Το έλος της μικρής μας πόλης

Το έλος της μικρής μας πόλης

Από κοινωνία δημιουργικών συνοικιών, η Αθήνα έγινε εργοτάξιο αδίστακτων εργολάβων και πολιτικών, στερημένη από κάθε ίχνος αττικής κουλτούρας

 

 

Τριάντα χρόνια άφηνα έξω από το σπίτι την παλιά και βαριά R100. Πρόπερσι μου κλέψανε την μπροστινή ρόδα, στην πλατεία Βικτωρίας. Πέρσι μου πήραν το ποδήλατο, στου Ψυρρή, την ώρα που έπινα καφέ. Προχτές, άρπαξαν στην Πατησίων την αλυσίδα από το λαιμό μιας γειτόνισσας. Κάπως έτσι ζούμε στην Αθήνα.

  

 

Η πόλη μας άλλαξε, και αλλάζει αναγκαστικά ο τρόπος ζωής και η κουλτούρα μας. Η υποβάθμιση έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια και συνεχίζεται με αμείωτη ένταση.

Στην Αθήνα, αν πάθεις έμφραγμα πρέπει να είσαι πολύ τυχερός για να φτάσεις έγκαιρα στο εφημερεύον νοσοκομείο, αν θέλεις να παίξεις μπάλα πρέπει να πας εκδρομή κι αν έχεις μικρό παιδί είναι λαχείο να βρεις θέση σε παιδικό σταθμό. Η πόλη ξέμεινε από ανάσες και δρόμους διαφυγής. Τα σκουπίδια έχουν εκατονταπλασιαστεί. Κανένας δήμαρχος, κανένας υπουργός και καμία κυβέρνηση δεν νοιάστηκε. Το μοντέλο τους οδηγεί τη γειτονιά και κατά προέκταση όλο το δήμο σε κατάρρευση. Εξαφάνισαν τους παράγοντες που δημιουργούσαν τον τοπικό βιωματικό πολιτισμό και δημιούργησαν μία βιτρίνα πόλης, μεταφέροντας όλες τις λειτουργίες της συνοικίας έξω από τη συνοικία.

Η Αθήνα ήταν η σινεμαδούπολη των Βαλκανίων με 500 κινηματογράφους και εκατό ελληνικές ταινίες που γυρίζονταν κάθε χρόνο μέσα στην πόλη! Τώρα, στις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, έχει 500 οίκους ανοχής από τον Αγιο Παντελεήμονα Αχαρνών ώς τον Κεραμεικό και εκατοντάδες πόρνες κατά μήκος των οδών Πατησίων, 3ης Σεπτεμβρίου και Σόλωνος, σε μια τεράστια πιάτσα δίπλα στα σουπερμάρκετ της ηρωίνης.

Η χαριστική βολή στα μαγαζιά

Η Αθήνα ήταν πανεπιστημιούπολη με δεκάδες σχολές και χιλιάδες φοιτητές που συντηρούσαν εκατοντάδες βιβλιοπωλεία, δισκοπωλεία, καφετέριες και ρουχάδικα. Τώρα, ο φοιτητόκοσμος περιορίστηκε στο άχαρο και άψυχο γκέτο της Πανεπιστημιούπολης, στις παρυφές της πόλης. Αντιθέτως, στο κέντρο μεταφέρθηκαν οι μεγάλες πίστες, από την παραλιακή, τη Συγγρού και την εθνική οδό. Αν περάσεις κατά τη διάρκεια της μέρας από του Ψυρρή ή το Γκάζι, δεν κυκλοφορεί ψυχή. Ζωνταντεύουν το βράδυ και το πρωί ξαναπεθαίνουν. Ζόμπι.

Η Αθήνα ήταν ζωντανή απ’ άκρη σ’ άκρη. Τα μαγαζιά κρατούσαν την πόλη «ανοιχτή» από τους πιο κεντρικούς ώς τους πιο απόμερους δρόμους. Κάτοικοι και καταστηματάρχες αποτελούσαν από κοινού τη γειτονιά. Σταδιακά, διοχετεύθηκε ο κόσμος στα τεράστια εμπορικά κέντρα και άρχισε η αφαίμαξη της γειτονιάς. Ikea, The Mall, Carrefour κ.λπ., ξεχαρβάλωσαν τον εμπορικό ιστό της πόλης. Και τώρα, με τα κυβερνητικά μέτρα, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά θα ξεπεράσουν τα νοικιασμένα.

Οι δήμαρχοι, απόλυτα δεμένοι με την κεντρική εξουσία, χρησιμοποιούν το δήμο για την παραπέρα αναρρίχησή τους και ευθύνονται για την αφυδάτωση και τη χρεοκοπία της πόλης. Αντί να διασώζουν ό,τι υπάρχει, να αναπληρώνουν ό,τι χάνεται και να δημιουργούν συνθήκες ευνοϊκές για την τοπική κουλτούρα, υποτάσσουν την πόλη στους εργολάβους και τα τραστ. Είναι χαρακτηριστική η επίμονη υποστήριξη του δημάρχου στην κατασκευή του εμπορικού κέντρου του Βωβού στο Βοτανικό, το οποίο στοχεύοντας στην προσέλκυση 25 χιλιάδων επισκεπτών ημερησίως (μόλις ένα χιλιόμετρο από το εμπορικό κέντρο) θα έδινε τη χαριστική βολή στα καταστήματα που κρατούν την πόλη ζωντανή.

Είναι χαρακτηριστική και η αδιαφορία των δημάρχων για χώρους και κτίρια που με την παρουσία τους καθόριζαν το στίγμα κάθε περιοχής. Η πρόσφατη, επί θητείας Νικήτα Κακλαμάνη, κατεδάφιση του αρχοντικού σινέ «Αττικα» που δέσποζε σαν σήμα κατατεθέν της πλατείας Αμερικής, ήταν η τελευταία από μια σειρά κατεδαφίσεις ή αλλαγές χρήσης που εξαφάνισαν έναν άξονα πολιτισμού που ξεκινούσε από το Πολυτεχνείο και έφτανε ώς τα όρια του δήμου της Αθήνας, στη Ριζούπολη. Περισσότερα από 25 κινηματοθέατρα, μερικά εξαίσια κτίρια, απαλλοτριώθηκαν. Το θέατρο των αδελφών Καλουτά, το φαντασμαγορικό «Ράδιο Σίτι» στην πλατεία Κολιάτσου και το σινέ «Σελέκτ» στον Αγιο Λουκά έγιναν άχαρα σουπερμάρκετ. Το σινέ «Αντζελα» με την ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική του κατάντησε ερείπιο. Καταρρέει και το «Green Park» στο Πεδίον του Αρεως. Το εργοστάσιο και τα στούντιο της Κολούμπια έγιναν μπάζα. Ούτε η ιστορία τους, ιστορία της ελληνικής μουσικής, ούτε ο αγώνας των κατοίκων για να γίνουν μουσείο της ελληνικής δισκογραφίας συγκίνησαν τους υπουργούς Πολιτισμού και το δήμαρχο της Αθήνας. Ούτε ενδιαφέρθηκαν για το στούντιο Polysound, στο ύψος του Αρχαιολογικού Μουσείου, που κατεδαφίστηκε παίρνοντας μαζί του την ιστορία που έγραψε ο Γιάννης Σμυρναίος ηχογραφώντας όλους τους σημαντικούς καλλιτέχνες του ελληνικού τραγουδιού από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τη Μαρινέλλα ώς τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Ακη Πάνου.

