«Εμείς» να δώσουμε ζωή στις γειτονιές!

«Εμείς» να δώσουμε ζωή στις γειτονιές!

Προσωπικά, λυπάμαι που προτάσεις και ιδέες που προέρχονται έξω από κόμματα και οργανώσεις δεν εισακούονται από κορυφαία στελέχη. Ευτυχώς, είναι παρηγορητικό ότι υπάρχει κόσμος που ακούει. Και αν αργεί η Αριστερά, οι πολίτες σπεύδουν. Έχοντας γράψει στο Περίπτερο Ιδεών για την ανάγκη ξεμπροστιάσματος των βουλευτών σε επίπεδο εκλογικής τους περιφέρειας, προκειμένου να βαθύνει το ρήγμα στους κόλπους των κομμάτων εξουσίας, χάρηκα που, πριν λαλήσει τρις, πολίτες της Πιερίας και του Ηρακλείου Κρήτης έστειλαν εξώδικα κατά των τοπικών βουλευτών ζητώντας τους ευθύνες!

Μπράβο τους!

 

Επίσης, ήταν πολύ γρήγορη η ανταπόκριση στην πρόταση μας να δώσουμε εμείς οι ίδιοι ζωή στην πλατεία Βικτωρίας, χωρίς πολώσεις, ταμπέλες και ασφυκτικά πολιτικά πλαίσια, σε συνεργασία με τα καταστήματα και τις επιχειρήσεις της γειτονιάς.
Ήδη παίρνονται πρωτοβουλίες από διάφορες ομάδες, πραγματοποιήθηκαν δύο λογοτεχνικές εκδηλώσεις και προβλήθηκε το Debtocracy. Και το περασμένο σαββατόβραδο, «εμείς», δηλαδή μερικοί κάτοικοι της πλατείας Βικτωρίας και περιχώρων, κάναμε μία ωραιότατη βραδιά με μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Παρ’ όλο που για πρακτικούς λόγους δεν το δημοσιοποιήσαμε στον τύπο ή το ραδιόφωνο, πήγε καλά! Γιατί εκτός από μερικούς καλούς φίλους, ήρθαν πολλές παρέες από τη γειτονιά, άνθρωποι που μέχρι χτες δεν τους ξέραμε.
Η βραδιά έγινε στο σουβλατζίδικο, στο φαρδύ πεζοδρόμιο που έχει τα τραπέζια και τις καρέκλες του. Η διαδικασία; Απλή, πολύ απλή: Με μερικά τηλεφωνήματα και είκοσι αφισέτες που βάλαμε δύο μέρες νωρίτερα, παρ’ όλο που έλειπε πολύς κόσμος λόγω τριημέρου, μαζεύτηκαν εκατό γνωστοί και άγνωστοι, φίλοι και περίοικοι, γύρω από τους ΧιΨι που έπαιζαν ρεμπέτικα μέχρι τις επτά το πρωί!
Αυτές δεν είναι πρωτότυπες δράσεις, αλλά δεν είναι και μπαγιάτικες. Και το πιο σημαντικό είναι ότι δεν θέλουν ούτε κεντρικές γραμμές, ούτε καθοδηγητές, ούτε καν λεφτά. Λίγο μεράκι, λίγο κρασί και (εκτός από το αγόρι ή το κορίτσι σας) λίγο επιστροφή στην κοινωνία.
Το τελευταίο διάστημα, η πλατεία βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας εξ αιτίας του δολοφονικού μαχαιρώματος ενός πολίτη που έγινε στην περιοχή. Πολύ δυσάρεστο γεγονός που το αξιοποίησαν στο έπακρο οι χρυσαυγίτες για να στήσουν ένα χορό γύρω από το άτυχο θύμα, το οποίο καμία σχέση δεν είχε με τους φασίστες, κλαψουρίζοντας υποκριτικά για μια ανθρώπινη ζωή που χάθηκε άδικα και ταυτόχρονα σφάζοντας με μαχαίρια και σακατεύοντας ανυπεράσπιστους μετανάστες που έχουνε μάνα, αδελφές, γυναίκα και παιδιά, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, φτωχαδάκια, που για τους Ελληνοχριστιανούς φασίστες δεν είναι παιδιά του καλού θεού τους! Και δεν θα τα κατάφερναν οι νεοναζί, αν δεν είχαν δύο μεγάλους υποστηριχτές: την αστυνομία, που τους καλύπτει, υποθάλπει και αβαντάρει, και μεγάλα μέσα ενημέρωσης, που τους είχαν ώρες ολόκληρες ιδίως στα πρωινάδικα, όπως του Παπαδάκη στον Αντένα, να κάνουν φασιστική και ρατσιστική προπαγάνδα.
Έτσι δημιούργησαν ένα σκηνικό, που άγγιξε την πλατεία Βικτωρίας, αλλά δεν την άλωσε, τελικά. Γιατί φαίνεται ότι αφενός δεν βρήκαν οι φασίστες επαρκή ερείσματα και αφετέρου γιατί στη Χέιδεν είναι η Βίλα Αμαλία, με τους αντιεξουσιαστές που προστάτευσαν την πλατεία εκείνες τις δύσκολες μέρες.
«Εμείς» σκεφτήκαμε ότι είναι η καλύτερη στιγμή να διαφυλάξουμε την πλατεία, όχι με ρόπαλα και στείρες αντιπαραθέσεις με τον ακροδεξιό υπόκοσμο, αλλά συνδέοντας τις δράσεις μας με τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι σ’ αυτή την ωραία περιοχή του κέντρου.

