Αυτός ο άψογος, άψυχος ήχος

Αυτός ο άψογος, άψυχος ήχος

Σαράντα χρόνια μετά την έκδοση του «Sgt. Pepper’s» των Beatles, δίσκου-σταθμού στην ιστορία του ροκ, τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν ξανά με σύγχρονους καλλιτέχνες χρησιμοποιώντας όμως την τεχνολογία της δεκαετίας του ’60. Αναλογική μαγνητοταινία και τετρακάναλη κονσόλα ήχου. Οπως το ηχογράφησαν τα τέσσερα «σκαθάρια», παίζοντας όλοι μαζί. Οι νέοι μουσικοί δυσκολεύτηκαν πολύ να ανταποκριθούν! Εχουν μάθει να ηχογραφούν ο κάθε μουσικός ξεχωριστά και μετά να αναλαμβάνουν οι τεχνικοί τα υπόλοιπα.

Στην ψηφιακή τεχνολογία, όλες οι αρχικές ηχογραφήσεις μπορούν να διορθωθούν μετά την ηχογράφηση. Ακόμα και τα φάλτσα επιδιορθώνονται ψηφιακά. Ο παραγωγός και ο τεχνικός ήχου συχνά χρησιμοποιούν την αρχική ηχογράφηση μόνον ως πρόπλασμα. Κιθάρες, βιολιά, τύμπανα και φωνές υφίστανται άπειρες μεταλλάξεις. Και μετά, αν το αποτέλεσμα είναι εμπορικά επιτυχές, ο τραγουδιστής ερμηνεύει εφεξής το κομμάτι όπως αυτό φτιάχτηκε στο στούντιο και όχι όπως αυτός αρχικά το ερμήνευσε! Πρώτη σημαντική απώλεια είναι ο αυθορμητισμός. Δεύτερη, η παραμόρφωση.

Ο Γκρεγκ Μίλνερ, στο νέο βιβλίο του «Perfecting sound forever» (εκδόσεις «Granta»), ξεκινάει από τον Εντισον και καταλήγει στους τεχνικούς της ψηφιακής εποχής, οι οποίοι με την εξέλιξη της τεχνολογίας άλλαξαν τη μουσική.

 

 

Δυνατά, πάση θυσία

 

Το CD άλλαξε τις προδιαγραφές αποθήκευσης και αναπαραγωγής τού ήχου. Εχει μεγαλύτερη διάρκεια από το δίσκο βινυλίου 33 στροφών και μεγαλύτερο εύρος στις δυναμικές του ήχου. Τα μπάσα και τα πρίμα δεν στριμώχνονται όπως στα αυλάκια του βινυλίου. Αλλά οι δυνατότητες αυτές, στα ανθρώπινα χέρια και τις εμπορικές επιδιώξεις, δεν βελτιώνουν πάντα τη μουσική. Ιδίως από τη δεκαετία του ’90, με τη χρήση ειδικών προγραμμάτων, το ηχητικό προϊόν των ηχογραφήσεων προσαρμόζεται στις ανάγκες του εμπορίου με τρόπο πρωτόγνωρο. Για να ακούγεται πιο δυνατά και χωρίς «κενά», «παύσεις» και «χαμηλόφωνα σημεία» από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τα μηχανήματα αναπαραγωγής, η μουσική υφίσταται βαθιές αλλοιώσεις.

Ενας από τους τεχνικούς που διαμορφώνουν αυτό το νέο άκουσμα, ο Βλάντο Μέλερ, υποστηρίζει με ζήλο ότι «η σημερινή γενιά θέλει να ακούει τα CD δυνατά». Αντιθέτως, μερικοί πρωτοπόροι της τεχνολογίας που εφηύραν αυτά τα προγράμματα επεξεργασίας του ήχου, όπως ο Μάικ Ντόροου, αποσύρθηκαν απογοητευμένοι από τις καταχρήσεις που οδήγησαν στην «καταστροφή της μουσικής». Αυτός ο δυνατός ήχος, που έχει επικρατήσει στη συντριπτική πλειονότητα των ηχογραφημάτων, είναι τεχνητός και επιτυγχάνεται ακυρώνοντας όλες τις εσωτερικές ισορροπίες των μουσικών κομματιών. Εισαγωγές, σιγανά σημεία και ανάσες καταργούνται. Εξισώνονται ψηφιακά και ακούγονται το ίδιο δυνατά, ισοπεδώνοντας ακουστικά το σύνολο ενός κομματιού.

Εξαιτίας του τρομερού ανταγωνισμού στις ραδιοσυχνότητες, αυτή η τεχνική εφαρμόστηκε κατά κόρον στο αμερικανικό ραδιόφωνο. Με ψηφιακά προγράμματα, όλα τα μουσικά κομμάτια εξισώνονται ακουστικά καθώς μεταδίδονται ραδιοφωνικά. Επίπεδα και δυνατά, χωρίς χαμηλόφωνα και υψηλόφωνα σημεία. Για να μη χάνει ο ακροατής ούτε για ένα δευτερόλεπτο το ισχυρό σήμα του σταθμού.

Το ίδιο γίνεται και στους δίσκους και ιδίως στα παλιά τραγούδια που επανεκδίδονται από βινύλιο σε CD. Ειδικά στην Ελλάδα, συνήθως, όπου αναγράφεται remastering σημαίνει ότι έχει «πειραχτεί» το αυθεντικό ηχογράφημα για να ακούγεται πιο δυνατά και πιο «ισόπεδα». Συμπιέζουν προς τα κάτω τις υψηλές συχνότητες και ενισχύουν προς τα πάνω τις χαμηλές, μέχρι να δημιουργήσουν έναν ακουστικό μέσο όρο, τον οποίο εν συνεχεία ανεβάζουν πολύ σε ένταση. «Είμαστε περικυκλωμένοι από μουσική που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να φωνάζει», γράφει ο Μίλνερ.

Οι σημερινοί καλλιτέχνες, σε όλα τα είδη της μουσικής, προσαρμόστηκαν και πολλοί υπερέβαλαν, όπως οι Μετάλικα και οι Ρεντ Χοτ Τσίλι Πέπερς που ανήγαγαν την παραμόρφωση σε επιστήμη, αμφότεροι με παραγωγό τον Ρικ Ρούμπιν.

Αλλοι, όμως, τραγουδοποιοί φρικάρανε με τις παρενέργειες της ψηφιοποίησης της μουσικής. «Αυτή η ευρέως διαδεδομένη έλλειψη δυναμικής έκτασης δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της μουσικής. Η δυναμική έκταση είναι ένας από τους παράγοντες που κάνουν τη μουσική μια μαγική εμπειρία», γράφει ο Μίλνερ.

Μουσική για καφετέριες

Αλλά οι παραγωγοί σε συνεργασία με τους τεχνικούς και με τη συναίνεση των καλλιτεχνών που επιζητούν πάση θυσία την εμπορική επιτυχία, διαμορφώνουν τον ήχο των τραγουδιών σύμφωνα με τις ανάγκες του λάιφ στάιλ. Τα τραγούδια κατασκευάζονται για να παίζονται σε μπαρ και φουαγιέ ξενοδοχείων, αυτοκίνητα που κινούνται, τρένα και μετρό, κυλιόμενες σκάλες και καφετέριες, χώρους με πάσης φύσεως θορύβους. Ομως, αυτός ο «πόλεμος του δυνατού ήχου» για την επιβολή στον ακροατή, θυμίζει σε μερικούς την περίφημη ρήση του Χίτλερ ότι δεν θα είχε κατακτήσει τη Γερμανία χωρίς τα μεγάφωνα!

Ακόμα χειρότερα, το τραγούδι σε μορφή Mp3 έχει μόλις το 10% της ψηφιακής πληροφορίας που έχει το ίδιο κομμάτι στο CD! Ετσι, κατεβαίνουν εύκολα και γρήγορα στον υπολογιστή και χωράνε χιλιάδες κομμάτια σε ένα μικροσκοπικό iPod. Ο Μπομπ Ντίλαν έχει απορρίψει αυτή την ηχητική πτώχευση που υποβαθμίζει την ποιότητα της μουσικής και την αισθητική των ακροατών και ο Νιλ Γιάνγκ δήλωσε στους «Los Angeles Times» ότι «η Apple μετέτρεψε τη μουσική σε χαρτί ταπετσαρίας»! Μελέτες δείχνουν ότι οι πιο σταθερές και πιο μεγάλες πωλήσεις σε διάρκεια επιτυγχάνονται από δίσκους που έχουν ηχογραφηθεί με την παλιά τεχνολογία, αναφέροντας τους Eagles, τους Led Zeppelin κ.ά. Το παλιό είναι αλλιώς!