Αντίστοιχες και εξίσου θλιβερές είναι οι απώλειες σε όλους τους άξονες της πόλης, με μελλοθάνατο το σινέ «Αστρον», 1.360 θέσεων, στους Αμπελόκηπους, όπου διοργανώναμε κυριακάτικα πρωινά με τους Socrates. Η πόλη δεν διαθέτει πια σινέ τέχνης· μετά την «Αλκυονίδα» και το «Στούντιο», σφραγίστηκε και το «Αλφαβίλ».

Η εξουθενωτική περιπέτεια της αυτοδιαχειριζόμενης έκθεσης βιβλίου, που πραγματοποιείται την άνοιξη και το φθινόπωρο, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της τύχης των πολιτισμικών στοιχείων της πόλης. Εκδιώχτηκε από το Πεδίον του Αρεως όπου λειτουργούσε επί τριάντα χρόνια και έκτοτε φθίνει, ελλείψει χώρων, από δω κι από κει.

Η Αθήνα αποτελούσε ένα πολυεστιακό κέντρο παραγωγής πολιτισμού. Κάθε συνοικία είχε το δικό της δίκτυο. Θέατρα, σινεμά, κλαμπ, ταβέρνες, εργαστήρια κοσμημάτων και κεραμικών, ωδεία και αλάνες για ποδόσφαιρο. Και οι καλλιτέχνες ζούσαν και δημιουργούσαν στις συνοικίες. Για παράδειγμα, ο Μαμαγκάκης στην Αγία Ζώνη, ο Σαββόπουλος στη Δεινοκράτους, ο Χατζιδάκις στη Ρηγίλλης, ο Σπανός και ο Σιδηρόπουλος στην πλατεία Αμερικής, ο Ακης Πάνου στα Πατήσια, ο Ξαρχάκος στα Εξάρχεια, ο Μουσαφίρης στο Κουκάκι, ο Σούκας στην Κυψέλη και δεκάδες άλλοι, σε διαμερίσματα πολυκατοικιών ή μικρές μονοκατοικίες, έπιαναν το σφυγμό της πόλης εξ επαφής και όχι εξ αποστάσεως και τον μετέτρεπαν σε μουσική της πόλης. Το Μέγαρο Μουσικής, το «Παλλάς», η «Τεχνόπολις» και το «Μπάντμιντον» αποτελούν αποκτήματα της πόλης, αλλά είναι υπερτοπικού χαρακτήρα και δεν αντισταθμίζουν τις απώλειες στη βάση της κοινωνίας.

Στέρεψαν οι γειτονιές

Αυτή η πόλη διαλύεται συστηματικά από μία διαπλεκόμενη πολιτική και οικονομική εξουσία που αντιλαμβάνεται την πρόοδο ως μια διαρκή εργολαβία ανεξαρτήτως επιπτώσεων στο περιβάλλον και τον πολιτισμό. Τα αποτελέσματα είναι ορατά. Ο συνδυασμός ημιμαθών επαρχιωτών και αποξηραμένων αποφοίτων αμερικανικών πανεπιστημίων στην εξουσία εξαφανίζει τα ίχνη της αστικής κουλτούρας που χάραζαν φωτισμένοι δάσκαλοι, αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι, καλλιτέχνες και διαλύει τα στοιχεία που συνάρθρωναν τη σπουδαία λαϊκή κουλτούρα της πόλης. Η λουστραρισμένη με πτυχία του Yale και του Harvard πολιτισμική ανεπάρκεια δεν κρύβεται, ούτε στις ιδέες, ούτε στα έργα τους. Η φτώχεια δεν εμπόδιζε την πόλη να είναι παραγωγική. Η ασφυξία που προκαλεί η πολιτική και οικονομική εξουσία την εμποδίζει.

Οι γειτονιές από αυτάρκεις μονάδες που συνδύαζαν κατοικία, εργασία, σπουδές και αναψυχή, αφυδατώθηκαν και στέρεψαν. Οι κάτοικοι έπρεπε πλέον να ικανοποιούν πολλές από τις ανάγκες τους μακριά από τις εστίες τους. Σε αμιγείς χώρους εμπορίου και μαζικής αναψυχής. Κάτι το οποίο είναι αυτονόητο στις νεόδμητες περιοχές των Βριλησσίων και του Αμαρουσίου, αλλά όχι στην Κυψέλη και τα Πατήσια. Χωρίς τα δικά τους στοιχεία, οι γειτονιές με μεγάλη πυκνότητα, προβληματικές υποδομές και χαμηλά εισοδήματα, υποβαθμίζονται δραματικά. Εντάθηκε η αποξένωση και η απομόνωση.

Αναπόφευκτη συνέπεια της υποβάθμισης ήταν να προσελκύσουν το μεγάλο ρεύμα των φτωχών μεταναστών, που προσανατολίστηκαν σε περιοχές που είχαν ήδη αρχίσει να φθίνουν οικονομικά, περιβαλλοντικά και πολιτισμικά.

Οταν ήρθαν οι μετανάστες στην πόλη τα υδραυλικά είχαν ήδη σκουριάσει, οι υπόνομοι πλημμύριζαν, τα αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα πάνω στα πεζοδρόμια. Αλλά και αυτό το κύμα μετανάστευσης που άλλαζε το πολιτισμικό στίγμα της πόλης, δεν αντιμετωπίστηκε με κάποιο σχέδιο αρμονικής συνύπαρξης. Το μεταναστευτικό σπρώχτηκε κάτω από το χαλί σαν σκουπίδι δημιουργώντας βαθιά ρήγματα στην κοινωνία. Με αποτέλεσμα να ευνοηθούν οι παραβατικές συμπεριφορές και να συμπιεστούν οι πολιτισμικές ανάγκες εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που στερούνται τα απολύτως στοιχειώδη για να ζήσουν με αξιοπρέπεια.