 

 

Κόντρα στη θανατίλα!

Το σοβαρότερο πρόβλημα είναι η αναδουλειά. Η πλατεία έχει γύρω της εκατοντάδες μαγαζιά και επιχειρήσεις, που αιμορραγούν ασταμάτητα, πηγαίνοντας από το κακό στο χειρότερο. Γιατί, το ρήμαγμα της χώρας, και του εμποράκου, όπως αποκαλύφθηκε πανηγυρικά, έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια με τη συστηματική καταλήστευση της χώρας από 19 οικογένειες και τα βαποράκια τους, τους πολιτικούς, με υποστυλώματα ουκ ολίγους δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς και λοιπούς διανοούμενους. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η κρίση εμφανιζόταν από τα ΜΜΕ και τους ακροδεξιούς, που βρίσκονται μέσα σε όλα τα κόμματα εξουσίας κι όχι μόνο στα συμπληρώματά τους, τύπου ΛΑΟΣ, ότι είναι κρίση που οφείλεται στη «λαθρομετανάστευση» και στις διαδηλώσεις που γίνονται στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Κι αυτό το έχαψαν αμάσητο πολλοί έμποροι και ελεύθεροι επαγγελματίες, ακόμα και υπάλληλοι και εργάτες, από τα δεξιά ώς τα αριστερά.
Έτσι απέκρυψαν ότι η κρίση οφειλόταν στον εκτροχιασμό της χώρας που ροκανιζόταν από τον υπερδανεισμό, τη φαυλοκρατία, τις υπερτιμολογήσεις στα δημόσια έργα και τις προμήθειες, αλλά και στην εσωτερική αποδόμηση της ελληνικής οικονομίας. Τη συστηματική αποβιομηχάνιση και εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής, αλλά και την προσχεδιασμένη καταστροφή του λιανικού εμπορίου με τη συγκεντροποίηση σε δέκα-είκοσι τεράστια εμπορικά κέντρα τα οποία στην κυριολεξία ρούφηξαν τους τζίρους εκατοντάδων χιλιάδων μαγαζιών, από τα οποία ζούσαν εκατομμύρια πολίτες και αποτελούσαν το ζωτικό τομέα κάθε γειτονιάς, άνευ του οποίου κάθε συνοικία μαραζώνει, υποβαθμίζεται και πεθαίνει. Και έγινε τόσο αποτελεσματική προπαγάνδα, τέτοια πλύση εγκεφάλου, που οι πολίτες -έμποροι και καταναλωτές- γιόρταζαν αποβλακωμένοι αυτή τη θανάτωση της ζωής σαν εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη. Τους έμαθαν να χαίρονται με το θάνατό τους ή με το θάνατο του διπλανού τους που προηγείται, και τους έκαναν συνενόχους με δάνεια και τηλεοπτική λάσπη, μετατρέποντας τον πολίτη από σκεπτόμενο άνθρωπο σε καταναλωτικό χόρτο.
Αυτή τη θανατίλα βιώνουμε τώρα.
Τι κάνουμε, λοιπόν;
Στην πλατεία Βικτωρίας, ξεκινήσαμε μόνοι μας την αναζωογόνησή της, τώρα!
Πρώτο βήμα. Να σπάσουμε το φόβο που έχουν εμφυσήσει στους κατοίκους με θετικές ενέργειες. Να ξαναγαπήσουμε την περιοχή μας. Να σκεφτόμαστε συλλογικά. Να συμμετέχουμε.
Πήραμε σβάρνα τα μαγαζιά. Εσείς, τους είπαμε, θα βάζετε το χώρο κι «εμείς» θα σας φέρνουμε κόσμο, πελάτες, θαμώνες. Εδώ και τώρα! Κι αυτό έχει μεγάλη απήχηση.
Στο σουβλατζίδικο ήταν ωραία. Οι 80 καρέκλες δεν έφτασαν, παρ’ όλο που είχαμε φοβηθεί προς στιγμήν, όταν διαπιστώσαμε ότι οι εννιά στους δέκα φίλους που καλέσαμε τηλεφωνικά, έλειπαν για το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, καταλήξαμε και στο εξής χρήσιμο συμπέρασμα. Να φροντίσουμε ώστε η επανάσταση να μη γίνει Σαββατοκύριακο ή κανένα τριήμερο αργιών, γιατί πολλοί αριστεροί θα λείπουνε στις εξοχές! Αν και ένας φίλος είπε ότι μάλλον είναι καλύτερα να λείπουν οι αριστεροί, γιατί αν είναι παρόντες, μέχρι να τα βρούνε μεταξύ τους, η ευκαιρία για την επανάσταση θα έχει χαθεί! Κακίες!