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Advertisements

Τέχνη και Αριστερά: 50 χρόνια από τον Επιτάφιο

Τέχνη και Αριστερά:  50 χρόνια από τον Επιτάφιο

Χιώτης, Θεοδωράκης, Μπιθικώτσης – Στην ηχογράφηση του «Επιτάφιου» (φωτογραφία: Τάκης Πανανίδης)
 

Η συμπλήρωση 50 χρόνων από την κυκλοφορία του Επιταφίου, σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση του Γιάννη Ρίτσου δίνει την ευκαιρία για μια σύντομη και μερική καλλιτεχνοπολιτική ανασκόπηση της εποχής αυτής, που ανοίγει με την εντυπωσιακή επιτυχία της ενιαίας Αριστεράς στις εκλογές του 1958, σε πλήρη αντίθεση με την εξωφρενική πολυδιάσπασή της στις τωρινές εκλογές για την Αυτοδιοίκηση.

 

Ανασυγκρότηση της Αριστεράς

Η δεκαετία του ’50 είναι ασφυκτική για την Αριστερά. Οι συνέπειες της βαριάς ήττας του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο 1946-49 είναι πολλαπλές. Μέχρι το 1954 συνεχίζονται οι πανηγυρικές εκτελέσεις κομμουνιστών, με γνωστότερες αυτές των Μπελογιάννη-Πλουμπίδη. Όσοι από την αφρόκρεμα των αγωνιστών δεν έπεσαν στα πεδία των μαχών και δεν εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, βρίσκονται στις φυλακές, στις εξορίες μέσα κι έξω από την Ελλάδα, ή στην παρανομία. Μπορεί τα όπλα να μην ήταν πια παραπόδα, όμως, η καταδιωκόμενη Αριστερά ξεκίνησε πολύ γρήγορα την ανασυγκρότησή της, όχι σαν αίρεση, αλλά σαν κίνημα λαού, σε όλα τα επίπεδα. Η κατάσταση ήταν πάρα πολύ δύσκολη αν σκεφτεί κανείς ότι οι Αμερικάνοι κυβερνούσαν τη χώρα με σιδηρά πυγμή διά των προθύμων να τους υπηρετήσουν πολιτικών στους οποίους ανέθεταν ρόλους, από τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο ώς τον Γεώργιο Παπανδρέου, ελέγχοντας πλήρως τον στρατό, την αστυνομία-χωροφυλακή και το δικαστικό σώμα. Επίσης, με τα κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ διαμόρφωναν την άρχουσα οικονομική τάξη της χώρας, εξαρτημένη, μεταπρατική και υποστηρικτική της πολιτικής κάστας στην οποία ανατέθηκε η διακυβέρνηση της χώρας.

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς δεν ήταν μόνο οργανωτική. Οργανωτικά, οδήγησε στην έκπληξη του 1958, όταν η ΕΔΑ, ουσιαστικά μετωπική οργάνωση του παράνομου ΚΚΕ, διευρυμένη από προοδευτικούς πολίτες του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου, απέσπασε το εντυπωσιακό 24,4% στις εκλογές, έβγαλε 79 βουλευτές και ανακηρύχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση!

Πολιτισμική αναγέννηση

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς ήταν εξίσου πολιτισμική. Μετά τον πόλεμο, σε συνθήκες αυστηρής λογοκρισίας, είχε εκ νέου αναπτυχθεί αυθόρμητα η λαϊκή κουλτούρα. Μέσα από τα τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Καλδάρα, Μπακάλη, Παπαϊωάννου κ.ά., εκφράζονταν τα λαϊκά στρώματα σε όλη την Ελλάδα. Ο κατατρεγμός, η φτώχεια, οι διακρίσεις, η μετανάστευση, ο έρωτας, η βιοπάλη, το περιθώριο, καταγράφονταν μέσα από τα λαϊκά τραγούδια που στο σύνολό τους δίνουν την εναργέστερη κοινωνική εικόνα της εποχής. Παράλληλα, αναπτύσσονταν οι πολιτισμικές συνιστώσες της λόγιας παράδοσης και εισάγονταν αφομοιώσιμα στοιχεία από την ανατολική και δυτική Ευρώπη και την Αμερική, δημιουργώντας νέες συνθέσεις, νέα ρεύματα, νέες τεχνοτροπίες και νέες συνισταμένες.
Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο ρόλος της Αριστεράς είναι καθοριστικός, γιατί η Αριστερά είναι φορέας ιδεών ανατρεπτικών, έχει ιδανικά, βρίσκεται σε συνεχή τριβή και αναζήτηση και είναι δραστήρια και δημιουργική. Κινητοποιεί όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά και όλες τις κοινωνικές δυνάμεις και τα άτομα που αναζητούν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Η Αριστερά προσφέρει πρώτη ύλη, αλλά και πρόθυμους αποδέκτες της καλλιτεχνικής και πνευματικής παραγωγής.
Στον τομέα του πολιτισμού, από τα πιο αξιοσημείωτα είναι τρία εφαπτόμενα φαινόμενα που βάζουν τη σφραγίδα τους στην εποχή της ανασυγκρότησης: α) Η μελοποίηση των ποιημάτων, β) ο γάμος της λαϊκής τέχνης με την έντεχνη δημιουργία και γ) ο αρραβώνας των αριστερών διανοουμένων και καλλιτεχνών με τους σημαντικότερους εκπροσώπους μιας υπό διαμόρφωση αστικής κουλτούρας. Και αυτά τα φαινόμενα βρίσκουν την πληρέστερη και διαρκέστερη έκφρασή τους -τρία σε ένα- μέσα από τον Επιτάφιο και τη μουσική που εν συνεχεία καθιερώθηκε να την αποκαλούμε έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

 

Αριστεροί και δεξιοί ψάλτες

Το 1960, για τη δημιουργία του Επιταφίου συντελούν -με όρους πολιτικούς- αριστεροί και δεξιοί «ψάλτες». Βασικοί πρωταγωνιστές ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Ρίτσος συνεπικουρούμενοι από τους Μάνο Χατζιδάκι, Νάνα Μούσχουρη, Μανώλη Χιώτη, Γρηγόρη Μπιθικώτση και Τάκη Β. Λαμπρόπουλο.

Ο πρώτος Επιτάφιος ενορχηστρώνεται από τον Χατζιδάκι και ερμηνεύεται από τη Μούσχουρη στο ύφος του ελαφρού ευρωπαΐζοντος ελληνικού τραγουδιού. Το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο, διευθυντή της Κολούμπια και σπουδαίο παραγωγό. Έτσι, συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο για τη δισκογραφία που ανοίγεται πολύ επιλεκτικά και προσεκτικά στο νέο για την Ελλάδα φορμάτ του δίσκου μακράς διαρκείας. Μέσα σε λίγες βδομάδες το ίδιο έργο ηχογραφείται ξανά με διαφορετική λογική και αισθητική, σε διαφορετική εταιρία δίσκων. Οι δεύτερες εκτελέσεις καινούργιων τραγουδιών που κυκλοφορούν σε δισκάκια 45 στροφών είναι ρουτίνα, αλλά στις 33 στροφές είναι τολμηρό. Ο δημιουργικός Λαμπρόπουλος το πραγματοποιεί. Ο δεύτερος Επιτάφιος έχει διαφορετικό καλλιτεχνικό σχήμα και προσανατολισμό.

