Για έναν πολιτισμό ολικής ανατροπής

Δεν φτάνουν τα γράμματα και οι τέχνες. Ούτε η συνεχής επίκληση της λέξης πολιτισμός σαν να είναι ένα βότανο που γιατρεύει όλες τις κοινωνικές αρρώστιες, καταλαγιάζει τα πάθη και ημερώνει τον άνθρωπο. Όσο κι αν ακούγεται πεζό, για να πιάνουν τόπο οι τέχνες και τα γράμματα, ο άνθρωπος χρειάζεται φαγητό, στέγη, αγάπη, υγεία, δουλειά και αρμονικό κοινωνικό περιβάλλον. Δηλαδή, χρειάζεται τη διασφάλιση των βασικών υλικών και συναισθηματικών του αναγκών που είναι περίπου όμοιες και αναντικατάστατες κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Γι’ αυτό, η προσέγγιση του πολιτισμού σαν κάτι ξεχωριστό από το υλικό, συναισθηματικό και πνευματικό μέρος της ζωής, συνέβαλε στη διαμόρφωση κοινωνιών με ένα θαυμάσιο περίβλημα που κρύβει μέσα του όλη την αγριότητα και βαρβαρότητα την οποία υποτίθεται ότι θα εξαφάνιζε αυτό που αποκαλούμε πολιτισμός.

Είναι πλέον φανερό ότι ανώτερος πολιτισμός δεν μπορεί να υπάρξει μόνο με γράμματα και τέχνες όσο κι αν αυτά στην εξέλιξη των κοινωνιών μπορεί να αποτελούν απαραίτητη ή αναπόφευκτη προϋπόθεσή του. Εάν δεν επιλυθεί το κεντρικό πρόβλημα της ασταμάτητης μεγέθυνσης της κοινωνικής ανισότητας, του διαχωρισμού των ανθρώπων σε πολίτες άλφα και βήτα κατηγορίας, του μέχρι θανάτου ανταγωνισμού μεταξύ μονάδων και συλλογικοτήτων και της ακόρεστης επιδίωξης του ατομικού κέρδους, τα γράμματα και οι τέχνες θα συνεχίσουν, σε τελευταία ανάλυση, να υπηρετούν όχι τον πολιτισμό, σαν την ιδανική μορφή συνύπαρξης που εμείς τον αντιλαμβανόμαστε, αλλά να υπηρετούν ακριβώς αυτά που ο πολιτισμός έρχεται να εξουδετερώσει και να αντικαταστήσει με άλλες αξίες και με ένα άλλο τρόπο ζωής.

Πανέμορφα αρχιτεκτονήματα, αριστουργηματικές ζωγραφιές και θεσπέσιες μουσικές έντυσαν και εξακολουθούν να ντύνουν τις πιο βάρβαρες και καταστροφικές ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές στις λεγόμενες πολιτισμένες κοινωνίες. Ποιοι άλλοι είχαν τις σημαντικότερες επιδόσεις στις τέχνες και τα γράμματα από τους Ιταλούς, τους Ισπανούς, τους Άγγλους, τους Γάλλους, τους Ολλανδούς, τους Γερμανούς και τους Αμερικάνους από το Μεσαίωνα μέχρι σήμερα; Κι όμως, αυτοί, οι μεγάλοι θεράποντες των γραμμάτων και των τεχνών, κάτω απ’ αυτό το αξιοθαύμαστο και αξιομίμητο περίβλημα, καλλιέργησαν και εφάρμοσαν τις πιο μεγάλες βαρβαρότητες και αγριότητες. Κατακρεούργησαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους με τη δουλεία, την αποικιοκρατία, τις γενοκτονίες και τους πολέμους. Και σ’ αυτό επιδίδονται πάλι, διαθέτοντας ελάχιστους αναλφάβητους, ζώντας σε σπίτια με ανέσεις και πόλεις γεμάτες με ωραία κτήρια, με μεγάλα πανεπιστήμια, πλούσια μουσεία, γκαλερί, όπερες, ακαδημίες, εντυπωσιακά εμπορικά κέντρα, συγκοινωνίες, μέσα επικοινωνίας και τεχνολογικά επιτεύγματα αδιανόητα στην ανθρώπινη ιστορία. Κι όμως, όλη αυτή η αναμφισβήτητη πτυχή της πραγματικότητας δεν απέτρεψε ούτε αποτρέπει τις κοινωνίες να σκέφτονται και να συμπεριφέρονται σαν βάρβαροι με πολλαπλάσια καταστροφική δύναμη και ασύλληπτη αγριότητα.

Κοινωνίες σε σύγχυση

Δυστυχώς, ο χριστιανισμός, που ξεκίνησε σαν ένα τεράστιο ρεύμα ηθικοποίησης του κόσμου, έγινε εργαλείο, όπως κάθε οργανωμένη θρησκεία, στην υπηρεσία της ολιγαρχικής εξουσίας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαιώνιση και όχι στην εξάλειψη της βαρβαρότητας. Όπως και η δημοκρατία, ένα σύστημα πολύ προηγμένο για την ομαλή και δημιουργική ανθρώπινη συνύπαρξη και ανάπτυξη, μεταβλήθηκε σε μηχανισμό επιβολής και νομιμοποίησης της εξουσίας των προνομιούχων. Ακόμα και ο σοσιαλισμός, η νεότερη πρόταση υψηλού πολιτισμού, που εδράζεται με ακόμα πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο στην απάλειψη της κατηγοριοποίησης των πολιτών με βάση τον πλούτο, το χρώμα, τη φυλή, την καταγωγή και κάθε άλλο διαχωριστικό γνώρισμα, απέτυχε μέχρι τώρα, γιατί, μεταξύ άλλων αιτίων, δεν κατάφερε να αποφύγει και να αποτινάξει τα αρνητικά στοιχεία που κράτησε από τα προηγούμενα συστήματα και χρησιμοποίησε στις εφαρμογές του.

Στις σημερινές συνθήκες, οι κοινωνίες βρίσκονται σε μεγάλη σύγχυση και σε βαθιά απογοήτευση. Κι ένας λόγος, ίσως ο σημαντικότερος, είναι ότι συνειδητοποιούν ή διαισθάνονται αυτή τη διάσταση που γίνεται όλο και πιο χαοτική ανάμεσα στον πολυθρύλητο πολιτισμό με τις υψηλές ηθικές, πολιτικές και αισθητικές αξίες του, και στην πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης σαν άτομο και σαν μέλος μιας κοινότητας.