Στέλιος Ελληνιάδης

[Η φωτογραφία είναι του Στέλιου Ελληνιάδη]

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

 φ. 70, 18 Ιουνίου 2011 
 
Advertisements

Το έλος της μικρής μας πόλης

Το έλος της μικρής μας πόλης

Από κοινωνία δημιουργικών συνοικιών, η Αθήνα έγινε εργοτάξιο αδίστακτων εργολάβων και πολιτικών, στερημένη από κάθε ίχνος αττικής κουλτούρας

 

 

Τριάντα χρόνια άφηνα έξω από το σπίτι την παλιά και βαριά R100. Πρόπερσι μου κλέψανε την μπροστινή ρόδα, στην πλατεία Βικτωρίας. Πέρσι μου πήραν το ποδήλατο, στου Ψυρρή, την ώρα που έπινα καφέ. Προχτές, άρπαξαν στην Πατησίων την αλυσίδα από το λαιμό μιας γειτόνισσας. Κάπως έτσι ζούμε στην Αθήνα.

  

 

Η πόλη μας άλλαξε, και αλλάζει αναγκαστικά ο τρόπος ζωής και η κουλτούρα μας. Η υποβάθμιση έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια και συνεχίζεται με αμείωτη ένταση.

Στην Αθήνα, αν πάθεις έμφραγμα πρέπει να είσαι πολύ τυχερός για να φτάσεις έγκαιρα στο εφημερεύον νοσοκομείο, αν θέλεις να παίξεις μπάλα πρέπει να πας εκδρομή κι αν έχεις μικρό παιδί είναι λαχείο να βρεις θέση σε παιδικό σταθμό. Η πόλη ξέμεινε από ανάσες και δρόμους διαφυγής. Τα σκουπίδια έχουν εκατονταπλασιαστεί. Κανένας δήμαρχος, κανένας υπουργός και καμία κυβέρνηση δεν νοιάστηκε. Το μοντέλο τους οδηγεί τη γειτονιά και κατά προέκταση όλο το δήμο σε κατάρρευση. Εξαφάνισαν τους παράγοντες που δημιουργούσαν τον τοπικό βιωματικό πολιτισμό και δημιούργησαν μία βιτρίνα πόλης, μεταφέροντας όλες τις λειτουργίες της συνοικίας έξω από τη συνοικία.

Η Αθήνα ήταν η σινεμαδούπολη των Βαλκανίων με 500 κινηματογράφους και εκατό ελληνικές ταινίες που γυρίζονταν κάθε χρόνο μέσα στην πόλη! Τώρα, στις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, έχει 500 οίκους ανοχής από τον Αγιο Παντελεήμονα Αχαρνών ώς τον Κεραμεικό και εκατοντάδες πόρνες κατά μήκος των οδών Πατησίων, 3ης Σεπτεμβρίου και Σόλωνος, σε μια τεράστια πιάτσα δίπλα στα σουπερμάρκετ της ηρωίνης.

Η χαριστική βολή στα μαγαζιά

Η Αθήνα ήταν πανεπιστημιούπολη με δεκάδες σχολές και χιλιάδες φοιτητές που συντηρούσαν εκατοντάδες βιβλιοπωλεία, δισκοπωλεία, καφετέριες και ρουχάδικα. Τώρα, ο φοιτητόκοσμος περιορίστηκε στο άχαρο και άψυχο γκέτο της Πανεπιστημιούπολης, στις παρυφές της πόλης. Αντιθέτως, στο κέντρο μεταφέρθηκαν οι μεγάλες πίστες, από την παραλιακή, τη Συγγρού και την εθνική οδό. Αν περάσεις κατά τη διάρκεια της μέρας από του Ψυρρή ή το Γκάζι, δεν κυκλοφορεί ψυχή. Ζωνταντεύουν το βράδυ και το πρωί ξαναπεθαίνουν. Ζόμπι.

Η Αθήνα ήταν ζωντανή απ’ άκρη σ’ άκρη. Τα μαγαζιά κρατούσαν την πόλη «ανοιχτή» από τους πιο κεντρικούς ώς τους πιο απόμερους δρόμους. Κάτοικοι και καταστηματάρχες αποτελούσαν από κοινού τη γειτονιά. Σταδιακά, διοχετεύθηκε ο κόσμος στα τεράστια εμπορικά κέντρα και άρχισε η αφαίμαξη της γειτονιάς. Ikea, The Mall, Carrefour κ.λπ., ξεχαρβάλωσαν τον εμπορικό ιστό της πόλης. Και τώρα, με τα κυβερνητικά μέτρα, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά θα ξεπεράσουν τα νοικιασμένα.