Στη λαϊκή μουσική υπάρχει, με σημερινή γλώσσα, μια τεράστια βάση δεδομένων από την οποία μπορεί κάποιος γνώστης με ταλέντο να αντλήσει ανεξάντλητο υλικό για ανασύνθεση. Ο Λαμπρόπουλος, σαν σκηνοθέτης, κάνει το κάστινγκ του νέου εγχειρήματος και ζητάει από τον Χιώτη να αναλάβει τη μορφοποίηση των μελωδιών του Θεοδωράκη με τη συνδρομή του Μπιθικώτση. Ο Χιώτης δέχεται την πρόκληση και ο Μπιθικώτσης πείθεται χωρίς να αντιλαμβάνεται ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Όπως έχει ομολογήσει, ο συνθέτης του Τρελοκόριτσου αισθανόταν μάλλον άβολα με το είδος αυτό του τραγουδιού, που ήταν διαφορετικό από το ρεπερτόριό του. Ας σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή ο Μπιθικώτσης ηχογραφεί, μεταξύ άλλων, τη Φραγκοσυριανή του Μάρκου Βαμβακάρη με πολύ μεγάλη επιτυχία. Το τελικό αποτέλεσμα του δεύτερου Επιτάφιου ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο, η απήχησή του είναι σαφώς μεγαλύτερη από τη χατζιδακική εκδοχή και έτσι ξεκινάει ένα ολόκληρο κίνημα μουσικής που γεννιέται από το πάντρεμα του λαϊκού στοιχείου με το λόγιο.

Αυτή η πρόσμειξη δεν είναι εντελώς πρωτότυπη, αλλά έχει σημαντικά καινούρια χαρακτηριστικά. Έχει προηγηθεί ο Χατζιδάκις με το Γαρύφαλλο στ’ αφτί ο οποίος ,μάλιστα, ταυτόχρονα με τον Επιτάφιο, κάνει παγκόσμιο χιτ με τα Παιδιά του Πειραιά, αλλά εν γένει τα κομμάτια του σκόπιμα απέχουν υφολογικά από τα λαϊκά τραγούδια της εποχής. Ακόμα και οι διασκευές των ρεμπέτικων από τον Χατζιδάκι είναι σε ορχηστρική μορφή και ξεφεύγουν από το λαϊκότροπο παίξιμο.

Ο ρόλος του Μανώλη Χιώτη

Ο Μίκης υιοθετεί πιο λαϊκές φόρμες, πιο κοντά στο κυρίαρχο είδος του λαϊκού τραγουδιού της εποχής. Επειδή δε ο ίδιος έχει δυτική μουσική παιδεία και δεν γνωρίζει καλά-καλά το ιδίωμα, αναλαμβάνει ο Χιώτης την «προσαρμογή», ένας από τους πληρέστερους καλλιτέχνες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ο Λαμπρόπουλος γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Χιώτης είναι ανοιχτών οριζόντων και ρηξικέλευθος, έχοντας ήδη κάνει μία επανάσταση στο λαϊκό τραγούδι, αντικαθιστώντας το τρίχορδο μπουζούκι με το τετράχορδο, εισάγοντας νέους ρυθμούς και εμφανιζόμενος όρθιος στην πίστα αντί καθιστός -ως είθισται- στην καρέκλα του πάλκου. Είναι εξαίρετος συνθέτης ρεμπέτικων, λαϊκών και ελαφρών τραγουδιών και μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, με δικό του ήχο και στυλ. Δηλαδή, ο καταλληλότερος μουσικός για να μπορέσει ο Θεοδωράκης να βρει έναν καινούργιο δρόμο εντάσσοντας τις θαυμάσιες μελωδίες του στο δημοφιλέστερο είδος μουσικής το οποίο όμως δεν κατέχει. Ακούγοντας τις εισαγωγές και τα σόλο του Χιώτη, στα πρώτα τραγούδια του Θεοδωράκη, αντιλαμβάνεται κανείς το ρόλο του στη διαμόρφωση του τελικού ακούσματος. Τα «λαϊκοποιεί» διατηρώντας την «ελαφρότητα» που είναι πλησιέστερη στην αισθητική του Θεοδωράκη. Στα τραγούδια του Μίκη, στους δίσκους Επιτάφιος, Αρχιπέλαγος, Λιποτάκτες, Πολιτεία και στις πρώτες συναυλίες στο «Κεντρικόν», το 1961, ο Μανώλης Χιώτης βάζει τη σφραγίδα του προτού παραδώσει τη σκυτάλη στο δίδυμο Κώστα Παπαδόπουλου-Λάκη Καρνέζη και στον άλλο μεγάλο συνθέτη και βιρτουόζο Γιώργο Ζαμπέτα. Αλλά, πολύ σημαντικός στη διαμόρφωση του νέου ήχου, χάρη στον Λαμπρόπουλο, είναι και το μεγαθήριο της εποχής Στέλιος Καζαντζίδης, που ερμηνεύει τραγούδια του Μίκη μαζί με την παρτενέρ του Μαρινέλα, ενώ ο Χιώτης έχει κοντά του τη Μαίρη Λίντα.

 

(Σκίτσο του Μποστ – Για τη συναυλία του Μ. Θεοδωράκη στο «Κεντρικόν»,  1961)

 

Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και ποιητές

Πολλά τραγούδια του Θεοδωράκη έχουν πολιτικό υπόβαθρο, κάτι που δεν συμβαίνει με τα τραγούδια του Χιώτη ή του Χατζιδάκι. Ο Μίκης έχει ξεκινήσει συνθέτοντας για πιάνο και βιολί, αλλά η κλασική ή κλασικίζουσα μουσική δεν βοηθάει την επικοινωνία με πλατιά κοινωνικά στρώματα, ούτε τη διάδοση των πολιτικών ιδεών της Αριστεράς. Ο δρόμος που στρώνει ο Λαμπρόπουλος με τον Χιώτη και τον Μπιθικώτση είναι φαρδύτερος και διεισδυτικότερος. Και, βέβαια, ο θαυμάσιος Ρίτσος προσφέρεται για λαϊκά τραγούδια γιατί γράφει (και) απλά και κατανοητά.
Ο Μίκης έπεται του Χατζιδάκι και στη μελοποίηση ποιημάτων. Στην μεταπολεμική Ελλάδα, η μελοποίηση των ποιημάτων ακολουθεί το ρεύμα των Γάλλων τροβαδούρων, Λεό Φερέ, Μπρασένς κ.ά. που μελοποιούν ποιήματα των Ρεμπό, Μποντλέρ, Βιγιόν, Απολινέρ, Αραγκόν, Βερλέν κ.λπ. Εξάλλου, το έδαφος είναι πολύ πρόσφορο γιατί υπάρχει πολύ μεγάλη και σημαντική εντόπια ποιητική παραγωγή. Γι’ αυτό, αρχής γενομένης, το πετυχημένο έργο του Θεοδωράκη με τον Επιτάφιο και τα τραγούδια που ακολουθούν, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και το κυματάκι εξελίσσεται σε ρεύμα.
Έτσι, όχι μόνο μελοποιούνται δημοσιευμένα ποιήματα, αλλά ορισμένοι ποιητές μπαίνοντας στο χορό γράφουν στίχους που προορίζονται εξ αρχής για τραγούδια. Πρωτοστατούν οι ποιητές από την Αριστερά, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Γιάννης Θεοδωράκης και ο Κώστας Βίρβος ο οποίος έχει ήδη σπουδαία συμμετοχή στο λαϊκό τραγούδι. Δραπετσώνα, Καημός, Βράχο-βράχο, Το Σαββατόβραδο κ.λπ. είναι τα τραγούδια που καθιερώνουν τον Μίκη Θεοδωράκη και συμπαρασύρουν συνθέτες, στιχουργούς, ερμηνευτές και εταιρίες σ’ αυτή τη νέα λεωφόρο. Δεν είναι όλα τα τραγούδια του σε λαϊκούς δρόμους, αλλά τα τραγούδια σε ζεϊμπέκικους και χασάπικους ρυθμούς με μπουζούκια και μικρές λαϊκές ορχήστρες δίνουν το χρώμα και το στίγμα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Ούτε όλοι οι συνθέτες και οι στιχουργοί/ποιητές προέρχονται από την Αριστερά: Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Μανώλης Αναγνωστάκης, Κώστας Βάρναλης, Γιώργος Σεφέρης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μποστ, Γιάννης Νεγρεπόντης, Ιάκωβος Καμπανέλης, Ερρίκος Θαλασσινός, Μιχάλης Κατσαρός, Νότης Περγιάλης, Άκος Δασκαλόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος, Χρήστος Λεοντής, Δήμος Μούτσης, Γιάννης Σπανός, Γιάννης Μαρκόπουλος, Μάνος Λοΐζος, Διονύσης Σαββόπουλος, Γιάννης Γλέζος, Νίκος Μαμαγκάκης, Σταύρος Κουγιουμτζής, Λουκιανός Κηλαϊδόνης, Θάνος Μικρούτσικος κ.ά., δημιουργούν το νέο ήχο του ελληνικού τραγουδιού που έχει τη βάση του -λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με τον δημιουργό- στο κλασικό λαϊκό τραγούδι και εξελίσσεται, παράλληλα, μ’ αυτό μεταφέροντας τα ποιήματα (ακόμα και του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, του Πάμπλο Νερούδα, του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι ή του Ναζίμ Χικμέτ) από σπίτι σε σπίτι.
Όλοι υιοθετούν τους λαϊκούς δρόμους, τις ενορχηστρώσεις, το ύφος, αλλά και θέματα όπως η μετανάστευση και η φτώχεια που μόνο οι λαϊκοί τραγουδοποιοί είχαν μέχρι τότε θίξει. Πάντως, σταδιακά, αποκαθίσταται μια ισορροπία ανάμεσα στο λαϊκό ιδίωμα και την μπαλάντα χωρίς ποτέ οι δημιουργοί του έντεχνου να πάψουν να γράφουν λαϊκά τραγούδια, τουλάχιστον μέχρι το 1974, ασκώντας με τη σειρά τους επιρροή και στους κλασικούς λαϊκούς συνθέτες, όπως ο Απόστολος Καλδάρας και ο Άκης Πάνου.