Στη μεταπολεμική περίοδο, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο πολιτισμός και η πραγματική ζωή του καθενός είναι, έτειναν να είναι και μπορούν να είναι αδιαχώριστα. Να μην αποτελεί ο ανώτερος πολιτισμός προνόμιο των ολίγων, όπως π.χ. στο Μεσαίωνα, ούτε να αποτελεί απλώς το λαμπερό περιτύλιγμα σε μια πραγματικότητα σκληρή, φτηνή έως και χυδαία. Για πρώτη φορά, σε μια τόσο μεγάλη κλίμακα, από το Μπέλφαστ ως το Βλαδιβοστόκ και τη Σαγκάη, για μερικές δεκαετίες, υποχώρησαν οι κοινωνικές ανισότητες, διασφαλίστηκε η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των ισχυρών δυνάμεων, αναπτύχθηκαν και διαδόθηκαν πλατιά τα γράμματα και οι τέχνες και παράχθηκε πλούτος σε πρωτοφανείς ποσότητες. Ο πολίτης στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Στοκχόλμη, το Βελιγράδι, τη Μόσχα και το Πεκίνο, απέκτησε την αίσθηση ότι δεν είναι παρίας, ότι συμμετέχει στα κοινά, ότι καρπούται το προϊόν της εργασίας του, ότι έχει ελευθερία επιλογής, ότι προστατεύεται από τους νόμους και η αξιοπρέπειά του είναι αδιαμφισβήτητο δικαίωμα. Όλα αυτά όχι τέλεια και ιδανικά, αλλά σε βαθμό πρωτόγνωρο σε σχέση με κάθε άλλη προγενέστερη ιστορική εμπειρία και, βεβαίως, με πολλές διαβαθμίσεις και ιδιαιτερότητες από χώρα σε χώρα.

Όσο διαρκούσε αυτή η φάση, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τα μουσεία, οι όπερες και τα κοινοβούλια ή τα σοβιέτ, φαίνονταν ότι ανήκουν σε όλους, ότι δεν αποτελούσαν μια παραχώρηση των λίγων στους πολλούς ούτε ήταν το ωραίο περίβλημα μιας κατά άλλα ζωής γεμάτης στερήσεις, ταπεινώσεις, πολέμους και καταστροφές.

Μετά τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού απ’ άκρη σ’ άκρη, με όλο και μικρότερες εστίες αντίστασης, το χάσμα πολιτισμός-πραγματικότητα άνοιξε πάλι και συνεχώς διευρύνεται. Χρεοκοπίες, πόλεμοι, αυταρχισμός, ολιγαρχία και ανταγωνισμός μέχρι θανάτου καθιστούν και πάλι τον πολιτισμό ένα περίβλημα της πραγματικότητας και όχι το άνθος και τον καρπό της. Ο πολιτισμός επιστρέφει σαν εικονική πραγματικότητα. Μια ωραία εικόνα από το παρελθόν και μια μαζικά παραγόμενη κουλτούρα, τυποποιημένη, ρηχή και κακής ποιότητας. Με τις όπερες ανοιχτές, τις βιβλιοθήκες εκσυγχρονισμένες, τα πανεπιστήμια περιζήτητα και τα κοινοβούλια υπεραπασχολημένα, αλλά την ανισότητα, την κρατική βία και τους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς σε νέα μεγάλη έξαρση. Περισσότεροι φτωχοί, λιγότερα δικαιώματα, περισσότεροι φυλακισμένοι, λιγότερα σχολεία, περισσότερα όπλα, λιγότερα φάρμακα.

Με αυτές τις συνθήκες, ξαναμπαίνει επιτακτικά το ζήτημα που έπαψε να συζητείται από την εποχή της αντιπαράθεσης «τέχνη για την τέχνη ή στρατευμένη τέχνη»; Αλλά το ζήτημα, σήμερα, δεν πρέπει να μπει με τον ίδιο τρόπο, αλλά ούτε να αγνοήσει κανείς την μεταπολεμική εμπειρία και το σημερινό ξεπεσμό. Γιατί και η στρατευμένη τέχνη έγινε καλούπι που υπονόμευσε τη στράτευση και η τέχνη για την τέχνη έγινε πλούσιο ντεκόρ στα σαλόνια της ολιγαρχίας ή φτηνό καταναλωτικό προϊόν που ναρκώνει τις μάζες.

Ολικός πολιτισμός

Ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι ένας μηχανισμός αναπαραγωγής της κυρίαρχης κουλτούρας ούτε μια επιχορηγούμενη παραγωγή προϊόντων ψυχαγωγίας ούτε η επιλεκτική τους ανάδειξη. Ούτε μπορεί να προσεγγιστεί μονοδιάστατα, ξεκομμένος από τον όλο βίο, από την όλη σύσταση της κοινωνίας, από τους προσανατολισμούς μιας καθολικής ανάταξης. Πολιτισμός, σήμερα, πρέπει να είναι η ατομική και συλλογική προσπάθεια ανασκευής έως και ανατροπής του υπαρκτού κοινωνικού μοντέλου και των αντιλήψεων που το συνοδεύουν και όχι μόνο των γραμμάτων και των τεχνών. Κι αυτό μπορεί να επιδιωχθεί με τη διεύρυνση και τη διευκόλυνση της συμμετοχής στα κοινά πάσης φύσεως, με την ανάπτυξη άπειρων συλλογικοτήτων, με την ενίσχυση του ταλέντου και της δεξιότητας του κάθε πολίτη, με το συσχετισμό του πολιτισμού με την κοινωνικότητα, τη δημοκρατία, την εντιμότητα, τον πατριωτισμό, την αλληλεγγύη, την προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος, με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών και των υπηρεσιών, την απαξίωση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, με την επανεδραίωση του κράτους πρόνοιας, με την καταπολέμηση της ανισότητας και του αυταρχισμού, με την ασφάλεια και την ειρηνική συνύπαρξη, με μια συνειδητοποίηση υψηλότερου επιπέδου.

Γι’ αυτό ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι εγκλωβισμένος σε ένα υπουργείο, σαν τις συγκοινωνίες ή τη βιομηχανία, εκτός κι αν είναι ένα υπουργείο που θα διακλαδώνεται σε όλα τα υπουργεία, σε όλη τη δομή του κράτους και της κοινωνίας. Που θα συμβάλλει ώστε όλα να γίνονται αλλιώς, με άλλες μεθόδους και άλλες νοοτροπίες.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο διανοούμενος, ο καλλιτέχνης και ο δημιουργικός σε οποιονδήποτε τομέα πολίτης, θα βρει το δρόμο του, θα επιλέξει τη θεματολογία του, θα αναζητήσει τη συμπόρευση. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να γίνει καλύτερη, πολιτισμένη, όσα θέατρα κι αν χτίσεις, όσες μουσικές κι αν ηχογραφήσεις, όσα μουσεία κι αν ανοίξεις, εάν όλες αυτές οι δραστηριότητες δεν έχουν την αντιστοιχία τους σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. Εάν ο υπάλληλος σε ένα υπουργείο ή μια εταιρία δεν είναι φιλικός στον πολίτη που χρειάζεται τις υπηρεσίες του, όσα βιβλία κι αν διαβάσει θα παραμείνει ξύλο απελέκητο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο, το θέατρο και η μουσική δεν συμβάλλουν στον εκπολιτισμό του πολίτη. Αλλοίμονο. Αλλά δεν αρκούν. Η εμπειρία του ρόλου των διαβασμένων θεραπαινίδων του συστήματος το επιβεβαιώνει δυσάρεστα.

Ξέρουμε, επίσης, ουκ ολίγους προοδευτικούς, που μπορεί να πηγαίνουν στο ποιοτικό θέατρο ή να ακούνε καλή μουσική, να μιλάνε για αλλαγές και σοσιαλισμούς, αλλά στην καθημερινή ζωή τους ούτε τη δημοκρατία να εφαρμόζουν ούτε ανιδιοτελείς να είναι.