Ξαφνιάστηκαν οι Αθηναίοι που χιλιάδες μουσουλμάνοι προσευχήθηκαν στην πλατεία Δημαρχείου. Αλλά δεν τους λείπει μόνο το τζαμί. Στην πλατεία Κουμουνδούρου, κάθε Κυριακή μεσημέρι, οι Πακιστανοί παίζουν κρίκετ ανάμεσα στα δέντρα και στην πλατεία Βικτωρίας οι Σομαλοί παίζουν μπάλα μετά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα που αδειάζουν οι καφετέριες. Για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους με δική τους κουλτούρα και δικές τους ζωτικές ανάγκες δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη. Ετσι, αναζητούν λύσεις και διεξόδους στο περιθώριο, προκαλώντας συχνά τη δυσφορία των εντοπίων.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, αναπτύσσονται άμυνες και αντιστάσεις από δημιουργικούς και ανήσυχους ανθρώπους. Οι πιο εύποροι μετακόμισαν σε πιο ασφαλείς και ευάερες περιοχές. Ανάμεσα σ’ αυτούς που παραμένουν, υπάρχει μία εμφανής τάση να δημιουργηθούν αυτόνομες περιοχές, καταφύγια μέσα στην πόλη που γίνεται όλο και πιο άγρια και αφιλόξενη. Γεννιούνται παρέες διασυνοικιακές, ορίζονται και διαμορφώνονται περιοχές, πάρκα και πλατείες, κτίρια και στέκια πάσης φύσεως με όρους μικρής ή μεγάλης αυτονομίας. Τα Εξάρχεια είναι μια αυτάρκης συνοικία με χαρακτήρα. Σπίτια, μαγαζιά, σχολές, καταστήματα, εργαστήρια, καφετέριες, στέκια. Ολα μαζί σε ένα. Αλλά ο σπόρος φυτρώνει κι αλλού, σε μικροκλίμακες. Σε όλες σχεδόν τις συνοικίες υπάρχουν καταλήψεις κτιρίων και γης. Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης λειτουργεί σαν χώρος πολιτισμού εδώ και τρία χρόνια από κατοίκους. Το πάρκο Κύπρου και Πατησίων ξαναφυτεύτηκε έπειτα από συνεχείς αντιπαραθέσεις με το δήμο και την αστυνομία. Στο κτήμα Δρακόπουλου εμποδίστηκε η ανέγερση πολυώροφου κτιρίου και στο άλσος Παγκρατίου η κατασκευή θεάτρου από το δήμο. Το πάρκο Διδότου και Χ. Τρικούπη δημιουργήθηκε εκ του μηδενός και συνεχώς βελτιώνεται. Και γύρω απ’ όλους αυτούς τους χώρους αναπτύσσονται συλλογικότητες. Συσπειρώνονται κάτοικοι κάθε ηλικίας και επαγγέλματος που προστατεύουν το περιβάλλον δημιουργώντας εστίες πολιτισμού. Σ’ αυτούς τους χώρους βρίσκουν χώρο έκφρασης και ακροατήριο θεατρικές ομάδες, μουσικά σύνολα και χορευτικά συγκροτήματα, γίνονται μαθήματα γλώσσας και παρουσιάσεις βιβλίων.

Στο ίδιο πνεύμα, πολλαπλασιάζονται οι «πολυχώροι» («Ιανός», «Bios», «@ρουφ», «Φλοράλ», «Νοσότρος», «Μπλακ Ντακ» κ.ά.) σε ανθρώπινη κλίμακα. Επίσης, πολλές μικρές θεατρικές και μουσικές σκηνές, σε υπόγεια, αποθήκες, ακόμα και διαμερίσματα. Σε ανοιχτούς χώρους, η πόλη φιλοξενεί πολλά ενδιαφέροντα φεστιβάλ: Resistance, Αντιρατσιστικό, Β-Fest, Νεολαίας Συνασπισμού κ.λπ. Φέτος, μεταξύ άλλων, είδα τη σπουδαία έκθεση κοινωνικής αφίσας του Δημήτρη Αρβανίτη, άκουσα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τους Χαΐνηδες, παρακολούθησα τις ομιλίες του Ντομένικο Λοζούρντο και του Ντέιβιντ Γκρέμπερ και έφαγα ωραία φαγητά από αφρικανές μετανάστριες. Η άμυνα αναπτύσσεται από δεκάδες μικρές ομάδες που ξεπηδούν στις γειτονιές με τη μορφή κινήσεων πολιτών, αντιεξουσιαστικών πυρήνων, καλλιτεχνικών ομάδων, ροκ συγκροτημάτων κ.λπ. Ενώ το εμπορικό τραγούδι σέρνεται στις μεγάλες πίστες, εκατοντάδες μουσικά σχήματα μετατρέπουν την ασφυξία σε κραυγή και τα γκράφιτι οριοθετούν τις περιοχές.

Ο δήμαρχος προωθεί τσιμεντένιες αναπλάσεις και έρχεται σε ρήξη με τις δημιουργικές επιλογές των ενεργών κατοίκων που ανησυχούν και παίρνουν πρωτοβουλίες, προσεταιριζόμενος την αδιάφορη, κλεισμένη στα σπίτια της σιωπηλή πλειοψηφία που τον ψηφίζει από άγνοια και φόβο. Αρωγός του εφεξής και ο μελλοντικός δημοτικός σύμβουλος Ηλίας Ψινάκης. Στην πόλη που έχει σημείο αναφοράς την Ακρόπολη.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,   Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
Advertisements

Αυτός ο άψογος, άψυχος ήχος

Αυτός ο άψογος, άψυχος ήχος

Σαράντα χρόνια μετά την έκδοση του «Sgt. Pepper’s» των Beatles, δίσκου-σταθμού στην ιστορία του ροκ, τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν ξανά με σύγχρονους καλλιτέχνες χρησιμοποιώντας όμως την τεχνολογία της δεκαετίας του ’60. Αναλογική μαγνητοταινία και τετρακάναλη κονσόλα ήχου. Οπως το ηχογράφησαν τα τέσσερα «σκαθάρια», παίζοντας όλοι μαζί. Οι νέοι μουσικοί δυσκολεύτηκαν πολύ να ανταποκριθούν! Εχουν μάθει να ηχογραφούν ο κάθε μουσικός ξεχωριστά και μετά να αναλαμβάνουν οι τεχνικοί τα υπόλοιπα.

Στην ψηφιακή τεχνολογία, όλες οι αρχικές ηχογραφήσεις μπορούν να διορθωθούν μετά την ηχογράφηση. Ακόμα και τα φάλτσα επιδιορθώνονται ψηφιακά. Ο παραγωγός και ο τεχνικός ήχου συχνά χρησιμοποιούν την αρχική ηχογράφηση μόνον ως πρόπλασμα. Κιθάρες, βιολιά, τύμπανα και φωνές υφίστανται άπειρες μεταλλάξεις. Και μετά, αν το αποτέλεσμα είναι εμπορικά επιτυχές, ο τραγουδιστής ερμηνεύει εφεξής το κομμάτι όπως αυτό φτιάχτηκε στο στούντιο και όχι όπως αυτός αρχικά το ερμήνευσε! Πρώτη σημαντική απώλεια είναι ο αυθορμητισμός. Δεύτερη, η παραμόρφωση.

Ο Γκρεγκ Μίλνερ, στο νέο βιβλίο του «Perfecting sound forever» (εκδόσεις «Granta»), ξεκινάει από τον Εντισον και καταλήγει στους τεχνικούς της ψηφιακής εποχής, οι οποίοι με την εξέλιξη της τεχνολογίας άλλαξαν τη μουσική.

 

 

Δυνατά, πάση θυσία

 

Το CD άλλαξε τις προδιαγραφές αποθήκευσης και αναπαραγωγής τού ήχου. Εχει μεγαλύτερη διάρκεια από το δίσκο βινυλίου 33 στροφών και μεγαλύτερο εύρος στις δυναμικές του ήχου. Τα μπάσα και τα πρίμα δεν στριμώχνονται όπως στα αυλάκια του βινυλίου. Αλλά οι δυνατότητες αυτές, στα ανθρώπινα χέρια και τις εμπορικές επιδιώξεις, δεν βελτιώνουν πάντα τη μουσική. Ιδίως από τη δεκαετία του ’90, με τη χρήση ειδικών προγραμμάτων, το ηχητικό προϊόν των ηχογραφήσεων προσαρμόζεται στις ανάγκες του εμπορίου με τρόπο πρωτόγνωρο. Για να ακούγεται πιο δυνατά και χωρίς «κενά», «παύσεις» και «χαμηλόφωνα σημεία» από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τα μηχανήματα αναπαραγωγής, η μουσική υφίσταται βαθιές αλλοιώσεις.