Καλλιτέχνες κόντρα στο διχασμό

Ενώ, λοιπόν, στη δεκαετία του ’60, το πολιτικό κλίμα είναι βαρύ, αριστεροί κόντρα σε δεξιούς ή δεξιοί κόντρα σε αριστερούς, η πραγματικότητα στις τέχνες είναι διαφορετική. Στην Ελλάδα, το ψυχροπολεμικό κλίμα είναι εν μέρει αληθινό, ως κατάλοιπο των πληγών του εμφυλίου, και εν μέρει τεχνητό, ως αποτέλεσμα των συστηματικών διώξεων κατά της Αριστεράς από την εξουσία και της καλλιεργούμενης έντασης από το παρακράτος που απεργάζεται το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και την ανακοπή της επιρροής της Αριστεράς στην πολιτική και τον πολιτισμό. Σ’ αυτή τη σκοπούμενη παράταση του εμφυλιοπολεμικού διχασμού, αντιδρούν πολλοί καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι, όπως φαίνεται πολύ ανάγλυφα από τα τεκταινόμενα στο ελληνικό τραγούδι. Τα τραγούδια είναι σε πάρα πολλές περιπτώσεις αποτέλεσμα συνεργασίας συντελεστών που δεν ανήκουν στο ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό στρατόπεδο. Συνθέτες, στιχουργοί, ζωγράφοι και παραγωγοί, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης και ιδεολογικών πεποιθήσεων, συνεργάζονται αρμονικά και φτιάχνουν αριστουργήματα. Τους ενώνει, συχνά από διαφορετική σκοπιά, η τάση και η επιθυμία να συνεχίσουν την προπολεμική προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας εθνικής λαϊκής τέχνης με διεθνή χαρακτηριστικά, έχοντας κατ’ αρχήν συμφωνήσει ότι κοινή τους γλώσσα είναι η δημοτική, ενώ στα σχολεία διδάσκεται αυστηρά η καθαρεύουσα και η νομοθεσία και τα δημόσια έγγραφα είναι επίσης στην καθαρεύουσα. Συμφωνούν επίσης στη σημασία της παράδοσης και χρησιμοποιούν σαν βάση το ρεμπέτικο και δη το μεταπολεμικό λαϊκό, παρ’ όλο που προβάλλονται επιφυλάξεις, ενστάσεις έως και σοβαρές αντιρρήσεις που φτάνουν στην πλήρη άρνηση.
Μέσα από τα έντυπα της Αριστεράς, κυρίως την Επιθεώρηση Τέχνης, γίνονται οξύτατες αντιπαραθέσεις, γιατί κάποιοι θεωρούν τους λαϊκούς καλλιτέχνες λούμπεν και τη λαϊκή μουσική κακής ποιότητας. Αντιδράσεις εκδηλώνονται και από μερικούς καταξιωμένους ποιητές που στο πρώτο άκουσμα δυσκολεύονται να χωνέψουν το συνταίριαγμα των βαθυστόχαστων και λυρικών ποιημάτων τους με τους ρυθμούς του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου και τους ήχους που παράγει το μπουζούκι. Αλλά η απήχηση των μελοποιημένων ποιημάτων και η επιμονή του Θεοδωράκη ο οποίος νιώθει ότι έχει βρει μια πλούσια φλέβα χρυσού, επιδρούν καταλυτικά και σταδιακά αίρονται οι αισθητικές ή πολιτικές επιφυλάξεις. Ομοίως, μέσα από τη συνεργασία και τη ζύμωση νέων μορφών έκφρασης λειαίνεται ο εθνικός διχασμός. Η βαθύτερη επιθυμία για μία τέχνη προσιτή στο λαό και ταυτόχρονα σύγχρονη, προοδευτική, λόγια και ανοιχτή σε άλλες μορφές έκφρασης, εκπληρώνεται συνδυαστικά.

Εν αναμονή

Ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, της οικογένειας των πολυκαταστημάτων Αφοι Λαμπρόπουλοι, στο σπίτι του οποίου είδα αναρτημένα στο τοίχο τα πρωτότυπα ζωγραφικά έργα της Ρωμιοσύνης και του Άξιον Εστί, και ο έτερος των καινοτόμων Αλέκος Πατσιφάς, ιδιοκτήτης της ΛΥΡΑ, είναι αστοί που δεν έχουν ταμπού και προκαταλήψεις. Αυτοί οι επιχειρηματίες δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον για να ευδοκιμήσει το ελληνικό τραγούδι. Στη ΛΥΡΑ, σχεδόν όλοι, από τον τον υπεύθυνο πωλήσεων και τους λογιστές ώς τους παραγωγούς ανήκουν στον προοδευτικό χώρο. Θυμάμαι τον Κώστα Ασωνίτη, υπεύθυνο της αποθήκης, που είχε πολλά χρόνια φυλακής στην πλάτη του, αλλά και τον άτυπο υποδιευθυντή Τάκη Τσίρο που την επομένη της 17ης Νοεμβρίου 1973, με κάλεσε κρυφά στο σπίτι του, στο Κολωνάκι, για να αφηγηθώ με γυρισμένη την πλάτη σε τηλεοπτικό συνεργείο του BBC όσα είχαν διαδραματιστεί κατά την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο. Στις τέχνες, φωτισμένοι αστοί και αριστεροί πάλευαν από κοινού για τον πολιτισμό που η μεταπρατική εξουσία αντιμετώπιζε με φόβο, απέχθεια και διώξεις. Αριστεροί και δεξιοί καλλιτέχνες ένωναν τις δυνάμεις τους, με βάσεις στη λαϊκή κουλτούρα και μεταφορές και υιοθεσίες από τα σύγχρονα ρεύματα, όπως ο Κάρολος Κουν στο θέατρο, η Ραλλού Μάνου στο χορό και ο Νίκος Κούνδουρος ή αργότερα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στον κινηματογράφο. Πάμπολλοι ζωγράφοι, χαράκτες και γραφίστες συμμετέχουν στη δισκογραφία φιλοτεχνώντας εξαίσια τα εξώφυλλα δίσκων. Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Σπύρος Βασιλείου, Δημήτρης Μυταράς, Γιώργος Σταθόπουλος, Βάσω Κατράκη, Τάσσος, Μποστ, Μίνως Αργυράκης, Δημήτρης Αρβανίτης, Αλέξης Κυριτσόπουλος κ.ά.

Είναι η εποχή που διανούμενοι και καλλιτέχνες, από ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, ενώνουν τις δυνάμεις τους για τη δημιουργία μιας κουλτούρας εθνικής, προοδευτικής, σύγχρονης και λαϊκής. Στην ποίηση, τη μουσική, τα εικαστικά, την αρχιτεκτονική, το χορό, το θέατρο, το σινεμά, σε όλα. Κουλτούρας που άφησε σπουδαία κληροδοτήματα, αλλά τσαλαπατήθηκε από την γραφειοκρατικοποίηση και τον κατακερματισμό της Αριστεράς, και κυρίως από την ξενοδουλεία, την απληστία και τον ξεπεσμό της κυρίαρχης Δεξιάς που υποτίμησε την παιδεία και τον πολιτισμό, αλλά και της όψιμης σοσιαλδημοκρατίας που εξαγόρασε συνειδήσεις και έδωσε τη χαριστική βολή.
Αυτά, εν αναμονή της επόμενης -μη εισέτι διαφαινόμενης- πολιτιστικής επανάστασης την οποία, πριν απ’ όλους, χρειάζεται η ίδια η Αριστερά.