Αντιμοντέλο πολιτισμού

Ο πολιτισμός της νέας εποχής, που δεν ξέρουμε εάν έχει αρχίσει να ανατέλλει και δεν ξέρουμε πότε θα σκάσουν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου της, αλλά εν πάση περιπτώσει πρέπει να δουλεύουμε γι’ αυτή και να προετοιμαζόμαστε, δεν μπορεί παρά να είναι ένας ορατός και αόρατος ιστός ή μία αύρα που θα διαπερνάει την κοινωνία οριζοντίως και καθέτως. Που θα συμμετέχουν όλοι και θα τους αφορά όλους. Που δεν θα είναι υπόθεση μόνο των ειδικών, των επαγγελματιών του είδους, καθηγητών, ζωγράφων, γλυπτών, ηθοποιών ή χορευτών. Που θα είναι όλοι οι πολίτες δημιουργοί και χρήστες, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του καθενός, ταυτόχρονα και όχι διαχωρισμένοι σε παραγωγούς και καταναλωτές.

Σε ανατολή και δύση, τα μοντέλα που εφαρμόστηκαν δεν δημιούργησαν το νέο τύπο ανθρώπου που η δημοκρατία, η συμμετοχή, η ειρήνη, η ισότητα και η αλληλεγγύη θα είναι κτήμα και ταυτότητά του. Τον τύπο του ανθρώπου που θα διαμορφώνει, θα υπερασπίζεται, θα διασφαλίζει και θα αναπτύσσει παραπέρα τα αγαθά εκείνα που συνθέτουν τον πολιτισμό της νέας εποχής. Υπήρξαν θετικά αποτελέσματα, υπήρξε πρόοδος, αλλά και άτακτη υποχώρηση, βαριά υποτροπή, που σημαίνει ότι χωρίς ουσιαστικές και ριζικές αλλαγές στο κοινωνικό σύστημα, στο σύνολο των στοιχείων που το συναποτελούν, κάθε πρόοδος είναι εύθραυστη και προσωρινή και κάθε πολιτισμός επιφανειακός και σαθρός.

Η Αριστερά που για άλλη μια φορά επωμίζεται το δύσκολο έργο της αλλαγής και της ανατροπής δεν έχει να αντιπαλέψει μόνο την ολιγαρχία και το σύστημά της, έχει να αντιπαλέψει και την πολιτισμική διάσταση αυτού του μοντέλου που έχει διαποτίσει τις κοινωνίες και τις έχει καταστήσει παθητικούς αποδέκτες και υποχείριά του.

Για να γίνει αυτό, η αντεπίθεσή μας πρέπει να είναι ολομέτωπη, πολύμορφη και πολυεπίπεδη. Να ξεκινάει από το μέσα μας και να εξωτερικεύεται πολυδιάστατα. Να αποφεύγουμε τη μίμηση των προτύπων του συστήματος και να χτίζουμε πετραδάκι-πετραδάκι και να προβάλλουμε συστηματικά και επίμονα το αντιμοντέλο μας. Εάν χτίζουμε με δημοκρατικό τρόπο, επιδιώκουμε τη μέγιστη συμμετοχή, επιμένουμε στις αξίες που έχουν σφυρηλατηθεί με αγώνες και θυσίες και ενεργούμε με διαφάνεια και αξιοκρατία, σιγά-σιγά, θα αρχίσει και το όραμα (άνευ του οποίου δύσκολα εξεγείρονται οι συνειδήσεις) που λείπει από κοινωνίες απογοητευμένες και κινήματα διαψευσμένα, να μορφοποιείται και να αναδύεται σαν άστρο λαμπερό στο δρόμο όχι μόνο για την ανατροπή, αλλά και για την οικοδόμηση του μελλοντικού κόσμου, του πολιτισμού με όλη τη σημασία της λέξης.

 

Στέλιος Ελληνιάδης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ :
Περίπτερο Ιδεών – ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς,
Φ. 243 - 27/12/2014

 

Advertisements

Τέχνη και Αριστερά: 50 χρόνια από τον Επιτάφιο

Τέχνη και Αριστερά:  50 χρόνια από τον Επιτάφιο

Χιώτης, Θεοδωράκης, Μπιθικώτσης – Στην ηχογράφηση του «Επιτάφιου» (φωτογραφία: Τάκης Πανανίδης)
 

Η συμπλήρωση 50 χρόνων από την κυκλοφορία του Επιταφίου, σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση του Γιάννη Ρίτσου δίνει την ευκαιρία για μια σύντομη και μερική καλλιτεχνοπολιτική ανασκόπηση της εποχής αυτής, που ανοίγει με την εντυπωσιακή επιτυχία της ενιαίας Αριστεράς στις εκλογές του 1958, σε πλήρη αντίθεση με την εξωφρενική πολυδιάσπασή της στις τωρινές εκλογές για την Αυτοδιοίκηση.

 

Ανασυγκρότηση της Αριστεράς

Η δεκαετία του ’50 είναι ασφυκτική για την Αριστερά. Οι συνέπειες της βαριάς ήττας του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο 1946-49 είναι πολλαπλές. Μέχρι το 1954 συνεχίζονται οι πανηγυρικές εκτελέσεις κομμουνιστών, με γνωστότερες αυτές των Μπελογιάννη-Πλουμπίδη. Όσοι από την αφρόκρεμα των αγωνιστών δεν έπεσαν στα πεδία των μαχών και δεν εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, βρίσκονται στις φυλακές, στις εξορίες μέσα κι έξω από την Ελλάδα, ή στην παρανομία. Μπορεί τα όπλα να μην ήταν πια παραπόδα, όμως, η καταδιωκόμενη Αριστερά ξεκίνησε πολύ γρήγορα την ανασυγκρότησή της, όχι σαν αίρεση, αλλά σαν κίνημα λαού, σε όλα τα επίπεδα. Η κατάσταση ήταν πάρα πολύ δύσκολη αν σκεφτεί κανείς ότι οι Αμερικάνοι κυβερνούσαν τη χώρα με σιδηρά πυγμή διά των προθύμων να τους υπηρετήσουν πολιτικών στους οποίους ανέθεταν ρόλους, από τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο ώς τον Γεώργιο Παπανδρέου, ελέγχοντας πλήρως τον στρατό, την αστυνομία-χωροφυλακή και το δικαστικό σώμα. Επίσης, με τα κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ διαμόρφωναν την άρχουσα οικονομική τάξη της χώρας, εξαρτημένη, μεταπρατική και υποστηρικτική της πολιτικής κάστας στην οποία ανατέθηκε η διακυβέρνηση της χώρας.

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς δεν ήταν μόνο οργανωτική. Οργανωτικά, οδήγησε στην έκπληξη του 1958, όταν η ΕΔΑ, ουσιαστικά μετωπική οργάνωση του παράνομου ΚΚΕ, διευρυμένη από προοδευτικούς πολίτες του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου, απέσπασε το εντυπωσιακό 24,4% στις εκλογές, έβγαλε 79 βουλευτές και ανακηρύχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση!