Οι δήμαρχοι, απόλυτα δεμένοι με την κεντρική εξουσία, χρησιμοποιούν το δήμο για την παραπέρα αναρρίχησή τους και ευθύνονται για την αφυδάτωση και τη χρεοκοπία της πόλης. Αντί να διασώζουν ό,τι υπάρχει, να αναπληρώνουν ό,τι χάνεται και να δημιουργούν συνθήκες ευνοϊκές για την τοπική κουλτούρα, υποτάσσουν την πόλη στους εργολάβους και τα τραστ. Είναι χαρακτηριστική η επίμονη υποστήριξη του δημάρχου στην κατασκευή του εμπορικού κέντρου του Βωβού στο Βοτανικό, το οποίο στοχεύοντας στην προσέλκυση 25 χιλιάδων επισκεπτών ημερησίως (μόλις ένα χιλιόμετρο από το εμπορικό κέντρο) θα έδινε τη χαριστική βολή στα καταστήματα που κρατούν την πόλη ζωντανή.

Είναι χαρακτηριστική και η αδιαφορία των δημάρχων για χώρους και κτίρια που με την παρουσία τους καθόριζαν το στίγμα κάθε περιοχής. Η πρόσφατη, επί θητείας Νικήτα Κακλαμάνη, κατεδάφιση του αρχοντικού σινέ «Αττικα» που δέσποζε σαν σήμα κατατεθέν της πλατείας Αμερικής, ήταν η τελευταία από μια σειρά κατεδαφίσεις ή αλλαγές χρήσης που εξαφάνισαν έναν άξονα πολιτισμού που ξεκινούσε από το Πολυτεχνείο και έφτανε ώς τα όρια του δήμου της Αθήνας, στη Ριζούπολη. Περισσότερα από 25 κινηματοθέατρα, μερικά εξαίσια κτίρια, απαλλοτριώθηκαν. Το θέατρο των αδελφών Καλουτά, το φαντασμαγορικό «Ράδιο Σίτι» στην πλατεία Κολιάτσου και το σινέ «Σελέκτ» στον Αγιο Λουκά έγιναν άχαρα σουπερμάρκετ. Το σινέ «Αντζελα» με την ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική του κατάντησε ερείπιο. Καταρρέει και το «Green Park» στο Πεδίον του Αρεως. Το εργοστάσιο και τα στούντιο της Κολούμπια έγιναν μπάζα. Ούτε η ιστορία τους, ιστορία της ελληνικής μουσικής, ούτε ο αγώνας των κατοίκων για να γίνουν μουσείο της ελληνικής δισκογραφίας συγκίνησαν τους υπουργούς Πολιτισμού και το δήμαρχο της Αθήνας. Ούτε ενδιαφέρθηκαν για το στούντιο Polysound, στο ύψος του Αρχαιολογικού Μουσείου, που κατεδαφίστηκε παίρνοντας μαζί του την ιστορία που έγραψε ο Γιάννης Σμυρναίος ηχογραφώντας όλους τους σημαντικούς καλλιτέχνες του ελληνικού τραγουδιού από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τη Μαρινέλλα ώς τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Ακη Πάνου.

Αντίστοιχες και εξίσου θλιβερές είναι οι απώλειες σε όλους τους άξονες της πόλης, με μελλοθάνατο το σινέ «Αστρον», 1.360 θέσεων, στους Αμπελόκηπους, όπου διοργανώναμε κυριακάτικα πρωινά με τους Socrates. Η πόλη δεν διαθέτει πια σινέ τέχνης· μετά την «Αλκυονίδα» και το «Στούντιο», σφραγίστηκε και το «Αλφαβίλ».

Η εξουθενωτική περιπέτεια της αυτοδιαχειριζόμενης έκθεσης βιβλίου, που πραγματοποιείται την άνοιξη και το φθινόπωρο, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της τύχης των πολιτισμικών στοιχείων της πόλης. Εκδιώχτηκε από το Πεδίον του Αρεως όπου λειτουργούσε επί τριάντα χρόνια και έκτοτε φθίνει, ελλείψει χώρων, από δω κι από κει.

Η Αθήνα αποτελούσε ένα πολυεστιακό κέντρο παραγωγής πολιτισμού. Κάθε συνοικία είχε το δικό της δίκτυο. Θέατρα, σινεμά, κλαμπ, ταβέρνες, εργαστήρια κοσμημάτων και κεραμικών, ωδεία και αλάνες για ποδόσφαιρο. Και οι καλλιτέχνες ζούσαν και δημιουργούσαν στις συνοικίες. Για παράδειγμα, ο Μαμαγκάκης στην Αγία Ζώνη, ο Σαββόπουλος στη Δεινοκράτους, ο Χατζιδάκις στη Ρηγίλλης, ο Σπανός και ο Σιδηρόπουλος στην πλατεία Αμερικής, ο Ακης Πάνου στα Πατήσια, ο Ξαρχάκος στα Εξάρχεια, ο Μουσαφίρης στο Κουκάκι, ο Σούκας στην Κυψέλη και δεκάδες άλλοι, σε διαμερίσματα πολυκατοικιών ή μικρές μονοκατοικίες, έπιαναν το σφυγμό της πόλης εξ επαφής και όχι εξ αποστάσεως και τον μετέτρεπαν σε μουσική της πόλης. Το Μέγαρο Μουσικής, το «Παλλάς», η «Τεχνόπολις» και το «Μπάντμιντον» αποτελούν αποκτήματα της πόλης, αλλά είναι υπερτοπικού χαρακτήρα και δεν αντισταθμίζουν τις απώλειες στη βάση της κοινωνίας.