Στέλιος Ελληνιάδης

 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 33, 2 Οκτωβρίου 2010 
 

Pop porn

Pop porn

«Η γυναίκα είναι γυμνή ή έτσι φαίνεται. Μόνο ένα κορμάκι στο χρώμα του δέρματος καλύπτει το σώμα της. Τα μακριά ξανθιά μαλλιά της πέφτουν στην πλάτη της. Είναι μέσα σ’ ένα κλουβί και τα δάχτυλά της γλιστράνε προκλητικά μέσα κι έξω από το στόμα της. Είναι σκηνή από μια συνηθισμένη πορνό ταινία; Δυστυχώς, όχι. Η γυναίκα είναι η Σακίρα, ποπ σουπερστάρ και τέταρτη πλουσιότερη τραγουδίστρια στον κόσμο», γράφει η Λιζ Τζόουνς στη «Ντέιλι Μέιλ».

Γυναίκες με στρινγκάκια, κολλητές δερμάτινες φόρμες, λεοπαρδαλέ κοστούμια, βρεμένες μπλούζες, σφιχτούς κορσέδες, διχτυωτές κάλτσες, τόπλες, ψηλά τακούνια και μπότες, σε όλες τις στάσεις και θέσεις, στο πίσω κάθισμα πολυτελών αυτοκινήτων, σε μεγάλα κρεβάτια, αχυρώνες, πλυντήρια, ντουζιέρες, νεκροταφεία, αμμουδιές και δωμάτια ξενοδοχείων, δεν γυρίζουν ταινίες για μεγάλους, αλλά βιντεοκλίπ με τα καινούρια τους τραγούδια. Ντυμένες σαν γάτες, τίγρεις ή σκλάβες, αλυσοδεμένες, με κολάρα, μάσκες, μαστίγια, γραβάτες, γάζες, σπαθιά και πυροβόλα όπλα, φιλιούνται, ψευτοσυνουσιάζονται και χαϊδεύονται μόνες ή με πολλούς/ πολλές παρτενέρ σε φυλακές, σχολεία, μοτέλ, ασανσέρ και πισίνες. Τα σώματα ημίγυμνα ή ολόγυμνα. Ολα τα ερωτικά φετίχ που προέρχονται από την πορνογραφία ταυτίζονται με τα τραγούδια και τις γυναίκες που τα ερμηνεύουν στις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Και, κατά προέκταση, στις μουσικές σκηνές και τις εξέδρες των συναυλιών που θυμίζουν υπαίθρια στριπτιζάδικα, όταν η τραγουδίστρια «χορεύει» γύρω από μία κάθετη μεταλλική μπάρα ντυμένη και βαμμένη σαν πορνοστάρ!

Οταν ο Ελβις ήταν… προκλητικός

Το 1989, όταν η Σερ γύρισε ένα βιντεοκλίπ στο καταδρομικό «Μισούρι», καθισμένη πάνω σ’ ένα γιγάντιο κανόνι τριγυρισμένη από εκατοντάδες ναύτες, το MTV αρχικά έκοψε το βίντεο γιατί η 43χρονη τραγουδίστρια φορούσε πολύ λίγα ρούχα και έδειχνε το τατουάζ της πεταλούδας στον πισινό της. Σήμερα, αυτά τα βίντεο δεν προκαλούν αντιδράσεις, γιατί έτσι είναι πια η ποπ μουσική, γράφει ο Τζόνι Ντι.

Ανέκαθεν υπήρχαν σέξι τραγουδιστές και τραγούδια με υπονοούμενα, αλλά στο επίκεντρο της παραγωγής παρέμεναν τα τραγούδια. Οι κινήσεις του Ελβις θεωρούνταν προκλητικές, αλλά χωρίς τα καταπληκτικά τραγούδια δεν θα βοηθούσαν την καριέρα του. Ακόμα και το αισθησιακό «Je t’ aime, moi non plus» του Σερζ Γκένσμπουργκ με την Τζέιν Μπίρκιν στη δεκαετία του 1970, αποτελούσε εξαίρεση.

Το βίντεο και το MTV διευκόλυναν τη μετάλλαξη της μουσικής βιομηχανίας. Το τραγούδι θα ακολουθούσε τις ανάγκες της διαφήμισης και του μάρκετινγκ. Από το 1981, το MTV «δημιούργησε σταδιακά τη δική του «αισθητική», η οποία επεκτάθηκε στη διαφήμιση, τις ταινίες και την εμπορική τηλεόραση», γράφει η ερευνήτρια Σέρι Καθλίν Κόουλ. «Το MTV από μέσο για την προώθηση διαφόρων προϊόντων έγινε το ίδιο ένα προϊόν το οποίο μπορεί να περνάει μηνύματα και ως εκ τούτου ιδεολογία στο μαζικό του ακροατήριο», υποστηρίζει ο καθηγητής στο τμήμα επικοινωνίας του πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης Σατ Τζάλι.

Σ’ αυτό το τοπίο, τίποτα δεν αποκλείεται. Οι απαγορεύσεις κάποιων βίντεο με σεξιστικό περιεχόμενο εξασθενούσαν καθώς η βιομηχανία έριχνε όλο και περισσότερο σεξ στην εικόνα, με τη συμβολή των ίδιων των καλλιτεχνών. Ηταν θέμα χρόνου η κατάργηση των περιορισμών και η εμπλοκή του τραγουδιού με τα στερεότυπα της πορνογραφίας. Στο βίντεο του τραγουδιού «Κορίτσια σε ταινία» που καθιέρωσε τους Duran Duran στην Αμερική, η κάμερα δείχνει περισσότερο κάποια ιδιαίτερα μέρη του γυναικείου σώματος. «Η γυναίκα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα πλήρες άτομο, αλλά ως μία συλλογή «τμημάτων» που προσφέρονται για σεξουαλική χρήση», τονίζει η Κόουλ. Σε έρευνα του Συμβουλίου Γονέων για την Τηλεόραση, σε 71 ώρες προγράμματος του MTV, καταγράφηκαν 1.548 σεξουαλικές σκηνές με 3.056 εικόνες σεξ ή γυμνού, δηλαδή μία σεξουαλική σκηνή κάθε 6,6 λεπτά. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, το MTV μπαίνει σε 10 εκατ. σπίτια και παρακολουθείται από το 73% των αγοριών και το 78% των κοριτσιών από 12 ετών και πάνω.

Σημαντικότατο ρόλο, σύμφωνα με τη Μέρεντιθ ΛεΒάντ, έπαιξαν οι νομοθετικές αλλαγές στις ΗΠΑ που επέτρεψαν την πολλαπλή ιδιοκτησία μέσων ενημέρωσης και ευνόησαν την «κανονικοποίηση» της πορνογραφίας. Εταιρείες με μεγάλη εμβέλεια μπήκαν χοντρά στην πορνογραφία. ΑΤ&Τ, Yahoo!, Marriott, Hilton, AOL Time Warner, General Motors και Fox-DirecTV του Μέρντοχ προβάλλουν την πορνογραφία σε εκατομμύρια σπίτια. Μία βιομηχανία που ήταν παράνομη νομιμοποιήθηκε και καλλιέργησε το μείγμα ποπ και πορνό κουλτούρας. Οι συντηρητικοί ενοχλούνται από την προβολή του σεξ, αλλά δεν νοιάζονται καθόλου για τη χρήση της γυναίκας ως αντικειμένου. Εξάλλου, οι θρησκόληπτοι αποτελούν κρυφίως τους καλύτερους πελάτες της βιομηχανίας πορνό. Η γυναίκα, έτσι κι αλλιώς, είναι κατώτερη από τον άντρα.

Η Μαντόνα είναι βασικός φορέας των αλλαγών στη σχέση της μουσικής με την εικόνα και στο ρόλο της γυναίκας ποπστάρ. Απελευθερώνεται η γυναίκα δείχνοντας δημόσια και χρησιμοποιώντας σεξουαλικά το σώμα της ή υποβαθμίζεται σε αντικείμενο χρήσης; Τα τραγούδια έχουν αυτοτελή αξία ή απλώς υπηρετούν την εικόνα; Τα ερωτήματα αυτά συνεχίζουν να απασχολούν τους κοινωνιολόγους, τους μουσικολόγους και τις φεμινίστριες που εμφανίζονται διχασμένες.