Πολιτισμική αναγέννηση

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς ήταν εξίσου πολιτισμική. Μετά τον πόλεμο, σε συνθήκες αυστηρής λογοκρισίας, είχε εκ νέου αναπτυχθεί αυθόρμητα η λαϊκή κουλτούρα. Μέσα από τα τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Καλδάρα, Μπακάλη, Παπαϊωάννου κ.ά., εκφράζονταν τα λαϊκά στρώματα σε όλη την Ελλάδα. Ο κατατρεγμός, η φτώχεια, οι διακρίσεις, η μετανάστευση, ο έρωτας, η βιοπάλη, το περιθώριο, καταγράφονταν μέσα από τα λαϊκά τραγούδια που στο σύνολό τους δίνουν την εναργέστερη κοινωνική εικόνα της εποχής. Παράλληλα, αναπτύσσονταν οι πολιτισμικές συνιστώσες της λόγιας παράδοσης και εισάγονταν αφομοιώσιμα στοιχεία από την ανατολική και δυτική Ευρώπη και την Αμερική, δημιουργώντας νέες συνθέσεις, νέα ρεύματα, νέες τεχνοτροπίες και νέες συνισταμένες.
Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο ρόλος της Αριστεράς είναι καθοριστικός, γιατί η Αριστερά είναι φορέας ιδεών ανατρεπτικών, έχει ιδανικά, βρίσκεται σε συνεχή τριβή και αναζήτηση και είναι δραστήρια και δημιουργική. Κινητοποιεί όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά και όλες τις κοινωνικές δυνάμεις και τα άτομα που αναζητούν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Η Αριστερά προσφέρει πρώτη ύλη, αλλά και πρόθυμους αποδέκτες της καλλιτεχνικής και πνευματικής παραγωγής.
Στον τομέα του πολιτισμού, από τα πιο αξιοσημείωτα είναι τρία εφαπτόμενα φαινόμενα που βάζουν τη σφραγίδα τους στην εποχή της ανασυγκρότησης: α) Η μελοποίηση των ποιημάτων, β) ο γάμος της λαϊκής τέχνης με την έντεχνη δημιουργία και γ) ο αρραβώνας των αριστερών διανοουμένων και καλλιτεχνών με τους σημαντικότερους εκπροσώπους μιας υπό διαμόρφωση αστικής κουλτούρας. Και αυτά τα φαινόμενα βρίσκουν την πληρέστερη και διαρκέστερη έκφρασή τους -τρία σε ένα- μέσα από τον Επιτάφιο και τη μουσική που εν συνεχεία καθιερώθηκε να την αποκαλούμε έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

 

Αριστεροί και δεξιοί ψάλτες

Το 1960, για τη δημιουργία του Επιταφίου συντελούν -με όρους πολιτικούς- αριστεροί και δεξιοί «ψάλτες». Βασικοί πρωταγωνιστές ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Ρίτσος συνεπικουρούμενοι από τους Μάνο Χατζιδάκι, Νάνα Μούσχουρη, Μανώλη Χιώτη, Γρηγόρη Μπιθικώτση και Τάκη Β. Λαμπρόπουλο.

Ο πρώτος Επιτάφιος ενορχηστρώνεται από τον Χατζιδάκι και ερμηνεύεται από τη Μούσχουρη στο ύφος του ελαφρού ευρωπαΐζοντος ελληνικού τραγουδιού. Το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο, διευθυντή της Κολούμπια και σπουδαίο παραγωγό. Έτσι, συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο για τη δισκογραφία που ανοίγεται πολύ επιλεκτικά και προσεκτικά στο νέο για την Ελλάδα φορμάτ του δίσκου μακράς διαρκείας. Μέσα σε λίγες βδομάδες το ίδιο έργο ηχογραφείται ξανά με διαφορετική λογική και αισθητική, σε διαφορετική εταιρία δίσκων. Οι δεύτερες εκτελέσεις καινούργιων τραγουδιών που κυκλοφορούν σε δισκάκια 45 στροφών είναι ρουτίνα, αλλά στις 33 στροφές είναι τολμηρό. Ο δημιουργικός Λαμπρόπουλος το πραγματοποιεί. Ο δεύτερος Επιτάφιος έχει διαφορετικό καλλιτεχνικό σχήμα και προσανατολισμό.

Στη λαϊκή μουσική υπάρχει, με σημερινή γλώσσα, μια τεράστια βάση δεδομένων από την οποία μπορεί κάποιος γνώστης με ταλέντο να αντλήσει ανεξάντλητο υλικό για ανασύνθεση. Ο Λαμπρόπουλος, σαν σκηνοθέτης, κάνει το κάστινγκ του νέου εγχειρήματος και ζητάει από τον Χιώτη να αναλάβει τη μορφοποίηση των μελωδιών του Θεοδωράκη με τη συνδρομή του Μπιθικώτση. Ο Χιώτης δέχεται την πρόκληση και ο Μπιθικώτσης πείθεται χωρίς να αντιλαμβάνεται ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Όπως έχει ομολογήσει, ο συνθέτης του Τρελοκόριτσου αισθανόταν μάλλον άβολα με το είδος αυτό του τραγουδιού, που ήταν διαφορετικό από το ρεπερτόριό του. Ας σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή ο Μπιθικώτσης ηχογραφεί, μεταξύ άλλων, τη Φραγκοσυριανή του Μάρκου Βαμβακάρη με πολύ μεγάλη επιτυχία. Το τελικό αποτέλεσμα του δεύτερου Επιτάφιου ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο, η απήχησή του είναι σαφώς μεγαλύτερη από τη χατζιδακική εκδοχή και έτσι ξεκινάει ένα ολόκληρο κίνημα μουσικής που γεννιέται από το πάντρεμα του λαϊκού στοιχείου με το λόγιο.

Αυτή η πρόσμειξη δεν είναι εντελώς πρωτότυπη, αλλά έχει σημαντικά καινούρια χαρακτηριστικά. Έχει προηγηθεί ο Χατζιδάκις με το Γαρύφαλλο στ’ αφτί ο οποίος ,μάλιστα, ταυτόχρονα με τον Επιτάφιο, κάνει παγκόσμιο χιτ με τα Παιδιά του Πειραιά, αλλά εν γένει τα κομμάτια του σκόπιμα απέχουν υφολογικά από τα λαϊκά τραγούδια της εποχής. Ακόμα και οι διασκευές των ρεμπέτικων από τον Χατζιδάκι είναι σε ορχηστρική μορφή και ξεφεύγουν από το λαϊκότροπο παίξιμο.

