλόγων και της Ομοσπονδίας των Ελληνικών Συλλόγων της Ουκρανίας, η ελληνική γλώσσα διδάσκεται σε πολλά σχολεία των πόλεων και των χωριών, ενταγμένη στο ωρολόγιο πρόγραμμα ή σε απογευματινές τάξεις και κυριακάτικα φροντιστήρια που πραγματοποιούνται σε σχολεία, συλλόγους και πολιτιστικά κέντρα, σε όλη τη χώρα.
Κάθε χρόνο, την άνοιξη, στην Ολυμπιάδα Ελληνικού Πολιτισμού, που πραγματοποιείται στη Μαριούπολη, βλέπει κανείς τα αποτελέσματα αυτής της επίμονης προσπάθειας. Μαθητές απ’ όλη τη χώρα που διακρίθηκαν στα μαθήματα της ελληνικής γλώσσας, συμμετέχουν στον τελικό πανουκρανικό διαγωνισμό με εκθέσεις, ποιήματα, ζωγραφική, τραγούδια, χορούς και θεατρικές παραστάσεις. Παρακολουθώντας και καταγράφοντας χρόνο με χρόνο τις μεταβολές που συντελούνται, τον αριθμό συμμετοχής, τη θεματολογία και το επίπεδο γνώσεων, είναι φανερό ότι η προσπάθεια δεν πάει χαμένη. Μέχρι τώρα, ο φόβος ότι μπορεί αυτή η ανοδική πορεία να αντιστραφεί, δεν έχει επιβεβαιωθεί. Αλλά ο φόβος και η αγωνία παραμένουν, γιατί υπάρχουν σοβαρές αντίρροπες δυνάμεις, όπως το εισαγόμενο λάιφ στάιλ, οι μικτοί γάμοι, η μετανάστευση κ.λπ.

 

Είκοσι χρόνια

Ο άλλος σημαντικός πυλώνας είναι το τοπικό πανεπιστήμιο. Η ίδρυσή του, αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, επηρέασε καθοριστικά την τροπή των πραγμάτων αναφορικά με την ελληνική κοινότητα. Κατ’ αρχήν, ανέδειξε και έθεσε σε προνομιακό επίπεδο την ελληνική γλώσσα, κάνοντας ελκυστική την εκμάθησή της σε σπουδαστές ελληνικής και –σε εντυπωσιακό βαθμό- μη ελληνικής καταγωγής. Το πανεπιστήμιο επενδύοντας στην ελληνική γλώσσα, αύξησε εντυπωσιακά το κύρος της και την εδραίωσε ως γλώσσα εξίσου σημαντική με τις καθιερωμένες γλώσσες. Αυτή η ιδιαιτερότητα προσέδωσε ειδικό κύρος και στο πανεπιστήμιο που έγινε το μεγαλύτερο κέντρο ελληνικών σπουδών στην αχανή περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα, οι φοιτητές που σπουδάζουν ελληνικά ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες. Δεύτερον, άρχισε πολύ γρήγορα την «παραγωγή» δασκάλων της ελληνικής γλώσσας που επανδρώνουν τα σχολεία και τους συλλόγους διευρύνοντας το χώρο διδασκαλίας της γλώσσας. Τρίτον, έγινε φυτώριο καλλιέργειας του ελληνικού πολιτισμού με μαθήματα ιστορίας και λογοτεχνίας, αλλά και δράσεις καθαρά καλλιτεχνικές, όπως είναι η δημιουργία χορευτικής ομάδας με μεγάλο ρεπερτόριο ελληνικών χορών. Τέταρτον, αναπτύσσει σχέσεις με πανεπιστημιακά ιδρύματα στην Ελλάδα και την Κύπρο. Πέμπτον, οργανώνει αποστολές στα ελληνικά χωριά για την καταγραφή των γλωσσικών και λαογραφικών στοιχείων των κοινοτήτων. Έκτον, συμμετέχει και στηρίζει δράσεις των ελληνικών κοινοτήτων, όπως είναι η Ολυμπιάδα των Μαθητών. Έβδομον, διατηρεί την πρωτοβουλία για δράσεις που έχουν σχέση με την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό σε πανουκρανικό επίπεδο κ.ά. Εν ολίγοις, το Πανεπιστήμιο παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή της Αζοφικής Θάλασσας και ευρύτερα στην Ουκρανία.
Προσωπικά, έχω την τύχη να συμμετέχω σε ορισμένες δραστηριότητες του πανεπιστημίου και να παρακολουθώ από πολύ κοντά την πρόοδό του.
Εδώ και πολλά χρόνια, κάνοντας διαλέξεις πάνω σε θέματα του νεότερου ελληνικού πολιτισμού, βιώνω τη συνεχή μεγέθυνση του ελληνικού τμήματος, τον εμπλουτισμό του με εκπαιδευτικό υλικό και τη βελτίωση του επιπέδου σπουδών. Επίσης, παίρνοντας μέρος στις οργανωμένες εξορμήσεις, με φοιτητές και διδάσκοντες, στα αποκαλούμενα ελληνικά χωριά για τη συγκέντρωση λαογραφικού υλικού, σχηματίζω καλύτερη εικόνα για την έκταση και τον τρόπο χρήσης των τοπικών διαλέκτων. Τέλος, με τα ντοκιμαντέρ που προκύπτουν από τις καταγραφές μας, ευαισθητοποιούνται αρκετοί άνθρωποι στην Ελλάδα και ενθαρρύνονται οι νέοι και τα στελέχη της ομογένειας για τη συνέχιση της δύσκολης προσπάθειάς τους.