Ενας από τους τεχνικούς που διαμορφώνουν αυτό το νέο άκουσμα, ο Βλάντο Μέλερ, υποστηρίζει με ζήλο ότι «η σημερινή γενιά θέλει να ακούει τα CD δυνατά». Αντιθέτως, μερικοί πρωτοπόροι της τεχνολογίας που εφηύραν αυτά τα προγράμματα επεξεργασίας του ήχου, όπως ο Μάικ Ντόροου, αποσύρθηκαν απογοητευμένοι από τις καταχρήσεις που οδήγησαν στην «καταστροφή της μουσικής». Αυτός ο δυνατός ήχος, που έχει επικρατήσει στη συντριπτική πλειονότητα των ηχογραφημάτων, είναι τεχνητός και επιτυγχάνεται ακυρώνοντας όλες τις εσωτερικές ισορροπίες των μουσικών κομματιών. Εισαγωγές, σιγανά σημεία και ανάσες καταργούνται. Εξισώνονται ψηφιακά και ακούγονται το ίδιο δυνατά, ισοπεδώνοντας ακουστικά το σύνολο ενός κομματιού.

Εξαιτίας του τρομερού ανταγωνισμού στις ραδιοσυχνότητες, αυτή η τεχνική εφαρμόστηκε κατά κόρον στο αμερικανικό ραδιόφωνο. Με ψηφιακά προγράμματα, όλα τα μουσικά κομμάτια εξισώνονται ακουστικά καθώς μεταδίδονται ραδιοφωνικά. Επίπεδα και δυνατά, χωρίς χαμηλόφωνα και υψηλόφωνα σημεία. Για να μη χάνει ο ακροατής ούτε για ένα δευτερόλεπτο το ισχυρό σήμα του σταθμού.

Το ίδιο γίνεται και στους δίσκους και ιδίως στα παλιά τραγούδια που επανεκδίδονται από βινύλιο σε CD. Ειδικά στην Ελλάδα, συνήθως, όπου αναγράφεται remastering σημαίνει ότι έχει «πειραχτεί» το αυθεντικό ηχογράφημα για να ακούγεται πιο δυνατά και πιο «ισόπεδα». Συμπιέζουν προς τα κάτω τις υψηλές συχνότητες και ενισχύουν προς τα πάνω τις χαμηλές, μέχρι να δημιουργήσουν έναν ακουστικό μέσο όρο, τον οποίο εν συνεχεία ανεβάζουν πολύ σε ένταση. «Είμαστε περικυκλωμένοι από μουσική που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να φωνάζει», γράφει ο Μίλνερ.

Οι σημερινοί καλλιτέχνες, σε όλα τα είδη της μουσικής, προσαρμόστηκαν και πολλοί υπερέβαλαν, όπως οι Μετάλικα και οι Ρεντ Χοτ Τσίλι Πέπερς που ανήγαγαν την παραμόρφωση σε επιστήμη, αμφότεροι με παραγωγό τον Ρικ Ρούμπιν.

Αλλοι, όμως, τραγουδοποιοί φρικάρανε με τις παρενέργειες της ψηφιοποίησης της μουσικής. «Αυτή η ευρέως διαδεδομένη έλλειψη δυναμικής έκτασης δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της μουσικής. Η δυναμική έκταση είναι ένας από τους παράγοντες που κάνουν τη μουσική μια μαγική εμπειρία», γράφει ο Μίλνερ.

Μουσική για καφετέριες

Αλλά οι παραγωγοί σε συνεργασία με τους τεχνικούς και με τη συναίνεση των καλλιτεχνών που επιζητούν πάση θυσία την εμπορική επιτυχία, διαμορφώνουν τον ήχο των τραγουδιών σύμφωνα με τις ανάγκες του λάιφ στάιλ. Τα τραγούδια κατασκευάζονται για να παίζονται σε μπαρ και φουαγιέ ξενοδοχείων, αυτοκίνητα που κινούνται, τρένα και μετρό, κυλιόμενες σκάλες και καφετέριες, χώρους με πάσης φύσεως θορύβους. Ομως, αυτός ο «πόλεμος του δυνατού ήχου» για την επιβολή στον ακροατή, θυμίζει σε μερικούς την περίφημη ρήση του Χίτλερ ότι δεν θα είχε κατακτήσει τη Γερμανία χωρίς τα μεγάφωνα!

Ακόμα χειρότερα, το τραγούδι σε μορφή Mp3 έχει μόλις το 10% της ψηφιακής πληροφορίας που έχει το ίδιο κομμάτι στο CD! Ετσι, κατεβαίνουν εύκολα και γρήγορα στον υπολογιστή και χωράνε χιλιάδες κομμάτια σε ένα μικροσκοπικό iPod. Ο Μπομπ Ντίλαν έχει απορρίψει αυτή την ηχητική πτώχευση που υποβαθμίζει την ποιότητα της μουσικής και την αισθητική των ακροατών και ο Νιλ Γιάνγκ δήλωσε στους «Los Angeles Times» ότι «η Apple μετέτρεψε τη μουσική σε χαρτί ταπετσαρίας»! Μελέτες δείχνουν ότι οι πιο σταθερές και πιο μεγάλες πωλήσεις σε διάρκεια επιτυγχάνονται από δίσκους που έχουν ηχογραφηθεί με την παλιά τεχνολογία, αναφέροντας τους Eagles, τους Led Zeppelin κ.ά. Το παλιό είναι αλλιώς!

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Ο επαναστάτης με τη Fender

Ο επαναστάτης με τη Fender

Στα 27 του ο Τζίμι Χέντριξ ήταν ήδη θρύλος. Σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του, πολλοί τον μιμούνται, κανείς δεν τον ξεπέρασε.

Το όνειρο του Γιάννη Σπάθα (Socrates), του Αρη Τασούλη (Μπουρμπούλια), του Γιάννη Κιουρκτσόγλου, του Νίκου Δαπέρη, του Τάκη Ανδρούτσου (Πελόμα Μποκιού) και κάθε νεαρού κιθαρίστα πριν από σαράντα χρόνια ήταν να αποκτήσει μία κιθάρα Fender Stratocaster και έναν ενισχυτή Marshal 100 Watt. Δηλαδή, τα βασικά εργαλεία του Τζίμι Χέντριξ επί σκηνής.

[Ο Τζίμι Χέντριξ στο φεστιβάλ του Γούντστοκ. Στο βάθος διακρίνεται ο Μπίλι Κοξ.]
 

Περνώντας από την πιο ελαφριά ποπ στο πιο σκληρό ροκ, τα ελληνικά συγκροτήματα δέχονταν επιρροές από τους πιο εντυπωσιακούς και καινοτόμους μουσικούς. Ο Πιτ Τάουνσεντ των Who και ο Τζίμι Χέντριξ ήταν αυτοί που ξεχώριζαν περισσότερο. Οχι μόνο για τη δεξιοτεχνία τους, αλλά και για τις παραμορφώσεις που επέβαλαν στους ήχους σε συνδυασμό με τη σκηνική τους παρουσία που ξέφευγε από τα ήθη της εποχής.