Ο ρόλος του Μανώλη Χιώτη

Ο Μίκης υιοθετεί πιο λαϊκές φόρμες, πιο κοντά στο κυρίαρχο είδος του λαϊκού τραγουδιού της εποχής. Επειδή δε ο ίδιος έχει δυτική μουσική παιδεία και δεν γνωρίζει καλά-καλά το ιδίωμα, αναλαμβάνει ο Χιώτης την «προσαρμογή», ένας από τους πληρέστερους καλλιτέχνες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ο Λαμπρόπουλος γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Χιώτης είναι ανοιχτών οριζόντων και ρηξικέλευθος, έχοντας ήδη κάνει μία επανάσταση στο λαϊκό τραγούδι, αντικαθιστώντας το τρίχορδο μπουζούκι με το τετράχορδο, εισάγοντας νέους ρυθμούς και εμφανιζόμενος όρθιος στην πίστα αντί καθιστός -ως είθισται- στην καρέκλα του πάλκου. Είναι εξαίρετος συνθέτης ρεμπέτικων, λαϊκών και ελαφρών τραγουδιών και μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, με δικό του ήχο και στυλ. Δηλαδή, ο καταλληλότερος μουσικός για να μπορέσει ο Θεοδωράκης να βρει έναν καινούργιο δρόμο εντάσσοντας τις θαυμάσιες μελωδίες του στο δημοφιλέστερο είδος μουσικής το οποίο όμως δεν κατέχει. Ακούγοντας τις εισαγωγές και τα σόλο του Χιώτη, στα πρώτα τραγούδια του Θεοδωράκη, αντιλαμβάνεται κανείς το ρόλο του στη διαμόρφωση του τελικού ακούσματος. Τα «λαϊκοποιεί» διατηρώντας την «ελαφρότητα» που είναι πλησιέστερη στην αισθητική του Θεοδωράκη. Στα τραγούδια του Μίκη, στους δίσκους Επιτάφιος, Αρχιπέλαγος, Λιποτάκτες, Πολιτεία και στις πρώτες συναυλίες στο «Κεντρικόν», το 1961, ο Μανώλης Χιώτης βάζει τη σφραγίδα του προτού παραδώσει τη σκυτάλη στο δίδυμο Κώστα Παπαδόπουλου-Λάκη Καρνέζη και στον άλλο μεγάλο συνθέτη και βιρτουόζο Γιώργο Ζαμπέτα. Αλλά, πολύ σημαντικός στη διαμόρφωση του νέου ήχου, χάρη στον Λαμπρόπουλο, είναι και το μεγαθήριο της εποχής Στέλιος Καζαντζίδης, που ερμηνεύει τραγούδια του Μίκη μαζί με την παρτενέρ του Μαρινέλα, ενώ ο Χιώτης έχει κοντά του τη Μαίρη Λίντα.

 

(Σκίτσο του Μποστ – Για τη συναυλία του Μ. Θεοδωράκη στο «Κεντρικόν»,  1961)

 

Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και ποιητές

Πολλά τραγούδια του Θεοδωράκη έχουν πολιτικό υπόβαθρο, κάτι που δεν συμβαίνει με τα τραγούδια του Χιώτη ή του Χατζιδάκι. Ο Μίκης έχει ξεκινήσει συνθέτοντας για πιάνο και βιολί, αλλά η κλασική ή κλασικίζουσα μουσική δεν βοηθάει την επικοινωνία με πλατιά κοινωνικά στρώματα, ούτε τη διάδοση των πολιτικών ιδεών της Αριστεράς. Ο δρόμος που στρώνει ο Λαμπρόπουλος με τον Χιώτη και τον Μπιθικώτση είναι φαρδύτερος και διεισδυτικότερος. Και, βέβαια, ο θαυμάσιος Ρίτσος προσφέρεται για λαϊκά τραγούδια γιατί γράφει (και) απλά και κατανοητά.
Ο Μίκης έπεται του Χατζιδάκι και στη μελοποίηση ποιημάτων. Στην μεταπολεμική Ελλάδα, η μελοποίηση των ποιημάτων ακολουθεί το ρεύμα των Γάλλων τροβαδούρων, Λεό Φερέ, Μπρασένς κ.ά. που μελοποιούν ποιήματα των Ρεμπό, Μποντλέρ, Βιγιόν, Απολινέρ, Αραγκόν, Βερλέν κ.λπ. Εξάλλου, το έδαφος είναι πολύ πρόσφορο γιατί υπάρχει πολύ μεγάλη και σημαντική εντόπια ποιητική παραγωγή. Γι’ αυτό, αρχής γενομένης, το πετυχημένο έργο του Θεοδωράκη με τον Επιτάφιο και τα τραγούδια που ακολουθούν, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και το κυματάκι εξελίσσεται σε ρεύμα.
Έτσι, όχι μόνο μελοποιούνται δημοσιευμένα ποιήματα, αλλά ορισμένοι ποιητές μπαίνοντας στο χορό γράφουν στίχους που προορίζονται εξ αρχής για τραγούδια. Πρωτοστατούν οι ποιητές από την Αριστερά, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Γιάννης Θεοδωράκης και ο Κώστας Βίρβος ο οποίος έχει ήδη σπουδαία συμμετοχή στο λαϊκό τραγούδι. Δραπετσώνα, Καημός, Βράχο-βράχο, Το Σαββατόβραδο κ.λπ. είναι τα τραγούδια που καθιερώνουν τον Μίκη Θεοδωράκη και συμπαρασύρουν συνθέτες, στιχουργούς, ερμηνευτές και εταιρίες σ’ αυτή τη νέα λεωφόρο. Δεν είναι όλα τα τραγούδια του σε λαϊκούς δρόμους, αλλά τα τραγούδια σε ζεϊμπέκικους και χασάπικους ρυθμούς με μπουζούκια και μικρές λαϊκές ορχήστρες δίνουν το χρώμα και το στίγμα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Ούτε όλοι οι συνθέτες και οι στιχουργοί/ποιητές προέρχονται από την Αριστερά: Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Μανώλης Αναγνωστάκης, Κώστας Βάρναλης, Γιώργος Σεφέρης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μποστ, Γιάννης Νεγρεπόντης, Ιάκωβος Καμπανέλης, Ερρίκος Θαλασσινός, Μιχάλης Κατσαρός, Νότης Περγιάλης, Άκος Δασκαλόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος, Χρήστος Λεοντής, Δήμος Μούτσης, Γιάννης Σπανός, Γιάννης Μαρκόπουλος, Μάνος Λοΐζος, Διονύσης Σαββόπουλος, Γιάννης Γλέζος, Νίκος Μαμαγκάκης, Σταύρος Κουγιουμτζής, Λουκιανός Κηλαϊδόνης, Θάνος Μικρούτσικος κ.ά., δημιουργούν το νέο ήχο του ελληνικού τραγουδιού που έχει τη βάση του -λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με τον δημιουργό- στο κλασικό λαϊκό τραγούδι και εξελίσσεται, παράλληλα, μ’ αυτό μεταφέροντας τα ποιήματα (ακόμα και του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, του Πάμπλο Νερούδα, του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι ή του Ναζίμ Χικμέτ) από σπίτι σε σπίτι.
Όλοι υιοθετούν τους λαϊκούς δρόμους, τις ενορχηστρώσεις, το ύφος, αλλά και θέματα όπως η μετανάστευση και η φτώχεια που μόνο οι λαϊκοί τραγουδοποιοί είχαν μέχρι τότε θίξει. Πάντως, σταδιακά, αποκαθίσταται μια ισορροπία ανάμεσα στο λαϊκό ιδίωμα και την μπαλάντα χωρίς ποτέ οι δημιουργοί του έντεχνου να πάψουν να γράφουν λαϊκά τραγούδια, τουλάχιστον μέχρι το 1974, ασκώντας με τη σειρά τους επιρροή και στους κλασικούς λαϊκούς συνθέτες, όπως ο Απόστολος Καλδάρας και ο Άκης Πάνου.