Στέρεψαν οι γειτονιές

Αυτή η πόλη διαλύεται συστηματικά από μία διαπλεκόμενη πολιτική και οικονομική εξουσία που αντιλαμβάνεται την πρόοδο ως μια διαρκή εργολαβία ανεξαρτήτως επιπτώσεων στο περιβάλλον και τον πολιτισμό. Τα αποτελέσματα είναι ορατά. Ο συνδυασμός ημιμαθών επαρχιωτών και αποξηραμένων αποφοίτων αμερικανικών πανεπιστημίων στην εξουσία εξαφανίζει τα ίχνη της αστικής κουλτούρας που χάραζαν φωτισμένοι δάσκαλοι, αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι, καλλιτέχνες και διαλύει τα στοιχεία που συνάρθρωναν τη σπουδαία λαϊκή κουλτούρα της πόλης. Η λουστραρισμένη με πτυχία του Yale και του Harvard πολιτισμική ανεπάρκεια δεν κρύβεται, ούτε στις ιδέες, ούτε στα έργα τους. Η φτώχεια δεν εμπόδιζε την πόλη να είναι παραγωγική. Η ασφυξία που προκαλεί η πολιτική και οικονομική εξουσία την εμποδίζει.

Οι γειτονιές από αυτάρκεις μονάδες που συνδύαζαν κατοικία, εργασία, σπουδές και αναψυχή, αφυδατώθηκαν και στέρεψαν. Οι κάτοικοι έπρεπε πλέον να ικανοποιούν πολλές από τις ανάγκες τους μακριά από τις εστίες τους. Σε αμιγείς χώρους εμπορίου και μαζικής αναψυχής. Κάτι το οποίο είναι αυτονόητο στις νεόδμητες περιοχές των Βριλησσίων και του Αμαρουσίου, αλλά όχι στην Κυψέλη και τα Πατήσια. Χωρίς τα δικά τους στοιχεία, οι γειτονιές με μεγάλη πυκνότητα, προβληματικές υποδομές και χαμηλά εισοδήματα, υποβαθμίζονται δραματικά. Εντάθηκε η αποξένωση και η απομόνωση.

Αναπόφευκτη συνέπεια της υποβάθμισης ήταν να προσελκύσουν το μεγάλο ρεύμα των φτωχών μεταναστών, που προσανατολίστηκαν σε περιοχές που είχαν ήδη αρχίσει να φθίνουν οικονομικά, περιβαλλοντικά και πολιτισμικά.

Οταν ήρθαν οι μετανάστες στην πόλη τα υδραυλικά είχαν ήδη σκουριάσει, οι υπόνομοι πλημμύριζαν, τα αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα πάνω στα πεζοδρόμια. Αλλά και αυτό το κύμα μετανάστευσης που άλλαζε το πολιτισμικό στίγμα της πόλης, δεν αντιμετωπίστηκε με κάποιο σχέδιο αρμονικής συνύπαρξης. Το μεταναστευτικό σπρώχτηκε κάτω από το χαλί σαν σκουπίδι δημιουργώντας βαθιά ρήγματα στην κοινωνία. Με αποτέλεσμα να ευνοηθούν οι παραβατικές συμπεριφορές και να συμπιεστούν οι πολιτισμικές ανάγκες εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που στερούνται τα απολύτως στοιχειώδη για να ζήσουν με αξιοπρέπεια.