Ειδικά ο Χέντριξ, που πέθανε πριν από 40 χρόνια, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1970, άλλαξε τον τρόπο που παιζόταν και ακουγόταν η ροκ μουσική. Ολοι οι κιθαρίστες είχαν σαν βάση το ριθμ εντ μπλουζ. Στην Αγγλία, οι Ερικ Κλάπτον, Τζεφ Μπεκ, Κιθ Ρίτσαρντς, Πίτερ Γκριν, Τζον Μάγιαλ, Αλέξις Κόρνερ, Τζίμι Πέιτζ και πολλοί άλλοι εμπνέονταν απεριόριστα από τον ήχο της ακουστικής κιθάρας που προερχόταν από το Δέλτα του Μισισιπή και της ηλεκτρικής από το Σικάγο. Ολοι, όμως, ήταν λευκοί. Μέχρι που εμφανίστηκε ο Χέντριξ στο Λονδίνο. Ενας κιθαρίστας που διαμόρφωσε το προσωπικό του στιλ παίζοντας κλασικό ριθμ εντ μπλουζ και ροκ εντ ρολ με τους Isley Brothers και τον Λιτλ Ρίτσαντ στην Αμερική, χωρίς να κρύβει το θαυμασμό του για τον Μπομπ Ντίλαν και τον Εντι Κόχραν.

Ενα στιλ που ταίριαζε περισσότερο σε λευκούς ακροατές, που αναγόρευαν σε ινδάλματα τους σολίστες της κιθάρας, και λιγότερο σε μαύρους που εκφράζονταν καλύτερα μέσα από τους ρυθμούς της σόουλ μουσικής και τις φωνές του Τζέιμς Μπράουν και της Αρίθα Φράνκλιν. Γι’ αυτό, το ταλέντο του Τζίμι αναγνωρίζεται πρώτα στην Αγγλία, όπου οι κιθαρίστες προσπαθούσαν να δημιουργήσουν νέες πρωτότυπες φόρμες. Ο Χέντριξ έγινε αποδεκτός και βρήκε το κατάλληλο περιβάλλον για να δείξει το ταλέντο και την ευρηματικότητά του.

Στην Αμερική, ακόμα και στους προοδευτικούς κύκλους, οι μαύροι ήταν με τους μαύρους, οι λευκοί με τους λευκούς. Στο Γούντστοκ, το 1969, ελάχιστοι ήταν οι μαύροι καλλιτέχνες στο πλουσιότατο πρόγραμμα του φεστιβάλ. Κι όταν πια εμφανίστηκε ο Χέντριξ, στο κλείσιμο του τριημέρου, είχε μείνει μόνο το ένα τρίτο των πεντακοσίων χιλιάδων θεατών. Βέβαια, αποζημιώθηκαν για την αντοχή τους, γιατί ο Χέντριξ ήταν κάτι διαφορετικό και αποθεώθηκε όταν έπαιξε τον αμερικανικό εθνικό ύμνο σε μια ελεύθερη διασκευή που αναιρούσε το μιλιταριστικό χαρακτήρα του και έκτοτε θεωρείται το απαύγασμα των μουσικών του αντιπολεμικού κινήματος.

 

Ενωσε την πολιτική με τη μουσική

Στο Λονδίνο, ο Χέντριξ απέκτησε το σταθερό περιβάλλον που του έλειπε. Εχοντας χάσει νωρίς τη μητέρα του, στα 36 της από αλκοόλ, και με τα τρία από τα τέσσερα αδέρφια του με αναπηρίες μοιρασμένα σε ορφανοτροφεία και ανάδοχες οικογένειες, ο Χέντριξ, μόλις απολύθηκε από το στρατό που είχε καταταγεί για να γλιτώσει μια καταδίκη για κλοπή αυτοκινήτων, γύριζε σε όλη την Αμερική, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο και από κλαμπ σε κλαμπ, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε διάφορα μαύρα συγκροτήματα.

Η τύχη του άλλαξε όταν ο μπασίστας των Ανιμαλς Τσας Τσάντλερ έγινε μάνατζέρ του και προσπάθησε να διοχετεύσει όλη αυτή τη δημιουργικότητα σε μια πετυχημένη καριέρα, με τη συνοδεία δύο λευκών μουσικών (Μιτς Μίτσελ και Νόελ Ρέντινγκ). Τα πρώτα δισκάκια 45 στροφών (Hey Joe, Purple Haze κ.λπ.) τον καθιέρωσαν αμέσως στην Αγγλία, ενώ στην Αμερική χρειάστηκε η επεισοδιακή του εμφάνισή στο φεστιβάλ του Monterey για να γίνει γνωστός.

Ενας μαύρος που έπαιζε ψυχεδελικό ροκ, ντυμένος χίπικα, με πολύχρωμα φαρδιά πουκάμισα και χαϊμαλιά, με δύο λευκούς μουσικούς, ήταν ανορθόδοξος ακόμα και στην πιο ανορθόδοξη περίοδο της ποπ κουλτούρας. Ολα είχαν ξαναγίνει πριν, αλλά όχι από ένα πρόσωπο. Ο Χέντριξ χρησιμοποιούσε κάθε αξεσουάρ για να παραμορφώνει τον ήχο και να τον παραποιεί με τρέμουλο και μικροφωνισμούς. Ο τεχνικός Ρότζερ Μάγερ επινοούσε εξαρτήματα που αλλοίωναν τον ήχο ειδικά για κείνον, τα οποία στη συνέχεια γίνονταν μέρος του εξοπλισμού κάθε ροκ κιθαρίστα. Ο Χέντριξ έπαιζε με την κιθάρα ανάμεσα στα πόδια ή πίσω στους ώμους, έπαιζε ακόμα και με τα δόντια, αξιοποιώντας ένα κόλπο που είχε δει να κάνουν περιθωριακοί μουσικοί του μπλουζ.

Μερικά τρικ ήταν αυθόρμητα και μερικά σκηνοθετημένα, αλλά σηματοδοτούσαν ρήξη, καθώς πολιτική και μουσική συνδέονταν. Ο Χέντριξ έσπασε αρκετές κιθάρες επί σκηνής ενισχύοντας το ριζοσπαστικό προφίλ του και μερικές τις έκαψε με βενζίνη, πριν τις μοιράσει σε μικρά κομμάτια στο κοινό. Μερικοί το θεώρησαν μαγεία, βουντού, που είχε ρίζες στις κοινότητες των μαύρων στον αμερικανικό Νότο. Και άλλοι πετυχημένο διαφημιστικό τρικ. Επίσης, ο Χέντριξ τραγουδούσε σολάροντας, ενώ συνήθως οι κιθαρίστες ακομπανιάρουν τον εαυτό τους.

Δοκιμάζοντας νέους ήχους

Ολα αυτά θα ήταν γελοία, αν δεν εναρμονίζονταν με υψηλή δεξιοτεχνία και πρωτοτυπία και δεν ενσωματώνονταν στα καταπληκτικά τραγούδια που έγραφε ο ίδιος ή διασκεύαζε με τρόπο μοναδικό. Παραμένουν μυθικές οι εκτελέσεις του Χέντριξ στα αριστουργήματα Killing Floor (Howlin’ Wolf), Rock me baby (Β.Β. King), Sg. Pepper’s (Beatles), All along the watchtower (Bob Dylan), Sunshine of your love (Cream) κ.ά. Μέχρι τότε, μόνο μουσικοί της τζαζ σαν τον Τζον Κολτρέιν έκαναν τόσους αυτοσχεδιασμούς και μόνον τραγουδιστές σαν τον Τζέιμς Μπράουν έκαναν εκρηκτικά σόου.