Καλλιτέχνες κόντρα στο διχασμό

Ενώ, λοιπόν, στη δεκαετία του ’60, το πολιτικό κλίμα είναι βαρύ, αριστεροί κόντρα σε δεξιούς ή δεξιοί κόντρα σε αριστερούς, η πραγματικότητα στις τέχνες είναι διαφορετική. Στην Ελλάδα, το ψυχροπολεμικό κλίμα είναι εν μέρει αληθινό, ως κατάλοιπο των πληγών του εμφυλίου, και εν μέρει τεχνητό, ως αποτέλεσμα των συστηματικών διώξεων κατά της Αριστεράς από την εξουσία και της καλλιεργούμενης έντασης από το παρακράτος που απεργάζεται το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και την ανακοπή της επιρροής της Αριστεράς στην πολιτική και τον πολιτισμό. Σ’ αυτή τη σκοπούμενη παράταση του εμφυλιοπολεμικού διχασμού, αντιδρούν πολλοί καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι, όπως φαίνεται πολύ ανάγλυφα από τα τεκταινόμενα στο ελληνικό τραγούδι. Τα τραγούδια είναι σε πάρα πολλές περιπτώσεις αποτέλεσμα συνεργασίας συντελεστών που δεν ανήκουν στο ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό στρατόπεδο. Συνθέτες, στιχουργοί, ζωγράφοι και παραγωγοί, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης και ιδεολογικών πεποιθήσεων, συνεργάζονται αρμονικά και φτιάχνουν αριστουργήματα. Τους ενώνει, συχνά από διαφορετική σκοπιά, η τάση και η επιθυμία να συνεχίσουν την προπολεμική προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας εθνικής λαϊκής τέχνης με διεθνή χαρακτηριστικά, έχοντας κατ’ αρχήν συμφωνήσει ότι κοινή τους γλώσσα είναι η δημοτική, ενώ στα σχολεία διδάσκεται αυστηρά η καθαρεύουσα και η νομοθεσία και τα δημόσια έγγραφα είναι επίσης στην καθαρεύουσα. Συμφωνούν επίσης στη σημασία της παράδοσης και χρησιμοποιούν σαν βάση το ρεμπέτικο και δη το μεταπολεμικό λαϊκό, παρ’ όλο που προβάλλονται επιφυλάξεις, ενστάσεις έως και σοβαρές αντιρρήσεις που φτάνουν στην πλήρη άρνηση.
Μέσα από τα έντυπα της Αριστεράς, κυρίως την Επιθεώρηση Τέχνης, γίνονται οξύτατες αντιπαραθέσεις, γιατί κάποιοι θεωρούν τους λαϊκούς καλλιτέχνες λούμπεν και τη λαϊκή μουσική κακής ποιότητας. Αντιδράσεις εκδηλώνονται και από μερικούς καταξιωμένους ποιητές που στο πρώτο άκουσμα δυσκολεύονται να χωνέψουν το συνταίριαγμα των βαθυστόχαστων και λυρικών ποιημάτων τους με τους ρυθμούς του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου και τους ήχους που παράγει το μπουζούκι. Αλλά η απήχηση των μελοποιημένων ποιημάτων και η επιμονή του Θεοδωράκη ο οποίος νιώθει ότι έχει βρει μια πλούσια φλέβα χρυσού, επιδρούν καταλυτικά και σταδιακά αίρονται οι αισθητικές ή πολιτικές επιφυλάξεις. Ομοίως, μέσα από τη συνεργασία και τη ζύμωση νέων μορφών έκφρασης λειαίνεται ο εθνικός διχασμός. Η βαθύτερη επιθυμία για μία τέχνη προσιτή στο λαό και ταυτόχρονα σύγχρονη, προοδευτική, λόγια και ανοιχτή σε άλλες μορφές έκφρασης, εκπληρώνεται συνδυαστικά.

Εν αναμονή

Ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, της οικογένειας των πολυκαταστημάτων Αφοι Λαμπρόπουλοι, στο σπίτι του οποίου είδα αναρτημένα στο τοίχο τα πρωτότυπα ζωγραφικά έργα της Ρωμιοσύνης και του Άξιον Εστί, και ο έτερος των καινοτόμων Αλέκος Πατσιφάς, ιδιοκτήτης της ΛΥΡΑ, είναι αστοί που δεν έχουν ταμπού και προκαταλήψεις. Αυτοί οι επιχειρηματίες δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον για να ευδοκιμήσει το ελληνικό τραγούδι. Στη ΛΥΡΑ, σχεδόν όλοι, από τον τον υπεύθυνο πωλήσεων και τους λογιστές ώς τους παραγωγούς ανήκουν στον προοδευτικό χώρο. Θυμάμαι τον Κώστα Ασωνίτη, υπεύθυνο της αποθήκης, που είχε πολλά χρόνια φυλακής στην πλάτη του, αλλά και τον άτυπο υποδιευθυντή Τάκη Τσίρο που την επομένη της 17ης Νοεμβρίου 1973, με κάλεσε κρυφά στο σπίτι του, στο Κολωνάκι, για να αφηγηθώ με γυρισμένη την πλάτη σε τηλεοπτικό συνεργείο του BBC όσα είχαν διαδραματιστεί κατά την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο. Στις τέχνες, φωτισμένοι αστοί και αριστεροί πάλευαν από κοινού για τον πολιτισμό που η μεταπρατική εξουσία αντιμετώπιζε με φόβο, απέχθεια και διώξεις. Αριστεροί και δεξιοί καλλιτέχνες ένωναν τις δυνάμεις τους, με βάσεις στη λαϊκή κουλτούρα και μεταφορές και υιοθεσίες από τα σύγχρονα ρεύματα, όπως ο Κάρολος Κουν στο θέατρο, η Ραλλού Μάνου στο χορό και ο Νίκος Κούνδουρος ή αργότερα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στον κινηματογράφο. Πάμπολλοι ζωγράφοι, χαράκτες και γραφίστες συμμετέχουν στη δισκογραφία φιλοτεχνώντας εξαίσια τα εξώφυλλα δίσκων. Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Σπύρος Βασιλείου, Δημήτρης Μυταράς, Γιώργος Σταθόπουλος, Βάσω Κατράκη, Τάσσος, Μποστ, Μίνως Αργυράκης, Δημήτρης Αρβανίτης, Αλέξης Κυριτσόπουλος κ.ά.

Είναι η εποχή που διανούμενοι και καλλιτέχνες, από ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, ενώνουν τις δυνάμεις τους για τη δημιουργία μιας κουλτούρας εθνικής, προοδευτικής, σύγχρονης και λαϊκής. Στην ποίηση, τη μουσική, τα εικαστικά, την αρχιτεκτονική, το χορό, το θέατρο, το σινεμά, σε όλα. Κουλτούρας που άφησε σπουδαία κληροδοτήματα, αλλά τσαλαπατήθηκε από την γραφειοκρατικοποίηση και τον κατακερματισμό της Αριστεράς, και κυρίως από την ξενοδουλεία, την απληστία και τον ξεπεσμό της κυρίαρχης Δεξιάς που υποτίμησε την παιδεία και τον πολιτισμό, αλλά και της όψιμης σοσιαλδημοκρατίας που εξαγόρασε συνειδήσεις και έδωσε τη χαριστική βολή.
Αυτά, εν αναμονή της επόμενης -μη εισέτι διαφαινόμενης- πολιτιστικής επανάστασης την οποία, πριν απ’ όλους, χρειάζεται η ίδια η Αριστερά.