Ξαφνιάστηκαν οι Αθηναίοι που χιλιάδες μουσουλμάνοι προσευχήθηκαν στην πλατεία Δημαρχείου. Αλλά δεν τους λείπει μόνο το τζαμί. Στην πλατεία Κουμουνδούρου, κάθε Κυριακή μεσημέρι, οι Πακιστανοί παίζουν κρίκετ ανάμεσα στα δέντρα και στην πλατεία Βικτωρίας οι Σομαλοί παίζουν μπάλα μετά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα που αδειάζουν οι καφετέριες. Για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους με δική τους κουλτούρα και δικές τους ζωτικές ανάγκες δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη. Ετσι, αναζητούν λύσεις και διεξόδους στο περιθώριο, προκαλώντας συχνά τη δυσφορία των εντοπίων.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, αναπτύσσονται άμυνες και αντιστάσεις από δημιουργικούς και ανήσυχους ανθρώπους. Οι πιο εύποροι μετακόμισαν σε πιο ασφαλείς και ευάερες περιοχές. Ανάμεσα σ’ αυτούς που παραμένουν, υπάρχει μία εμφανής τάση να δημιουργηθούν αυτόνομες περιοχές, καταφύγια μέσα στην πόλη που γίνεται όλο και πιο άγρια και αφιλόξενη. Γεννιούνται παρέες διασυνοικιακές, ορίζονται και διαμορφώνονται περιοχές, πάρκα και πλατείες, κτίρια και στέκια πάσης φύσεως με όρους μικρής ή μεγάλης αυτονομίας. Τα Εξάρχεια είναι μια αυτάρκης συνοικία με χαρακτήρα. Σπίτια, μαγαζιά, σχολές, καταστήματα, εργαστήρια, καφετέριες, στέκια. Ολα μαζί σε ένα. Αλλά ο σπόρος φυτρώνει κι αλλού, σε μικροκλίμακες. Σε όλες σχεδόν τις συνοικίες υπάρχουν καταλήψεις κτιρίων και γης. Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης λειτουργεί σαν χώρος πολιτισμού εδώ και τρία χρόνια από κατοίκους. Το πάρκο Κύπρου και Πατησίων ξαναφυτεύτηκε έπειτα από συνεχείς αντιπαραθέσεις με το δήμο και την αστυνομία. Στο κτήμα Δρακόπουλου εμποδίστηκε η ανέγερση πολυώροφου κτιρίου και στο άλσος Παγκρατίου η κατασκευή θεάτρου από το δήμο. Το πάρκο Διδότου και Χ. Τρικούπη δημιουργήθηκε εκ του μηδενός και συνεχώς βελτιώνεται. Και γύρω απ’ όλους αυτούς τους χώρους αναπτύσσονται συλλογικότητες. Συσπειρώνονται κάτοικοι κάθε ηλικίας και επαγγέλματος που προστατεύουν το περιβάλλον δημιουργώντας εστίες πολιτισμού. Σ’ αυτούς τους χώρους βρίσκουν χώρο έκφρασης και ακροατήριο θεατρικές ομάδες, μουσικά σύνολα και χορευτικά συγκροτήματα, γίνονται μαθήματα γλώσσας και παρουσιάσεις βιβλίων.

Στο ίδιο πνεύμα, πολλαπλασιάζονται οι «πολυχώροι» («Ιανός», «Bios», «@ρουφ», «Φλοράλ», «Νοσότρος», «Μπλακ Ντακ» κ.ά.) σε ανθρώπινη κλίμακα. Επίσης, πολλές μικρές θεατρικές και μουσικές σκηνές, σε υπόγεια, αποθήκες, ακόμα και διαμερίσματα. Σε ανοιχτούς χώρους, η πόλη φιλοξενεί πολλά ενδιαφέροντα φεστιβάλ: Resistance, Αντιρατσιστικό, Β-Fest, Νεολαίας Συνασπισμού κ.λπ. Φέτος, μεταξύ άλλων, είδα τη σπουδαία έκθεση κοινωνικής αφίσας του Δημήτρη Αρβανίτη, άκουσα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τους Χαΐνηδες, παρακολούθησα τις ομιλίες του Ντομένικο Λοζούρντο και του Ντέιβιντ Γκρέμπερ και έφαγα ωραία φαγητά από αφρικανές μετανάστριες. Η άμυνα αναπτύσσεται από δεκάδες μικρές ομάδες που ξεπηδούν στις γειτονιές με τη μορφή κινήσεων πολιτών, αντιεξουσιαστικών πυρήνων, καλλιτεχνικών ομάδων, ροκ συγκροτημάτων κ.λπ. Ενώ το εμπορικό τραγούδι σέρνεται στις μεγάλες πίστες, εκατοντάδες μουσικά σχήματα μετατρέπουν την ασφυξία σε κραυγή και τα γκράφιτι οριοθετούν τις περιοχές.

Ο δήμαρχος προωθεί τσιμεντένιες αναπλάσεις και έρχεται σε ρήξη με τις δημιουργικές επιλογές των ενεργών κατοίκων που ανησυχούν και παίρνουν πρωτοβουλίες, προσεταιριζόμενος την αδιάφορη, κλεισμένη στα σπίτια της σιωπηλή πλειοψηφία που τον ψηφίζει από άγνοια και φόβο. Αρωγός του εφεξής και ο μελλοντικός δημοτικός σύμβουλος Ηλίας Ψινάκης. Στην πόλη που έχει σημείο αναφοράς την Ακρόπολη.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,   Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Από τον Σαββόπουλο στον Λαζόπουλο

Από τον Σαββόπουλο στον Λαζόπουλο

Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα έκλεισε καλλιτεχνικά με την πληθωρική παρουσία του Διονύση Σαββόπουλου στη μεγάλη σκηνή του «Παλλάς» και του Λάκη Λαζόπουλου στη μικρή οθόνη της τηλεόρασης. Με μια πολυσύνθετη αναδρομή του ενός στην αφετηριακή δεκαετία του ’60 και ένα σχόλιο του άλλου στην τρέχουσα επικαιρότητα. Το χτες και το σήμερα; Περίπου.