Ο Χέντριξ έλεγε «θέλω να κάνω με την κιθάρα μου αυτά που κάνει ο Λιτλ Ρίτσαρντ με τη φωνή του». Και ήταν τόσο αξιοθαύμαστα αυτά που άνοιξαν το δρόμο στο χαρντ ροκ, το τζαζ-ροκ και το χιπ-χοπ. Ο Μάιλς Ντέιβις, πρωτοπόρος στη μίξη τζαζ και ροκ, δεν ήταν ο μόνος καθιερωμένος μουσικός που θαύμαζε τον Χέντριξ, του οποίου η επιρροή εντοπίζεται στον Πρινς και τον Ice-Τ, αλλά κι εκεί που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Είναι πολύ χαρακτηριστική η πόζα του Γιάννη Παπαϊωάννου που κάθεται πάνω στα σπασμένα πιάτα και παίζει με το μπουζούκι πάνω στους ώμους, σαν τον Χέντριξ-σκηνή που θα επαναληφθεί από πολλούς σε συναυλίες και κέντρα διασκέδασης.

Πολλοί και διαφορετικού είδους καλλιτέχνες δελεάστηκαν από τα κομμάτια του και τα ξανατραγούδησαν με το δικό τους ύφος, υπογραμμίζοντας την αξία του ως συνθέτη. Στην Ελλάδα, οι πρωτοπόροι MGC ηχογράφησαν σε δίσκο 45 στροφών το Foxy Lady, λίγο μετά την κυκλοφορία του στην Αγγλία! Στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων, οι Cure, οι Pretenders, αλλά και ο τζαζίστας Πατ Μέθενι, έκαναν δεύτερες εκτελέσεις. Μάλιστα, ο Νάιτζελ Κένεντι, ο βιολιστής και μαέστρος που κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ πωλήσεων στην κλασική μουσική με τις «Τέσσερις Εποχές» του Βιβάλντι, διασκεύασε και ηχογράφησε έξι συνθέσεις του Χέντριξ, εξομοιώνοντάς τον με τον Μπαχ και τον Σοπέν!

Ο αναπάντεχος θάνατος του Τζίμι έδωσε λαβή για πολλές θεωρίες. Ενας συνεργάτης κατηγόρησε τον μάνατζερ Μάικ Τζέφερι ότι έβαλε να σκοτώσουν τον Χέντριξ εξαναγκάζοντάς τον να καταπιεί μεγάλες ποσότητες βαρβιτουρικών και οινοπνεύματος, κάτι που δεν απέκλεισε ο γιατρός που έκανε τη νεκροψία βρίσκοντας τεράστιες ποσότητες από κόκκινο κρασί όχι μόνο στο στομάχι και τα πνευμόνια του, αλλά και στα ρούχα και τα μαλλιά του. Η πιο στενή του φίλη Κάθι Μαίρη Ετσιγχαμ (για την οποία έγραψε και το τραγούδι The wind cries Mary) υποπτευόταν ότι η γυναίκα που ήταν μαζί του τη νύχτα της 18ης Σεπτεμβρίου 1970 έδωσε την υπερβολική δόση που ήταν μοιραία για τον μόλις 27χρονο καλλιτέχνη. Η έρευνα όμως της Σκότλαντ Γιαρντ δεν επιβεβαίωσε τις καταγγελίες και η επίσημη εκδοχή του θανάτου από αναρρόφηση δεν άλλαξε.

Στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε η θεωρία της δολοφονίας του από τις μυστικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα μετά τη δημοσιοποίηση των φακέλων του FBI που απεκάλυψαν ότι ο Χέντριξ, ο Τζιμ Μόρισον, η Τζάνις Τζόπλιν και άλλοι καλλιτέχνες που πέθαναν από μη φυσικές αιτίες, ήταν υπό παρακολούθηση είτε επειδή σχετίζονταν με το αντιπολεμικό κίνημα είτε επειδή είχαν «αποκλίνουσα συμπεριφορά» (σεξ, βία, ναρκωτικά κ.λπ.). Σ’ αυτή την πορεία πολιτικοποίησης και την επιρροή του κινήματος των Μαύρων Πανθήρων αποδίδουν ορισμένοι μελετητές την απόφασή του να δημιουργήσει, μετά τη διάλυση των Experience, ένα εξ ολοκλήρου μαύρο συγκρότημα, τους Band of Gypsys (Ορχήστρα των Γύφτων) με τον Μπίλι Κοξ και τον Μπάντι Μάιλς, τονίζοντας το χρώμα και την καταγωγή του. Μόνο οι ερωμένες του παρέμεναν λευκές!

Είναι εντυπωσιακό το απόθεμα της σύντομης καριέρας του Τζίμι Χέντριξ. Εκτός από τα τρία πρώτα LP που τον καθιέρωσαν σε διάστημα δύο ετών (1967-68), έχουν κυκλοφορήσει πάνω από εκατό δίσκοι με υλικό ηχογραφημένο σε συναυλίες, ραδιοφωνικούς σταθμούς και στούντιο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ακόμα εκπλήξεις. Ακούγοντας το πιο πρόσφατο CD «Valleys of Neptune», ο Ρον Τζέικομπς έγραψε ενθουσιασμένος ότι «ακούς τον Χέντριξ με ένα εντελώς νέο τρόπο». Ενώ άναβε φωτιές στις ζωντανές εμφανίσεις του (υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τις 500), ξημεροβραδιαζόταν στο στούντιο δοκιμάζοντας νέους ήχους. Η υπέρμετρη τελειομανία και ο ακατάπαυστος πειραματισμός, που συχνά δεν κατέληγε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, χάλασε τη συνεργασία με τον Τσάντλερ. Αυτός ήταν και ο λόγος που καταχρεώθηκε για να φτιάξει το Electric Lady Studio στη Νέα Υόρκη (το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα). Αυτή η μεγάλη κληρονομιά τον ανέδειξε στον καλύτερο ροκ κιθαρίστα όλων των εποχών από το περιοδικό «Ρόλινγκ Στόουν».

Στο Λονδίνο, η έκθεση «Ο Χέντριξ στη Βρετανία», σαράντα χρόνια από το θάνατό του, θα είναι ανοιχτή έως τις επτά Νοεμβρίου, στο σπίτι που πριν από τον Χέντριξ έμενε ο συνθέτης Γεώργιος Φρειδερίκος Χέντελ. Και στο Σιάτλ, τη γενέτειρα του Τζίμι, το χάι-τεκ μουσείο μουσικής που δημιούργησε ο συνιδρυτής της Microsoft Πολ Αλεν για να τιμήσει το ίνδαλμά του, ξεπέρασε σε κόστος τα 100 εκατομμύρια δολάρια! Για πολλούς ανθρώπους, ο Τζίμι Χέντριξ είναι πράγματι αθάνατος! *

* Περισσότερες λεπτομέρειες για το στούντιο του Τζίμι Χέντριξ και τη σημερινή του κατάσταση στο ένθετο των «New York Times» στη σελίδα 14.
 
 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά, Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Pop porn

Pop porn

«Η γυναίκα είναι γυμνή ή έτσι φαίνεται. Μόνο ένα κορμάκι στο χρώμα του δέρματος καλύπτει το σώμα της. Τα μακριά ξανθιά μαλλιά της πέφτουν στην πλάτη της. Είναι μέσα σ’ ένα κλουβί και τα δάχτυλά της γλιστράνε προκλητικά μέσα κι έξω από το στόμα της. Είναι σκηνή από μια συνηθισμένη πορνό ταινία; Δυστυχώς, όχι. Η γυναίκα είναι η Σακίρα, ποπ σουπερστάρ και τέταρτη πλουσιότερη τραγουδίστρια στον κόσμο», γράφει η Λιζ Τζόουνς στη «Ντέιλι Μέιλ».