Στέλιος Ελληνιάδης

 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 33, 2 Οκτωβρίου 2010 
 

Καλλιτέχνες σε εγρήγορση

Καλλιτέχνες σε εγρήγορση

Από την Αμερική έως την Ινδία και από τη Μέση Ανατολή έως την Καραϊβική, η εξουσία αναγκάζει τους ανήσυχους δημιουργικούς ανθρώπους να βρίσκονται σε συνεχή ετοιμότητα και εγρήγορση.

Ο Ζαν – Λικ Γκοντάρ ανατάραξε τα γαλλικά νερά με την άρνησή του να παρευρεθεί στο Φεστιβάλ των Κανών σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την τοκογλυφική «βοήθεια» των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στην Ελλάδα. Το ίδιο είχε κάνει όταν επρόκειτο να τιμηθεί σε φεστιβάλ κινηματογράφου στο Ισραήλ, επικαλούμενος την κακομεταχείριση των Παλαιστινίων. Και ο ιρλανδός σκηνοθέτης Κεν Λόουτς ανάγκασε το Φεστιβάλ του Εδιμβούργου να επιστρέψει μια ισραηλινή χορηγία, ενώ απέσυρε την ταινία του από το φεστιβάλ της Μελβούρνης που είχε χορηγό την ισραηλινή πρεσβεία.

Ολοι κατά του νόμου

Στις ΗΠΑ, οι διαμαρτυρίες δεν εστιάζονται μόνο στους πολέμους. Ο Μάικλ Μουρ ανέδειξε με την ταινία Sicko τις τεράστιες τρύπες του συστήματος υγείας. Και τώρα, ένας νέος νόμος για τους μετανάστες στην Αριζόνα, ξεσήκωσε θύελλα και δίχασε την Αμερική.

Η Σακίρα, με καταγωγή από την Κολομβία, τα πήρε στο κρανίο και πήγε στο Φίνιξ για να μεταπείσει τις τοπικές αρχές. Ο Πορτορικανός Ρίκι Μάρτιν, στην απονομή των βραβείων του Billboard για τη μουσική λάτιν, αποθεώθηκε από το ακροατήριο λέγοντας εκτός κειμένου «Αυτός ο νόμος είναι απαράδεκτος. Σταματήστε τις διακρίσεις! Σταματήστε το μίσος! Σταματήστε τον ρατσισμό!» Αλλά και η Λίντα Ρόνσταντ δήλωσε «οι Μεξικανο-αμερικανοί δεν πρέπει να υποκύψουν» και ο Τζο Σατριάνι «εάν ζεις σε πόλεις των συνόρων, αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε πολιορκία. Τα τελευταία 15 χρόνια, η διάβρωση των δικαιωμάτων των αμερικανών πολιτών μάς έχει κάνει να ζούμε σε αστυνομικό κράτος».

Πολυάριθμοι καλλιτέχνες του χιπ-χοπ στην Αριζόνα ένωσαν τις φωνές τους με τους Rage against the Machine, Sonic Youth, Massive Attack και άλλους, που μαζεύουν υπογραφές εναντίον του νόμου. Ο Κάρλος Σαντάνα έγραψε τραγούδι για την περίσταση, όπως και ο Γουίλι Νέλσον. Οι Los Lobos, Daryll Hall και John Oates ακύρωσαν τις εμφανίσεις τους στην Αριζόνα, συμμετέχοντας στο μποϊκοτάζ που έχει κηρυχθεί από πολλούς δήμους επειδή ο νόμος επαναφέρει καθεστώς φυλετικών διακρίσεων. Πεποίθηση που μοιράζεται και ο Λευκός Οίκος που πιθανότατα θα προσβάλει συνταγματικά τον νόμο SB1070.

Ενα άλλο μποϊκοτάζ, παγκόσμιο, βρίσκεται σε εξέλιξη εναντίον του Ισραήλ. Μποϊκοτάζ στο εμπόριο, τις επενδύσεις και την κουλτούρα, σαν αυτό που εφαρμόστηκε κατά του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Ενώσεις πανεπιστημιακών και ανώτατα ιδρύματα μποϊκοτάρουν τα ισραηλινά πανεπιστήμια επειδή διαπλέκονται με τον στρατό και στηρίζουν την κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών. Γνωστοί διανοούμενοι (Brian Eno, Amiri Baraka, Ντομένικο Λοζούρντο, Εντουάρντο Γκαλεάνο κ.ά.) υποστηρίζουν το πολιτιστικό μποϊκοτάζ. Παλαιστίνιοι φοιτητές έγραψαν στον ολλανδό dj Τιέστο: «Αγαπητέ Τιέστο, σου γράφουμε από τη Γάζα, όπου πια δεν μπορούμε να τραγουδήσουμε, και όπου κανένας διεθνής τραγουδιστής και dj δεν επιτρέπεται να παίξει και να τραγουδήσει για μας. Εχουμε πάθει ασφυξία μετά από τέσσερα χρόνια θανατηφόρας πολιορκίας».

Ο Έλβις Κοστέλο και οι Pixies ματαίωσαν τις συναυλίες Ιουνίου-Ιουλίου στο Τελ Αβίβ. Εχουν προηγηθεί οι ακυρώσεις από Κάρλος Σαντάνα, Gil Scott-Heron, Bono/U2 κ.ά. Οι Klaxons και Gorillaz Sound System ματαίωσαν τις εμφανίσεις τους μετά την αιματηρή επιδρομή των Ισραηλινών στον στολίσκο με την ανθρωπιστική βοήθεια για τη Γάζα. Αντιθέτως η Μαντόνα, ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ, η Σούζαν Βέγκα κ.ά. αγνόησαν το μποϊκοτάζ, ενώ έχουν αναγγελθεί παραστάσεις των Τζεφ Μπεκ, Μαρκ Νόπφλερ, Placebo και του Ελτον Τζον. Ο τελευταίος για να δικαιολογηθεί δήλωσε ότι η μουσική ενώνει τους ανθρώπους, θυμίζοντας όμως σε όλους ότι ήταν ένας από τους λίγους καλλιτέχνες που είχαν παραβιάσει το μποϊκοτάζ του ΟΗΕ εναντίον του ρατσιστικού καθεστώτος της Νότιας Αφρικής.

Πέρσι ο Λέοναρντ Κόεν αναζήτησε συμβιβαστική λύση προσφέροντας τα έσοδα σε πληγείσες οικογένειες Εβραίων και Παλαιστινίων, αλλά δεν έπεισε έχοντας χορηγό την Israel Discount Bank, η οποία χρηματοδοτεί τον παράνομο εποικισμό, αναγκάζοντας και τη Διεθνή Αμνηστία να αποσύρει τη συμμετοχή της. Ο Κοστέλο, στην ιστοσελίδα του, αναφέρει ότι «υπάρχουν περιπτώσεις που το να περιλάβεις απλώς και μόνο το όνομά σου σε μία συναυλία μπορεί να ερμηνευθεί σαν μια πολιτική πράξη που σημαίνει πολύ περισσότερα απ’ οτιδήποτε μπορεί να τραγουδηθεί και να δίνει την εντύπωση ότι δεν νοιάζεσαι καθόλου για όσα υποφέρουν οι αθώοι».