 Κουβανέζικη επανάσταση, αντιπολεμικό κίνημα, Βιετκόνγκ, Πολιτιστική Επανάσταση, Τσε, Ανοιξη της Πράγας, Γαλλικός Μάης, Μαύροι Πάνθηρες, Μπέρκλεϊ, Μπιτλς, χιπισμός, ροκ, Ντίλαν, ψυχεδέλεια, μίνι φούστα, κασετόφωνα, Μαρκούζε, ερωτική απελευθέρωση, Γκοντάρ, Καστοριάδης, Γκαγκάριν, ταξίδι στο φεγγάρι, παλαιστινιακή αντίσταση, 114, Άξιον Εστί, ελληνικό ροκ, αντιδικτατορικός αγώνας… Αυτή τη δεκαετία ανατροπών συνόψισε ο Σαββόπουλος μέσα σε λίγα σπουδαία τραγούδια. Μάγοι στη σκηνή, Συννεφούλα, Ηλιος αρχηγός, Βιετνάμ γιε-γιε, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα, Αμνηστία ’64, Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ, ο Καραγκιόζης που ονειρεύεται… Θέματα, μουσικές, ύφος και τρόπος παρουσίασης έξω από το πολιτιστικό μέινστριμ. Η πιο ενδιαφέρουσα έκφραση της ανατρεπτικής δεκαετίας. Και σε συνθήκες λογοκρισίας.

Εκτοτε, η χούντα έπεσε, η Κύπρος διχοτομήθηκε, το Βιετνάμ απελευθερώθηκε, το απαρτχάιντ στη Ν. Αφρική καταργήθηκε, η Σοβιετική Ενωση κατέρρευσε, η Αμερική φτώχυνε, η Κίνα αναδύθηκε, η Βενεζουέλα του Σιμόν Μπολίβαρ αναστήθηκε, οι πόλεμοι επέστρεψαν, το κλίμα αλλάζει, τα τρόφιμα ακριβαίνουν, το νερό μολύνεται, το AIDS σκοτώνει εκατομμύρια, δικαιώματα και κοινωνικές παροχές περιορίζονται, διανοούμενοι υπερασπίζονται το σύστημα, οι Ρόλινγκ Στόουνς είναι δισεκατομμυριούχοι, οι Χέντριξ, Μόρισον, Τζόπλιν, Τζόουνς, Κομπέιν, Ασιμος, Γώγου κ.ά. αυτοχειριάστηκαν, ο Ακης Πάνου κατέληξε στη φυλακή, τα τραγούδια έγιναν mp3, οι ζωγράφοι εγκλωβίστηκαν στις γκαλερί και η ζωγραφική βγήκε στον δρόμο, η παιδεία έγινε εμπόριο και οι φοιτητές ψηφίζουν δεξιά, Γέλτσιν-Μπους-Μπλερ-Σαρκοζί-Μπερλουσκόνι επιτάχυναν την παρακμή του δυτικού μοντέλου, η Ελλάδα καίγεται στα τζάκια, η γλώσσα τσουρουφλίζεται στα σχολεία, ο Θεοδωράκης τιμήθηκε από την αστυνομία και τον στρατό και ο Παρθενώνας μετακόμισε από την Ακρόπολη σε πολυκατοικία στου Μακρυγιάννη.

Πού είναι ο νέος Σαββόπουλος να μας τα πει; Παρακολουθώντας την ωραία παράσταση στο «Παλλάς», ένιωθα την προσπάθεια του Διονύση να ξανασυνδεθεί με τη δεκαετία του ’60, επιστρατεύοντας τραγούδια, νοσταλγία και συναίσθημα. Δεν ήταν εύκολο. Ισως γιατί ο Σαββόπουλος χρόνια τώρα κρατάει αποστάσεις, ενώ πολλοί συνομήλικοί του στο κοινό δεν έπαψαν ποτέ να ζουν με το άρωμα της δεκαετίας του ’60. Και οι νέοι με τα λάπτοπ επίσης μεγαλώνουν με Ντίλαν, Ντορς, Στόουνς, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση και Σιδηρόπουλο. Η αντίρρηση και η αμφισβήτηση εξακολουθούν να εκφράζονται με διαδηλώσεις για την παιδεία, αντιπολεμικές κινητοποιήσεις, ποδήλατα, καταλήψεις, ροκ και ρεμπέτικο. Σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες, οι πολίτες με ανησυχίες δεν απομακρύνθηκαν ποτέ από το πνεύμα των sixties.