Γυναίκες με στρινγκάκια, κολλητές δερμάτινες φόρμες, λεοπαρδαλέ κοστούμια, βρεμένες μπλούζες, σφιχτούς κορσέδες, διχτυωτές κάλτσες, τόπλες, ψηλά τακούνια και μπότες, σε όλες τις στάσεις και θέσεις, στο πίσω κάθισμα πολυτελών αυτοκινήτων, σε μεγάλα κρεβάτια, αχυρώνες, πλυντήρια, ντουζιέρες, νεκροταφεία, αμμουδιές και δωμάτια ξενοδοχείων, δεν γυρίζουν ταινίες για μεγάλους, αλλά βιντεοκλίπ με τα καινούρια τους τραγούδια. Ντυμένες σαν γάτες, τίγρεις ή σκλάβες, αλυσοδεμένες, με κολάρα, μάσκες, μαστίγια, γραβάτες, γάζες, σπαθιά και πυροβόλα όπλα, φιλιούνται, ψευτοσυνουσιάζονται και χαϊδεύονται μόνες ή με πολλούς/ πολλές παρτενέρ σε φυλακές, σχολεία, μοτέλ, ασανσέρ και πισίνες. Τα σώματα ημίγυμνα ή ολόγυμνα. Ολα τα ερωτικά φετίχ που προέρχονται από την πορνογραφία ταυτίζονται με τα τραγούδια και τις γυναίκες που τα ερμηνεύουν στις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Και, κατά προέκταση, στις μουσικές σκηνές και τις εξέδρες των συναυλιών που θυμίζουν υπαίθρια στριπτιζάδικα, όταν η τραγουδίστρια «χορεύει» γύρω από μία κάθετη μεταλλική μπάρα ντυμένη και βαμμένη σαν πορνοστάρ!

Οταν ο Ελβις ήταν… προκλητικός

Το 1989, όταν η Σερ γύρισε ένα βιντεοκλίπ στο καταδρομικό «Μισούρι», καθισμένη πάνω σ’ ένα γιγάντιο κανόνι τριγυρισμένη από εκατοντάδες ναύτες, το MTV αρχικά έκοψε το βίντεο γιατί η 43χρονη τραγουδίστρια φορούσε πολύ λίγα ρούχα και έδειχνε το τατουάζ της πεταλούδας στον πισινό της. Σήμερα, αυτά τα βίντεο δεν προκαλούν αντιδράσεις, γιατί έτσι είναι πια η ποπ μουσική, γράφει ο Τζόνι Ντι.

Ανέκαθεν υπήρχαν σέξι τραγουδιστές και τραγούδια με υπονοούμενα, αλλά στο επίκεντρο της παραγωγής παρέμεναν τα τραγούδια. Οι κινήσεις του Ελβις θεωρούνταν προκλητικές, αλλά χωρίς τα καταπληκτικά τραγούδια δεν θα βοηθούσαν την καριέρα του. Ακόμα και το αισθησιακό «Je t’ aime, moi non plus» του Σερζ Γκένσμπουργκ με την Τζέιν Μπίρκιν στη δεκαετία του 1970, αποτελούσε εξαίρεση.

Το βίντεο και το MTV διευκόλυναν τη μετάλλαξη της μουσικής βιομηχανίας. Το τραγούδι θα ακολουθούσε τις ανάγκες της διαφήμισης και του μάρκετινγκ. Από το 1981, το MTV «δημιούργησε σταδιακά τη δική του «αισθητική», η οποία επεκτάθηκε στη διαφήμιση, τις ταινίες και την εμπορική τηλεόραση», γράφει η ερευνήτρια Σέρι Καθλίν Κόουλ. «Το MTV από μέσο για την προώθηση διαφόρων προϊόντων έγινε το ίδιο ένα προϊόν το οποίο μπορεί να περνάει μηνύματα και ως εκ τούτου ιδεολογία στο μαζικό του ακροατήριο», υποστηρίζει ο καθηγητής στο τμήμα επικοινωνίας του πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης Σατ Τζάλι.

Σ’ αυτό το τοπίο, τίποτα δεν αποκλείεται. Οι απαγορεύσεις κάποιων βίντεο με σεξιστικό περιεχόμενο εξασθενούσαν καθώς η βιομηχανία έριχνε όλο και περισσότερο σεξ στην εικόνα, με τη συμβολή των ίδιων των καλλιτεχνών. Ηταν θέμα χρόνου η κατάργηση των περιορισμών και η εμπλοκή του τραγουδιού με τα στερεότυπα της πορνογραφίας. Στο βίντεο του τραγουδιού «Κορίτσια σε ταινία» που καθιέρωσε τους Duran Duran στην Αμερική, η κάμερα δείχνει περισσότερο κάποια ιδιαίτερα μέρη του γυναικείου σώματος. «Η γυναίκα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα πλήρες άτομο, αλλά ως μία συλλογή «τμημάτων» που προσφέρονται για σεξουαλική χρήση», τονίζει η Κόουλ. Σε έρευνα του Συμβουλίου Γονέων για την Τηλεόραση, σε 71 ώρες προγράμματος του MTV, καταγράφηκαν 1.548 σεξουαλικές σκηνές με 3.056 εικόνες σεξ ή γυμνού, δηλαδή μία σεξουαλική σκηνή κάθε 6,6 λεπτά. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, το MTV μπαίνει σε 10 εκατ. σπίτια και παρακολουθείται από το 73% των αγοριών και το 78% των κοριτσιών από 12 ετών και πάνω.

Σημαντικότατο ρόλο, σύμφωνα με τη Μέρεντιθ ΛεΒάντ, έπαιξαν οι νομοθετικές αλλαγές στις ΗΠΑ που επέτρεψαν την πολλαπλή ιδιοκτησία μέσων ενημέρωσης και ευνόησαν την «κανονικοποίηση» της πορνογραφίας. Εταιρείες με μεγάλη εμβέλεια μπήκαν χοντρά στην πορνογραφία. ΑΤ&Τ, Yahoo!, Marriott, Hilton, AOL Time Warner, General Motors και Fox-DirecTV του Μέρντοχ προβάλλουν την πορνογραφία σε εκατομμύρια σπίτια. Μία βιομηχανία που ήταν παράνομη νομιμοποιήθηκε και καλλιέργησε το μείγμα ποπ και πορνό κουλτούρας. Οι συντηρητικοί ενοχλούνται από την προβολή του σεξ, αλλά δεν νοιάζονται καθόλου για τη χρήση της γυναίκας ως αντικειμένου. Εξάλλου, οι θρησκόληπτοι αποτελούν κρυφίως τους καλύτερους πελάτες της βιομηχανίας πορνό. Η γυναίκα, έτσι κι αλλιώς, είναι κατώτερη από τον άντρα.