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε τον Κοστέλο «ανάξιο να εμφανιστεί στο Ισραήλ», αλλά, όπως επισημαίνει ο ανταποκριτής της «The Guardian» Ρόρι Μακ Κάρθι, «το Ισραήλ είναι αυτό που έχει απαγορεύσει σε ανθρώπους να εισέλθουν στη χώρα λόγω των απόψεών τους, όπως στον εβραίο ακαδημαϊκό Νόαμ Τσόμσκι». Και δεν είναι ο μόνος.

Ο καθηγητής Ν. Φίνκελσταϊν και ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ καθηγητής Ρ. Φολκ, διακεκριμένοι εβραίοι των ΗΠΑ, χαρακτηρίστηκαν στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν ανεπιθύμητοι. Πρώτη φορά οι ανά τον κόσμο εβραίοι διανοούμενοι είναι βαθιά διχασμένοι σχετικά με την πολιτική του Ισραήλ. Μέσα σε έναν μήνα ξεπέρασαν τους επτά χιλιάδες αυτοί που υπέγραψαν το κείμενο της νεοσύστατης J(ewish)Call, που θεωρείται ευρωπαϊκό αντίστοιχο της JStreet που κοντράρει το φιλοϊσραηλινό λόμπι των ΗΠΑ.

Στο Ισραήλ και το Ιράκ

Αναμφίβολα, οι φονικές επιδρομές στη Γάζα, στο Ντουμπάι και στον στολίσκο, μαζί με τον εποικισμό στη Δυτική Οχθη και την εκδίωξη Αράβων από την Ιερουσαλήμ, έχουν εξεγείρει πολλούς πνευματικούς ανθρώπους, και μέσα στο Ισραήλ. Οι απόψεις των Τζεφ Χάλπερ (ανθρωπολόγος, συνιδρυτής της επιτροπής ενάντια στις κατεδαφίσεις-ICAHD), Γιούρι Αβνέρι (ειρηνιστής της Gush Shalom, συγγραφέας), Γκιντεόν Λεβί και Αμίρα Χας (δημοσιογράφοι), Γκίλαντ Ατζμον (μουσικός τζαζ), Ιλάν Πάπε (καθηγητής ιστορίας) και πολλών άλλων προσωπικοτήτων βρίσκουν απήχηση διεθνώς. Το κείμενο «84» πανεπιστημιακών εβραϊκής καταγωγής στη Βρετανία είναι ένα από τα πολλά που καταγγέλλουν σθεναρά την ισραηλινή πολιτική. Στον Καναδά 500 καλλιτέχνες τάχθηκαν κατά του άπαρτχαϊντ, στην Αυστραλία 300 πανεπιστημιακοί έστειλαν επιστολή στον πρωθυπουργό και στις ΗΠΑ 900 ακαδημαϊκοί ζήτησαν από τον πρόεδρο Ομπάμα να παρέμβει για την άρση του αποκλεισμού των Παλαιστινίων.

Επίσης, πολλά καινούρια βιβλία («Η Παλαιστίνη σε κομμάτια» του πρώην στελέχους της CIA Β. Christison, «Ισραηλινό άπαρτχαϊντ» του δημοσιογράφου Μπεν Ουάιτ, «Η επινόηση του εβραϊκού λαού» του καθηγητή ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ Σλόμο Σαντ κ.λπ.) ανατρέπουν τις κατασκευές της ισραηλινής προπαγάνδας. Η θεατρική παράσταση της Μάνιας Παπαδημητρίου με θέμα την αμερικανοεβραία ακτιβίστρια Ρέιτσελ Κόρι, που συνεθλίβη από μια μπουλντόζα Caterpillar προσπαθώντας να σώσει ένα σπίτι, εκφράζει την αλληλεγγύη των πνευματικών ανθρώπων στον λαό της Παλαιστίνης.

Στην Ινδία, το κράτος στρέφεται εναντίον της Αρουντάτι Ρόι, που έχει τιμηθεί με το βραβείο Μπούκερ για το βιβλίο της «Ο θεός των μικρών πραγμάτων», επειδή επισκέφθηκε αποκλεισμένες περιοχές εκατομμυρίων ιθαγενών και κατήγγειλε τη βίαιη εκδίωξη από τη γη τους που εκχωρείται σε πολυεθνικές εταιρείες όπως η Union Carbide, υπεύθυνη για τον θάνατο 20 χιλιάδων ανθρώπων από τοξικά αέρια.

Η κατάσταση των διανοουμένων είναι εντελώς τραγική στο Ιράκ. Στο Λονδίνο, ο γλύπτης Dia Azzawi κατασκευάζει μνημείο για 600 δολοφονημένους καλλιτέχνες και διανοούμενους και η ζωγράφος Hana Malallah, η οποία αναγκάστηκε το 2006 να εγκαταλείψει σε κατάσταση πλήρους διάλυσης την κάποτε περίφημη Σχολή Καλών Τεχνών της Βαγδάτης, συνθέτει έργα που απεικονίζουν την καταστροφή κάθε τέχνης στο Ιράκ.

Τώρα, μετά την επιδρομή των ξένων εργολάβων που εκμεταλλευόμενοι το τσουνάμι στην Ινδονησία εκδίωξαν τους ψαράδες από τα παραλιακά χωριά για να χτίσουν ξενοδοχειακά συγκροτήματα, η Ναόμι Κλάιν, συγγραφέας δύο παγκόσμιων μπεστ-σέλερ («Νο Logo» και «Το Δόγμα Σοκ»), ξεσκεπάζει το υποκριτικό ενδιαφέρον της Δύσης για τη σεισμόπληκτη Αϊτή. Σε αντίθεση με τις φιλανθρωπικές προσπάθειες του Τζορτζ Κλούνεϊ και άλλων καλλιτεχνών για την ανακούφιση των θυμάτων (Αλίσια Κις, Μπρους Σπρίνγκστιν, Στίβι Γουόντερ, Στινγκ, Μπιγιονσέ, Νιλ Γιανγκ, Τέιλορ Σουίφτ, Coldplay κ.ά.), ο αμερικανικός στρατός έχει καταλάβει τη χώρα και οι μεγαλοεργολάβοι διαμοιράζονται το φιλέτο της Καραϊβικής.

Σε όλο τον κόσμο, διανοούμενοι και καλλιτέχνες ρίχνουν το ειδικό τους βάρος σε αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη, τη δημοκρατία, το περιβάλλον, την ελευθερία, την ανεξαρτησία. Συνήθως δεν αποτελούν πλειοψηφία και συχνά πληρώνουν ακριβά την ευαισθησία τους. Αλλά η ανθρωπότητα τους χρειάζεται. Γιατί οι αδύνατοι είναι ανυπεράσπιστοι.

Αναχωρώντας απ’ τη ζωή, ο νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου ξαναθύμισε ότι, όταν η δόξα, ο πλούτος και ό,τι άλλο συνεπάγεται η επιτυχία δεν αμβλύνουν τη συνείδηση ενός καλλιτέχνη ή διανοούμενου η κοινωνική του παρέμβαση δρα πολλαπλασιαστικά και η φωνή του ακούγεται δυνατότερα.

Στέλιος Ελληνιάδης

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 4 Ιουλίου 2010