«Η «μουσική» δεν πουλάει τη μουσική», υποστηρίζει η νεαρή μπλόγκερ Τζέσικα Αστρονοτ. «Η ποπ είναι προϊόν που ελέγχεται από κάποιον άντρα σ’ ένα γραφείο. Ο μόνος τρόπος που αντιλαμβάνεται για να πουλήσει τη μουσική είναι να πουλάει το γυναικείο σώμα. Το σεξ πουλάει… Παρακολουθώντας τα μουσικά βίντεο είναι σχεδόν το ίδιο με το να παρακολουθείς μαλακό πορνό. Οι γυναίκες αντικειμενοποιούν τους εαυτούς τους». Πράγματι, οι τραγουδίστριες συναινούν, για δόξα και λεφτά.

Ως «το ακουστικό ισοδύναμο της σκληρής πορνογραφίας» χαρακτηρίστηκε το άλμπουμ της Τζάνετ Τζάκσον «Damita Jo», με το τραγούδι «Sexhibition». Η Τζάκσον είχε προκαλέσει σκάνδαλο όταν κατά τη διάρκεια της εμφάνισής της στον τελικό του αμερικανικού ποδοσφαίρου βγήκε στιγμιαία (και τυχαία;) το στήθος της σε κοινή θέα ενώπιον δεκάδων εκατομμυρίων τηλεθεατών, την ώρα που ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ τραγουδούσε «θα σε έχω γδύσει μέχρι να τελειώσει αυτό το τραγούδι».

Το σαδομαζοχιστικό «Justify my love» της Μαντόνα είναι σχεδόν ξεχασμένο, το μοντέλο της όμως κυριάρχησε.

Η Αλάνις Μορίσετ πηγαίνει μισόγυμνη για ψώνια, η Λέιντι Γκάγκα αναπαριστά αυνανισμό πάνω σε μοτοσικλέτα υπό τα όμματα επτά αντρών, η Αλέσα Ντίξον τραγουδάει φορώντας τα εσώρουχα για εξώρουχα και η Ερικα Μπαντού κάνει στριπτίζ περπατώντας στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Τζον Κένεντι.

Μπιγιονσέ, Σίντι Λόπερ, Κάτι Πέρι, Τζένιφερ Λόπεζ, Μπρίτνεϊ Σπίαρς, Girls aloud και άλλες τραγουδίστριες με τις προκλητικές εμφανίσεις τους. Ακόμα και η Μπιορκ εμφανίζεται μισοντυμένη στο «Pagan Poetry». Μόνο γυναίκες νέες, όμορφες και διαθέσιμες. Οι άλλες στην πυρά.

Αλλά και άντρες χρησιμοποιούν τα γυναικεία σώματα. Η Τζίντζερ Λιν Αλεν υποδύεται την πόρνη σε βίντεο των Metallica και η Τερέζα Μέι μία στριπτιζέζ σε τραγούδι των Prodigy. Το στριπτίζ είναι συνηθισμένο, από τον ράπερ 50 Cent ώς τους Massive Attack. Και δεν λείπουν ούτε οι σκηνές επίδειξης από τους καλλιτέχνες. Ο Ρόμπι Ουίλιαμς συμμετέχει σε αναπαράσταση ομαδικού σεξ, όπως και ο Jadakiss. Οι Hollywood Undead «παίζουν» με γυμνά κορίτσια, οι Placebo οργανώνουν όργιο και ο Μάνσον δείχνει τα γεννητικά του όργανα, ενώ οι Rammstein τα καλύπτουν με τα μουσικά τους όργανα και σε άλλο βίντεο επιδίδονται σε σκληρό σεξ.

Η απόσταση ώς την ενεργή συμμετοχή των αυθεντικών πορνοστάρ έχει ήδη καλυφθεί. Στις γνωστότερες, όπως η Ιντια και η Σκάι Λόπεζ, μη εξαιρουμένης της Πάρις Χίλτον, προστέθηκε «μία ροκ εν ρολ τύπισσα, η Σάσα Γκρέι, πριγκίπισσα του πορνό», γράφει ο Ντάνιελ Κρεπς στο περιοδικό «Ρόλινγκ Στόουν». Μόλις 22 ετών, από αμερικανίδα μητέρα και έλληνα πατέρα, η Μαρίνα Αννα Χατζή δήλωσε στη δημοσιογράφο Βανέσα Γρηγοριάδη ότι θεωρεί το πορνό απελευθερωτικό για τη γυναίκα, είναι αντιρατσίστρια και θαυμάζει τον Τσε και τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ!

Σεξουαλικές εικόνες και βία

Αυτό το φαινόμενο, που από περιστασιακό έγινε κανόνας, απέκτησε μιμητές σε όλο τον κόσμο, από τη Τζούλια ώς τη Βουλγάρα Γκεργκάνα. Μάλιστα, οι μέινστριμ καλλιτέχνες που παίζουν το χαρτί του σεξ απολαμβάνουν προνόμια. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις ενδυματολογικές προτιμήσεις της Βανδή, της Κοκκίνου και παλιότερα της πρωτοπόρας Αντζελας Δημητρίου. Η κρατική ΕΡΤ και η εταιρεία αναψυκτικών που τον χρυσοπλήρωσε για τα διαφημιστικά αποθέωσαν τον Σάκη Ρουβά που προκαλεί τα πιτσιρίκια με εμφανίσεις αλά Μάικλ Τζάκσον που χορεύοντας δεν παρέλειπε να επιδεικνύει και τα γεννητικά του όργανα.

Με 226.000 πράξεις βίας σε βάρος γυναικών ετησίως (2009) και 11.648 βιασμούς (2008), το υπουργείο Εσωτερικών της Βρετανίας ανέθεσε μία έρευνα στην ψυχολόγο δρα Λίντα Παπαδοπούλου, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση των σεξουαλικών εικόνων συνδέεται με τη βία εναντίον των γυναικών και την εμφανίζει ως κανονική συμπεριφορά.

Οι εικόνες αυτές έχουν επιπτώσεις στους νέους, που μιμούνται τα πρότυπα. «Εάν παρατηρήσεις μια Παρασκευή βράδυ τις γυναίκες που παρελαύνουν στο κέντρο των πόλεων της Βρετανίας, θα δεις πόσο παίρνουν τοις μετρητοίς τα ντυσίματα και τα μακιγιαρίσματα των τραβεστί και των πορνών που βλέπουν στις οθόνες τους», επισημαίνει η Λιζ Τζόουνς. «Ακόμα και στο σχολείο προσπαθούν να μιμούνται τις εμφανίσεις της Μπιγιονσέ», προς μεγάλη ικανοποίηση των εταιρειών ένδυσης και καλλωπισμού που, διαφημίζοντας τα προϊόντα τους με «δάνεια» από την πορνογραφία, διευρύνουν ηλικιακά την πελατεία τους, πουλώντας σουτιέν, δαντελωτά εσώρουχα, κρέμες και κολόνιες σε όλο και μικρότερα παιδιά.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

«Όσο στέκομαι, θα αντιστέκομαι»

«Όσο στέκομαι, θα αντιστέκομαι»

Το πολιτικό τραγούδι μετράει και καταγράφει τους παλμούς των κοινωνικών συγκρούσεων. Και συνήθως ξεκινάει από μειοψηφικές ομάδες που πλήττονται περισσότερο ή αντιδρούν εντονότερα, πριν ακόμα ευαισθητοποιηθεί μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.

Στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, τα πολιτικά τραγούδια συγκινούσαν λίγους ανθρώπους.

Κυρίως αριστερούς που πήγαιναν σε ορισμένες μπουάτ και πιτσιρικάδες που άφηναν μακριά μαλλιά. Αντιθέτως, η κοινωνία τραγουδούσε «Να ‘τανε το ’21», «Γιε μου», «Ο Αράπης», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Κυρά-Γιώργαινα ο Γιώργος σου πού πάει», «Να παίζει το τρανζίστορ τ’ αμερικάνικα», «Δελφίνι-δελφινάκι», «Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν» και πολλά άλλα ανάλαφρα τραγούδια, με τη συνδρομή δημιουργών που έγραφαν σπουδαία τραγούδια, όπως ο Λοΐζος, ο Κουγιουμτζής, ο Ακης Πάνου, ο Ζαμπέτας, ο Μαρκόπουλος κ.ά.