Η Μαντόνα είναι βασικός φορέας των αλλαγών στη σχέση της μουσικής με την εικόνα και στο ρόλο της γυναίκας ποπστάρ. Απελευθερώνεται η γυναίκα δείχνοντας δημόσια και χρησιμοποιώντας σεξουαλικά το σώμα της ή υποβαθμίζεται σε αντικείμενο χρήσης; Τα τραγούδια έχουν αυτοτελή αξία ή απλώς υπηρετούν την εικόνα; Τα ερωτήματα αυτά συνεχίζουν να απασχολούν τους κοινωνιολόγους, τους μουσικολόγους και τις φεμινίστριες που εμφανίζονται διχασμένες.

«Η «μουσική» δεν πουλάει τη μουσική», υποστηρίζει η νεαρή μπλόγκερ Τζέσικα Αστρονοτ. «Η ποπ είναι προϊόν που ελέγχεται από κάποιον άντρα σ’ ένα γραφείο. Ο μόνος τρόπος που αντιλαμβάνεται για να πουλήσει τη μουσική είναι να πουλάει το γυναικείο σώμα. Το σεξ πουλάει… Παρακολουθώντας τα μουσικά βίντεο είναι σχεδόν το ίδιο με το να παρακολουθείς μαλακό πορνό. Οι γυναίκες αντικειμενοποιούν τους εαυτούς τους». Πράγματι, οι τραγουδίστριες συναινούν, για δόξα και λεφτά.

Ως «το ακουστικό ισοδύναμο της σκληρής πορνογραφίας» χαρακτηρίστηκε το άλμπουμ της Τζάνετ Τζάκσον «Damita Jo», με το τραγούδι «Sexhibition». Η Τζάκσον είχε προκαλέσει σκάνδαλο όταν κατά τη διάρκεια της εμφάνισής της στον τελικό του αμερικανικού ποδοσφαίρου βγήκε στιγμιαία (και τυχαία;) το στήθος της σε κοινή θέα ενώπιον δεκάδων εκατομμυρίων τηλεθεατών, την ώρα που ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ τραγουδούσε «θα σε έχω γδύσει μέχρι να τελειώσει αυτό το τραγούδι».

Το σαδομαζοχιστικό «Justify my love» της Μαντόνα είναι σχεδόν ξεχασμένο, το μοντέλο της όμως κυριάρχησε.

Η Αλάνις Μορίσετ πηγαίνει μισόγυμνη για ψώνια, η Λέιντι Γκάγκα αναπαριστά αυνανισμό πάνω σε μοτοσικλέτα υπό τα όμματα επτά αντρών, η Αλέσα Ντίξον τραγουδάει φορώντας τα εσώρουχα για εξώρουχα και η Ερικα Μπαντού κάνει στριπτίζ περπατώντας στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Τζον Κένεντι.

Μπιγιονσέ, Σίντι Λόπερ, Κάτι Πέρι, Τζένιφερ Λόπεζ, Μπρίτνεϊ Σπίαρς, Girls aloud και άλλες τραγουδίστριες με τις προκλητικές εμφανίσεις τους. Ακόμα και η Μπιορκ εμφανίζεται μισοντυμένη στο «Pagan Poetry». Μόνο γυναίκες νέες, όμορφες και διαθέσιμες. Οι άλλες στην πυρά.

Αλλά και άντρες χρησιμοποιούν τα γυναικεία σώματα. Η Τζίντζερ Λιν Αλεν υποδύεται την πόρνη σε βίντεο των Metallica και η Τερέζα Μέι μία στριπτιζέζ σε τραγούδι των Prodigy. Το στριπτίζ είναι συνηθισμένο, από τον ράπερ 50 Cent ώς τους Massive Attack. Και δεν λείπουν ούτε οι σκηνές επίδειξης από τους καλλιτέχνες. Ο Ρόμπι Ουίλιαμς συμμετέχει σε αναπαράσταση ομαδικού σεξ, όπως και ο Jadakiss. Οι Hollywood Undead «παίζουν» με γυμνά κορίτσια, οι Placebo οργανώνουν όργιο και ο Μάνσον δείχνει τα γεννητικά του όργανα, ενώ οι Rammstein τα καλύπτουν με τα μουσικά τους όργανα και σε άλλο βίντεο επιδίδονται σε σκληρό σεξ.

Η απόσταση ώς την ενεργή συμμετοχή των αυθεντικών πορνοστάρ έχει ήδη καλυφθεί. Στις γνωστότερες, όπως η Ιντια και η Σκάι Λόπεζ, μη εξαιρουμένης της Πάρις Χίλτον, προστέθηκε «μία ροκ εν ρολ τύπισσα, η Σάσα Γκρέι, πριγκίπισσα του πορνό», γράφει ο Ντάνιελ Κρεπς στο περιοδικό «Ρόλινγκ Στόουν». Μόλις 22 ετών, από αμερικανίδα μητέρα και έλληνα πατέρα, η Μαρίνα Αννα Χατζή δήλωσε στη δημοσιογράφο Βανέσα Γρηγοριάδη ότι θεωρεί το πορνό απελευθερωτικό για τη γυναίκα, είναι αντιρατσίστρια και θαυμάζει τον Τσε και τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ!

Σεξουαλικές εικόνες και βία

Αυτό το φαινόμενο, που από περιστασιακό έγινε κανόνας, απέκτησε μιμητές σε όλο τον κόσμο, από τη Τζούλια ώς τη Βουλγάρα Γκεργκάνα. Μάλιστα, οι μέινστριμ καλλιτέχνες που παίζουν το χαρτί του σεξ απολαμβάνουν προνόμια. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις ενδυματολογικές προτιμήσεις της Βανδή, της Κοκκίνου και παλιότερα της πρωτοπόρας Αντζελας Δημητρίου. Η κρατική ΕΡΤ και η εταιρεία αναψυκτικών που τον χρυσοπλήρωσε για τα διαφημιστικά αποθέωσαν τον Σάκη Ρουβά που προκαλεί τα πιτσιρίκια με εμφανίσεις αλά Μάικλ Τζάκσον που χορεύοντας δεν παρέλειπε να επιδεικνύει και τα γεννητικά του όργανα.

Με 226.000 πράξεις βίας σε βάρος γυναικών ετησίως (2009) και 11.648 βιασμούς (2008), το υπουργείο Εσωτερικών της Βρετανίας ανέθεσε μία έρευνα στην ψυχολόγο δρα Λίντα Παπαδοπούλου, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση των σεξουαλικών εικόνων συνδέεται με τη βία εναντίον των γυναικών και την εμφανίζει ως κανονική συμπεριφορά.

Οι εικόνες αυτές έχουν επιπτώσεις στους νέους, που μιμούνται τα πρότυπα. «Εάν παρατηρήσεις μια Παρασκευή βράδυ τις γυναίκες που παρελαύνουν στο κέντρο των πόλεων της Βρετανίας, θα δεις πόσο παίρνουν τοις μετρητοίς τα ντυσίματα και τα μακιγιαρίσματα των τραβεστί και των πορνών που βλέπουν στις οθόνες τους», επισημαίνει η Λιζ Τζόουνς. «Ακόμα και στο σχολείο προσπαθούν να μιμούνται τις εμφανίσεις της Μπιγιονσέ», προς μεγάλη ικανοποίηση των εταιρειών ένδυσης και καλλωπισμού που, διαφημίζοντας τα προϊόντα τους με «δάνεια» από την πορνογραφία, διευρύνουν ηλικιακά την πελατεία τους, πουλώντας σουτιέν, δαντελωτά εσώρουχα, κρέμες και κολόνιες σε όλο και μικρότερα παιδιά.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 25 Ιουλίου 2010