 

Παράλληλες δράσεις

Παράλληλα, στην Αζοφική, αναπτύσσονται και εξελίσσονται δράσεις που συμπληρώνουν και ενισχύουν τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού. Συνέδρια και σεμινάρια από το Πανεπιστήμιο, γιορτές και εκδόσεις από την Ομοσπονδία, τους συλλόγους και τα πολιτιστικά κέντρα. Πολλοί φοιτητές συμμετέχουν σε προγράμματα σπουδών στα πανεπιστήμια της Ελλάδας και της Κύπρου, εκατοντάδες μαθητές επισκέπτονται (επισκέπτονταν!) την Ελλάδα με προγράμματα φιλοξενίας και πολλοί νέοι συμμετέχουν σε δεκάδες ομάδες που ασχολούνται με τη μυθολογία και το θέατρο, ερμηνεύουν ελληνικά και ρωμέικα τραγούδια και χορεύουν χορούς απ’ όλη την Ελλάδα. Όλα αυτά έχουν μια αμφίπλευρη σχέση με τη γλώσσα, τη στηρίζουν και στηρίζονται απ’ αυτήν.

 

Κίνδυνοι

Καθώς η κοινότητα συνδέεται όλο και περισσότερο με την Ελλάδα και το νεότερο πολιτισμό της, μαζί με τα πλεονεκτήματα αυτής της σχέσης εμφανίζονται απειλητικά και τα μειονεκτήματα. Με την αλλαγή των όρων διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας των Ρωμιών και την αύξηση της εξάρτησής της από την «ιστορική πατρίδα», κάθε παράλειψη και ατόπημα εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας, υποσκάπτει την αξιοζήλευτη προσπάθεια του Ελληνισμού της Ουκρανίας. Η περικοπή της ισχνής, αλλά αναγκαίας οικονομικής ενίσχυσης, η αλαζονεία των εκπροσώπων του ελληνικού κράτους, η αντιφατική εφαρμογή ακόμα και των ευεργετικών αποφάσεων και νομοθετικών ρυθμίσεων, η υποτίμηση της σημασίας της διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό και η έλλειψη σχεδίου για το μέλλον της τρισχιλιόχρονης ελληνικής παρουσίας στην παρευξείνια περιοχή, αποτελούν στενάχωρες διαπιστώσεις που τεκμηριώνονται μέσα από τη συστηματική παρακολούθηση και καταγραφή που πραγματοποιούμε εδώ και δεκαπέντε χρόνια ανελλιπώς. Λίγοι και συχνά ανεκπαίδευτοι εκπαιδευτικοί από την Ελλάδα, αποσπασματικά και ακατάλληλα βιβλία για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, υποτίμηση και λειψή βοήθεια στους ντόπιους δασκάλους, περικοπή των προγραμμάτων φιλοξενίας των νέων, κομματικές αναμίξεις, ασυνέπεια και υποχρηματοδότηση, υπονομεύουν το συντελούμενο έργο και αναιρούν τα ευεργετήματα της βοήθειας.

 

Συμβολή της Ουκρανίας

Ευτυχώς, σημαντικότατη σ’ αυτή την κοσμογονία είναι η συμβολή των κεντρικών και τοπικών αρχών. Αλλά και πολλών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων σε όλη τη χώρα, διανοουμένων, μέσων επικοινωνίας, επιχειρήσεων και του απλού λαού. Χωρίς αυτή τη στήριξη, κάθε προσπάθεια αναγέννησης του Ελληνισμού θα ήταν άκαρπη. Στην Ουκρανία, η μεγάλη παράδοση του φιλελληνισμού συνεχίζεται.

Στέλιος Ελληνιάδης


(Το κείμενο αποτελεί τη συμβολή μου στο συνέδριο για τα εικοσάχρονα του πανεπιστημίου).

[Οι φωτογραφίες είναι του Στέλιου Ελληνιάδη]
1. Πολιτιστικό Κέντρο Ελλήνων Μαριούπολης, αριστερά κτήρια του Πανεπιστημίου
2. Πανεπιστήμιο Μαριούπολης, Κωνσταντίνος Μπαλαμπάνοφ, Βικτωρία Τσελπάν, Τριαντάφυλλος Αλμπάνης
3. Πανεπιστήμιο Μαριούπολης, τμήμα Ιστορίας, Ιρίνα Πονομαριόβα

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

φ. 69,  Σάββατο 11 Ιουνίου 2011 
Advertisements