Τα τελευταία χρόνια, ενώ η χώρα βυθιζόταν στο χρέος, η κοινωνία αμέριμνη διασκέδαζε στις πίστες με τα τραγούδια του Φοίβου, της Βανδή, του Πλούταρχου και της Πέγκυς Ζήνα. Τα αμιγώς πολιτικά τραγούδια εμφανίζονταν σποραδικά, χαμένα μέσα σε μια υπεραφθονία, από τραγουδοποιούς που μελοποιούν τις υπαρξιακές τους ανησυχίες. Οι Κατσιμίχα σε κάθε συλλογή τους έχουν τραγούδια πολιτικά. «Μες απ’ των δορυφόρων τις αόρατες γραμμές θα ενωθούνε. Θα ενωθούνε οι φωνές και τα συνθήματα, της Γένοβας, της Πράγας οι φωνές. Νο passaran… Νο passaran…», τραγουδάει ο Πάνος Κατσιμίχας. Πολλοί τραγουδοποιοί και ερμηνευτές (Δεληβοριάς, Θ. και Β. Παπακωνσταντίνου, Μπακιρτζής, Ρασούλης, Παναγιωτοπούλου, Δρογώσης, Ιωαννίδης, Μαχαιρίτσας, Πασχαλίδης, Θηβαίος, Φριντζήλα, Υπόγεια Ρεύματα, Κίτρινα Ποδήλατα κ.λπ.), έχουν τραγούδια με πολιτικό περιεχόμενο. Ακόμα και ο Σωκράτης Μάλαμας αλλάζει ύφος και τραγουδάει «εκλογική φάρσα με ψηφοφόρους ξύλινους/ οι υποψήφιοι αστοί ντυμένοι παλιάτσοι/ στο χορό των πολιτικών ελευθεριών/ με δάκρυα στα μάτια για τα βάσανα του κόσμου/ με πάθος για την καθαρότητα του έθνους/ και τη δόξα της πατρίδας».

Αλλά αυτά τα τραγούδια διαχέονται μέσα σ’ ένα ποικίλο ρεπερτόριο. Συνυπάρχουν και δεν αποτελούν το επίκεντρο. Και όταν παρουσιάζεται ένα ολοκληρωμένο πολιτικό έργο από μια μικρή εταιρεία, όπως «Το χρυσάφι τ’ ουρανού» του Μιχάλη Λουκοβίκα, βασισμένο σε ποιήματα του Αρη Αλεξάνδρου, δεν έχει καμία τύχη στα ΜΜΕ.

Γι’ αυτό, οι πιο μαχητικές μειοψηφίες, αυτοί που δεν περιμένουν την κοινωνία να εξεγερθεί, φτιάχνουν τα δικά τους τραγούδια, συχνά «άτεχνα», αλλά σίγουρα άμεσα, χωρίς περιστροφές και εξευγενισμένες εκφράσεις. Και τα διακινούν μόνοι τους, από μικρές ανεξάρτητες εταιρείες, με κόπιες χέρι-χέρι και δωρεάν μέσω Διαδικτύου. Πολλά απ’ αυτά, σε πρόχειρες ηχογραφήσεις από συναυλίες και ερασιτεχνικά στούντιο κυκλοφορούν ελεύθερα στο You Tube. Ενσωματωμένα σε ολιγόλεπτα βιντεοκλιπάκια με φάσεις από διαδηλώσεις, συγκρούσεις, μολότοφ, συλλήψεις, κακοποιήσεις νεαρών από την αστυνομία και εικόνες από την αθέατη όψη της πόλης, αποτελούν συγκλονιστικά ντοκουμέντα εποχής, με απήχηση και στο εξωτερικό. Ενας άλλος ήχος, ένας άλλος κόσμος, εκτός εμπορίου, εκτός συσκευασίας, εκτός ΜΜΕ.

Στα μπλογκ μυρίζει μπαρούτι

Οι ακροατές αυτών των τραγουδιών προτιμούν οι καλλιτέχνες να είναι «δικοί τους». Να μην κάνουν καριέρα, να μη χρεώνουν ακριβά στις συναυλίες, να μην ευνοούνται από τα μίντια και να συμμετέχουν στους κοινούς αγώνες ως ίσοι και όχι ως φίρμες. Ο Θάνος Μικρούτσικος, υπουργός-διευθυντής του Μεγάρου-σύμβουλος πρωθυπουργού κ.λπ. έχει γράψει καλά πολιτικά τραγούδια, αλλά είναι κυριλέ. Ανήκει στις γενιές που νοσταλγούν τις νεανικές τους μέρες ακούγοντας Ρίτσο και Χικμέτ.

Οταν μπαίνεις στα μπλογκ και τα φόρουμ των νέων που μιλούν για πολιτικό τραγούδι, έχεις την αίσθηση ότι μυρίζει μπαρούτι! Τα σχόλια για τα τραγούδια είναι σύντομα, λιτά, αλλά συνοδεύονται συνήθως από τα ίδια τα κομμάτια που είναι εμπρηστικά, με λόγια σταράτα, ωμά, επιθετικά και μουσικές από θυμωμένα μυαλά και χέρια, από νέους που αισθάνονται ότι ζουν σε χούντα. «Μια εξουσία που μισεί τη νεολαία/ γιατί είναι απείθαρχη, επικίνδυνα ωραία/ μέσα στα «πρέπει» και στα «μη» την εγκλωβίζει/ απαγορεύεται να ζει και να ελπίζει…» γράφει ο Νίκος Κατσιπόδης.

«Ανυπακοή κι εκδίκηση!»

Οι μουσικοί χρησιμοποιούν τη γλώσσα του πανκ ή του χιπ χοπ. Ο ήχος είναι σκληρός, το τραγούδι λαχανιασμένο, τα λόγια αιχμηρά. Τόσο αιχμηρά, που αντιλαμβάνεσαι ότι οι μουσικοί και το ακροατήριο μ’ αυτά τα τραγούδια τοποθετούν εαυτούς έξω από το μέινστριμ, έξω από το κοινωνικά αποδεκτό. Αυτή η φραστική ακρότητα των σκέψεων θέτει και τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο συμβατικό και το «άλλο».

«Εκδίκηση! Ξέρεις τι σημαίνει; Μηδαμινή ανταπόδοση για όσα προκαλείς./ Αντίρρηση! Αντίρρηση αρχής, συνεχόμενη επούλωση αιώνιας πληγής./ Αρνηση! Αρνηση και Σκέψη, μια καχύποπτη στάση για όλα γενικά. /Αντίδραση! και Ανυπακοή! Ορεξη καμία για καμιά συνεργασία».

Ειδικά μετά τις δολοφονίες του Μιχάλη Καλτεζά το 1985 έξω από το Πολυτεχνείο, και του Αλέξη Γρηγορόπουλου, Δεκέμβρη του 2008, στην οδό Μεσολογγίου, οι στίχοι έγιναν πιο καταγγελτικοί και πιο πολεμικοί. «Δεν ήταν μόνο αυτός που πυροβόλησε/ είχε μαζί του κι άλλους αφανείς δημίους… Δήμιοι δημοσιογράφοι, δήμιοι αστυνομικοί, δήμιοι δικαστικοί υπάλληλοι, δήμιοι ευυπόληπτοι πολίτες. Εκδίκηση, εκδίκηση…» (από το οργισμένο «Αδιέξοδο») και «Ακόμα δεν είπαμε την τελευταία λέξη/ μπάτσοι θα πληρώσετε το αίμα του Αλέξη… Ετούτη εδώ η νύχτα θα ‘ναι πάντα δικιά σου/ γιατί οι μπάτσοι πυροβόλησαν επάνω στη γενιά σου…» (από το μακρύ θυμωμένο θρήνο του Javaspa).

Η σχέση των νέων μουσικών με το παρελθόν των μεγαλύτερων σε ηλικία περνάει μέσα από μικρές γέφυρες. Τα «Μεθυσμένα Ξωτικά» τραγουδούν διασκευασμένο το αντάρτικο «Ήρωες, άπαρτα βουνά/ Ηρωες με δώδεκα ζωές/ Κάστρα του Ολύμπου και του Παρνασσού φαντάσματα/ Ηρωες μες στα χαλάσματα…». Οι Magic de Spell το ποίημα της Κατερίνας Γώγου «Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά/ Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα/ Στις ταράτσες παλιών σπιτιών/ Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη/ Που πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια/ Τις ενοχές σας…». Και οι «Αέρα πατέρα» παίζουν με πολύ χιούμορ το «Μπάτσοι Ντου» πάνω στη μελωδία του Daddy Cool!