Ζητούνται νέοι ανατροπείς

Οι δεκαετίες που μεσολάβησαν άφησαν άδειους ουρανοξύστες στο Αμπου Ντάμπι, κουφάρια των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, υπερχρεωμένα νοικοκυριά, σκάνδαλα, αύξηση αναλφαβητισμού, εκατομμύρια μεταναστών και προσφύγων, παραπληροφόρηση, καταναλωτισμό, τυποποιημένα πολιτιστικά προϊόντα, καταστροφή της φύσης, πείνα, εγκληματικότητα, ανεργία και ανασφάλεια. Πού είναι, όμως, οι νέοι φιλόσοφοι, πανεπιστημιακοί, ζωγράφοι, ποιητές και τραγουδοποιοί με ιδέες και πνευματικό ανάστημα να εκφράσουν την εποχή, να θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, να ξεβολευτούν; Πού είναι οι ανατροπείς της καθεστηκυίας αισθητικής; Οι διάδοχοι των καινοτόμων δημιουργών Ελύτη, Ρίτσου, Αναγνωστάκη, Γκάτσου, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ζαμπέτα, Ξαρχάκου, Καλδάρα, Λοΐζου, Τσαρούχη, Μόραλη, Κοψίδη, Κουν, Κωνσταντινίδη, Ασιμου κ.λπ.;

Κυριάρχησε η μικροαστική κουλτούρα που απαθανάτισε στους «Μικρούς Μήτσους» ο Λαζόπουλος. Photoshop οπίσθια και σιλικονούχα στήθη μπήκαν με νίτρο στη ζωή μας, πρωινάδικα εγκαταστάθηκαν στα διαμερίσματά μας, τζιπ με τσαρούχια κυριάρχησαν στα όνειρά μας και τηλεψωνάκηδες αναγορεύθηκαν βουλευτές κωλτούρας. Και το «Αλ τσαντίρι» ανέλαβε σχεδόν αποκλειστικά τον επιθετικό σχολιασμό του νεοελληνικού εξαμβλώματος. Αλλά ένα σόου δεν μπορεί να αναπληρώσει το καλλιτεχνικό ρεύμα ιδεών και δράσεων που λείπει. Εξάλλου, η τηλεόραση όλα τα κάνει κιμά. Αφαιρεί από τους πολίτες τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχή και τους καθιστά υποχείρια της εξουσίας, παθητικούς καταναλωτές του προκάτ και της κακογουστιάς.

Εάν κάθε φορά εξεγείρονταν λιγάκι από την καυστική κριτική του Λαζόπουλου, εκατομμύρια τηλεθεατές θα ξεχύνονταν στους δρόμους. Η τηλεόραση μεταλλάσσει το πιπέρι σε καραμέλα και το διεγερτικό σε κατασταλτικό. Ακυρώνει τον κριτικό λόγο. Ακόμα και τις υπερβάσεις που επιτρέπουν οι λογοκριτές στον Λαζόπουλο επειδή είναι παιδί των ΜΜΕ με ασυναγώνιστη εμπορικότητα. Οι αγανακτισμένοι νοικοκυραίοι ευχαριστιούνται που τα λέει έξω από τα δόντια για λογαριασμό τους και μετά πάνε για ύπνο ξαλαφρωμένοι. Ούτε οι πιο εύστοχες ατάκες δεν τους ξεκολλάνε απ’ τον καναπέ για να κάνουν τον θυμό τους διαμαρτυρία. Και στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσουν τους ίδιους.

Η παραδοσιακή αριστερά συντηρείται ακόμα χάρη στο πολιτιστικό της απόθεμα από το παρελθόν. Δεν ξανοίγεται ούτε διακινδυνεύει. Φοβάται το νέο, το διαφορετικό, το απρόβλεπτο, που δεν έχει αξιολογηθεί από τους ειδικούς.

Το καθιερωμένο χάσκει. Παραέξω, εκτός ΜΜΕ και «Παλλάς», υπάρχουν παιδιά που δημιουργούν παρέες, μουσικοί που παίζουν σε μουσικά σχολεία, καταλήψεις και μπαράκια, ζωγράφοι που κάνουν γκράφιτι σε τοίχους και τρένα, μικρομηκάδες που φτιάχνουν αυτοσχέδια φιλμάκια, εξαιρετικοί γελοιογράφοι και κομίστες με πένα αιχμηρή, ακτιβιστές που στήνουν μπλογκ, φυτεύουν παρκάκια στην άσφαλτο, κάνουν θέατρο δρόμου και εκδίδουν έντυπα σε όλη την Ελλάδα. Αλλά σ’ αυτές τις μικρές σκηνές δεν διεκδικούν δάφνες. Δεν ψάχνουν το φανταχτερό αλλά το αληθινό. Δεν προσφέρουν υλικό χρήσιμο για τηλεοπτικά παράθυρα, ραδιοφωνικά πλέιλιστ και πολιτιστικά τρίστηλα. Και δεν πάνε Μέγαρο.

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  17 Ιανουαρίου 2010