Κάθε σχήμα αφήνει τα ίχνη του. Panx Romana, Χ-Humans, Stress, Grover, «Γενιά του Χάους», «Ενδελέχεια», «Ηχορύπανση», «Αντίδραση», «Παράσιτα», «Αδιέξοδο», «Λουδίας», «Σμέρνα», «Χάσμα», «Αρνητική Στάση», «Χημική Επιδημία», «Ολέθριο Ρήγμα», «Βαλπυργία Νύχτα», Active Member, Kill the cat… «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», «Εθνίκια κουφάλες», «ΕΛ.ΑΣ.», «Η μέρα της οργής», «Πανκς Απάτσι», «38 χιλιοστά», «Εμπρός λαέ», «Εκκλησία και στρατός», «Μοιραία Ελξη»… Αυτά τα τραγούδια παίζονται σε κλαμπ, όπως το «Αν» και το «Ροντέο», σε «στέκια» του αντιεξουσιαστικού χώρου στα Εξάρχεια και στις συνοικίες, στη Villa Amalia, το Nosotros, και το Βοτανικό στην Πετρούπολη, στα Προπύλαια και σε προαύλια πανεπιστημίων, σε πολιτικές συγκεντρώσεις και φεστιβάλ σε όλη την Ελλάδα. Πέρσι, οι Last Drive εμφανίστηκαν στο Αντιφασιστικό Φεστιβάλ στου Ρέντη, οι Magic de Spell στο Ζεφύρι για τη διάσωση ενός πάρκου, ο βετεράνος, και αμφιλεγόμενος στα στέκια, Τζίμης Πανούσης στο Athens Pride κ.λπ. Φέτος, στη σκηνή του Β-FEST (Σχολή Καλών Τεχνών, 26-30 Μάη) μαζί με Πουλικάκο, Πιλαλί, Λογαρίδη, Λεονάρδου, Σπυριδούλα, Χαρούλη και Αγγελάκα, θα παίξουν δεκάδες συγκροτήματα, ελληνόφωνα και αγγλόφωνα, με τραγούδια ενάντια στην αστυνομική βία, την αποξένωση, τα ναρκωτικά, την ανεργία, την παγκοσμιοποίηση, τον πόλεμο: «Ερωτες Πολεμιστές», Fundracar, Go over 1000, Katrin the thrill, Sokos and The Live Project Band, Exarchia Blues Band, Lost Bodies, «Απροσάρμοστοι», «Σκάγια», «Μείγμα», 63 High, Σαδίκης, Deaf Maestro, Parasound, Te Pavarurit, «Κύκνειο Ασμα», «Λαβωμένες Σκιές» κ.λπ. κ.λπ. Το ίδιο στο Φεστιβάλ Resistance, τον Ιούνιο στη Γεωπονική Σχολή. Ονόματα άγνωστα σε ανυποψίαστους πολίτες, τα οποία εκπροσωπούν έναν άλλο υπαρκτό κόσμο που δεν περίμενε τα μέτρα της κυβέρνησης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για να βγει στους δρόμους και να διαμαρτυρηθεί.

Και μια έκπληξη

«Είμαι ο άμαχος που πάντα πεθαίνει,/ πάντα φοβάται/ πάντα με το ένα μάτι ανοιχτό κοιμάται/ πάντα πονά/ πάντα ξυπνά όταν πρέπει/ και πεθαίνει πάλι αφού ο Θεός το επιτρέπει… Εχω πεθάνει στ’ ολοκαύτωμα χωρίς να φταίω/ αντί για δάκρυα βγαίνει αίμα απ’ τα μάτια μου όταν κλαίω/ ήμουν παιδί στην Παλαιστίνη τη νύχτα εκείνη/ έγινα μάρτυρας γιατί τίποτα δεν μου ‘χε μείνει/η ζωή μου στους αιώνες μοιάζει με ποίημα/ με την κοπέλα μου πέθανα αγκαλιά στη Χιροσίμα…» αφηγούνται ποιητικά οι «Στίχοιμα».

Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν σχήματα που μιμούνται το σεξιστικό και ρατσιστικό αμερικάνικο μοντέλο ή εκφράζουν έναν ιδιόρρυθμο ελληνοκεντρισμό. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Terror-Χ-Crew, που ξεκίνησαν το 1995 με δυνατό αντιεξουσιαστικό στίχο για να καταλήξουν να βραβευτούν το 2001 για την «εθνική τους προσφορά», μαζί με «στέλεχος της ΕΟΚΑ και πιστό συνεργάτη του Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή», από τον πρόεδρο του Ελληνικού Μετώπου Μάκη Βορίδη (νυν βουλευτή του ΛΑΟΣ)! «Ημασταν πάντοτε πολιτικοποιημένοι, αλλά σε λανθασμένη κατεύθυνση», είχε δηλώσει ο Αρτέμης, που υπερασπίζεται πλέον την Ελληνορθοδοξία, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον «υγιή διεθνισμό του Αλεξάνδρου του Μέγα»! «Για μένα το χιπ χοπ είναι ένα μέσον. Προσεγγίζουμε τη νεολαία με τα ακούσματα που της είναι οικεία. Χτυπάμε τον εχθρό με τα ίδια του τα όπλα», λέει ο ράπερ περιγράφοντας το σκεπτικό των ρατσιστικών-εθνικιστικών ομάδων που οργανώνουν τραμπουκισμούς μεταμφιεσμένοι σε αυτόνομους. Εξάλλου, όπως αποκαλύπτει περισπούδαστα ο Αρτέμης, «το ραπ προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ραψωδία»!

«Πατέρες που αγωνίζονται για το καλό του έθνους/ είναι οι υποκινητές της βίας και του πένθους/ μας παρουσιάζονται σαν να ‘ναι πατριώτες/ ρε άχρηστα σκουλήκια, είσαστε προδότες» βρυχώνται οι ffc.

Αλλοι με ρίνγκτοουν…

Επίσης, μερικοί υποκύπτουν στους πειρασμούς της σόου-μπίζνες. Υπογράφουν συμβόλαια, κάνουν τα τραγούδια τους ρίνγκτοουνς ή τα επενδύουν σε διαφημιστικά σποτ, δίνουν συνεντεύξεις, αλλάζουν παρέες, αλλάζουν προσλήψεις.

«Ο τρόπος ζωής που διαλέγω/ είναι αυτό που με κάνει να αποφεύγω την ποσότητα,/ δεν ανήκουμε εκεί/ ζούμε με μια εναλλακτική λογική/ η ζωή τώρα πια είναι δύσκολη μες την γκριζούπολη/ αντιαισθητική, μονότονη, υποτονική/ ο εγωισμός των ανθρώπων με κουράζει/ η αναισθησία με τρομάζει/ τα αισθήματά μου αλλάζει/ γιατί βαρέθηκα να ζω αρρωστημένες καταστάσεις» αντιτείνουν οι Razastarr.

Ακόμα κι αν αυτά τα τραγούδια φαίνονται εκτός ορίων σε όσους ήταν -τουλάχιστον μέχρι σήμερα- πάνω από το περίφημο «όριο της φτώχειας», κρύβουν πίσω τους αμέτρητα άγνωστα παιδιά κάθε ηλικίας που νιώθουν ότι το έδαφος τρέμει κάτω από τα πόδια τους και το μέλλον τους είναι ήδη φτωχότερο από χτες, αλλά προσπαθούν να μην υποκύψουν και να μην παραδοθούν αμαχητί. «Θα αντιστέκομαι, όσο στα πόδια μου θα στέκομαι/ σ’ αυτούς που όνειρα γκρεμίζουν και δεν ντρέπονται/ Θ’ αντιστέκομαι, όσο στα πόδια μου θα στέκομαι/ της αδικίας το παιχνίδι δεν ανέχομαι» τραγουδάει ο Δημήτρης Δημητράκας, ένας από τους πιο αυθεντικούς αντι-μουσικούς που έχω γνωρίσει. Με ειλικρίνεια και μεγάλο προσωπικό κόστος.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,   Κυριακή 23 Μαΐου 2010