Κρίση, με πιάνει κρίση

Κρίση, με πιάνει κρίση

Παλιά, η φτώχεια είχε… πλούσιο ρεπερτόριο. Σήμερα, ο νεοπλουτισμός παραμένει ακόμα τόσο ισχυρός, που η οικονομική κατάρρευση ελάχιστα έχει αγγίξει τα νέα τραγούδια.
Κάτι άλλαξε στα τραγούδια. Η οικονομική κρίση, η νέα φτώχεια και η καταπολέμησή της δεν ανιχνεύονται μέσα στις στροφές τους. Γι’ αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκήρυξε πανευρωπαϊκό διαγωνισμό τραγουδιού παροτρύνοντας νέους δημιουργούς να καλύψουν αυτή την έλλειψη που παρατηρείται και στην Ελλάδα αν και έχει μεγάλη παράδοση τραγουδιών για τη φτώχεια και τις συνέπειές της.

«Τι να γίνει, Πολυξένη; Το δολάριο ανεβαίνει, το δολάριο κατεβαίνει, η ζωή μας ακριβαίνει, πάρε φάβα και κρεμμύδια, και θα φάει απ’ τα ίδια όλη μας η φαμελιά» τραγουδούσε ο Ζαμπέτας. Ενώ τώρα, με όλους τους οικονομικούς δείκτες στο κόκκινο, οι λέξεις κρίση, φτώχεια, φτωχολογιά, φτωχοκόριτσο, φτωχός, φτωχαδάκι, φτωχόπαιδο, φτωχομάνα, φτωχόσπιτο, φτωχογειτονιά, φτωχολόι, μπατίρης, άφραγκος, ρέστος, ταπί, άνεργος κ.λπ., που ήταν συνηθισμένες στα τραγούδια τουλάχιστον μέχρι το 1980, στα σημερινά αναφέρονται πολύ σπάνια.

«Τα φράγκα κάνανε φτερά, για μένα δεν υπάρχουν και όμως άλλοι, φίλε μου, με το τσουβάλι τα ‘χουν… Κοιτώ την άδεια τσέπη μου και βαριαναστενάζω, κι αν είναι έτσι, σίγουρα, τη βγάζω δεν τη βγάζω» (Μπ. Μπακάλης).

Τα λογοκριμένα

Παλιότερα η φτώχεια στο λαϊκό τραγούδι σπάνια είχε συγκεκριμένες πολιτικές αιχμές, γιατί η κρατική λογοκρισία δεν άφηνε να περάσει οτιδήποτε μεμφόταν την εξουσία ή ξεσήκωνε τον εργαζόμενο λαό. Από τη μεταξική δικτατορία, με αιτία και πρόσχημα τα χασικλίδικα τραγούδια, η λογοκρισία εδραίωσε τον ασφυκτικό κλοιό της κόβοντας ό,τι ήταν ενοχλητικό. Κι αυτή η πρακτική συνεχίστηκε μεταπολεμικά υπό καθεστώς δημοκρατίας.

Ομως η φτώχεια ήταν εκτεταμένη και οι δημιουργοί δεν μπορούσαν να την αγνοήσουν. Αναζητούσαν λοιπόν τεχνάσματα για να ξεπερνούν τα λογοκριτικά εμπόδια. Συνήθως, μεταμφίεζαν τα τραγούδια για τη φτώχεια σε ερωτικά! Έτσι, κυκλοφόρησαν πάρα πολλά τραγούδια. Φτώχεια και έρωτας, φτώχεια και μετανάστευση, φτώχεια και φιλότιμο, φτώχεια και διασκέδαση, φτώχεια και περηφάνια, φτώχεια και ταξικές διαφορές! «Το χρήμα μάς χωρίζει δυστυχώς, εσύ είσαι πλούσια κι εγώ φτωχός» (Χ. Κολοκοτρώνης).

Τα τραγούδια για τις δυσκολίες που δημιουργεί η έλλειψη χρημάτων στην καθημερινή επιβίωση και τις ανθρώπινες σχέσεις είναι αμέτρητα. Ισως παραπάνω από τα μισά να γράφτηκαν και να τραγουδήθηκαν από το 1948 ώς το 1960. Τραγούδια φτώχειας, μόχθου και μοίρας που προηγούνται χρονικά των αντίστοιχων ινδικών που φτάνουν μέσα από ταινίες όπως «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» και τα οποία φέρνουν τον λαό της μιας χώρας κοντά στον λαό της άλλης πρώτη φορά ύστερα από την «επίσκεψη» του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ινδία πριν από 2.300 χρόνια!

Ολοι οι μεγάλοι συνθέτες έχουν συνεισφέρει με τέτοιου είδους τραγούδια, ελαφριά και βαριά. Τούντας, Νταλγκάς, Τσιτσάνης, Χιώτης, Μητσάκης, Δερβενιώτης, Περιστέρης, Χρυσίνης, Καραμπεσίνης, Καλδάρας, Χατζηχρήστος, Παπαϊωάννου, Σούκας, Μουσαφίρης, Κουγιουμτζής κ.λπ. με υλικό από στιχουργούς πρώτης εθνικής κατηγορίας (Βίρβος, Μάνεσης, Βασιλειάδης, Παπαγιαννοπούλου, Κοφινιώτης, Πυθαγόρας, Χριστοδούλου, Παπαδόπουλος κ.ά.) και φωνές με λαϊκό μέταλλο (Τάκης Μπίνης, Ρένα Ντάλλια, Σεβάς Χανούμ, Στέλλα Χασκίλ, Περπινιάδης, Πόλυ Πάνου, Παγιουμτζής, Τσαουσάκης, Τζουανάκος, Αγγελόπουλος, Αναγνωστάκης, Διονυσίου, Μητροπάνος, Νταλάρας κ.ά.). Από το μοιρολατρικό «Αφού γεννήθηκα φτωχός» ώς το αισιόδοξο «Γεια σου, λεβεντιά μου φτώχεια».

Απ’ όλους τους τραγουδιστές, αυτός που ταυτίστηκε απόλυτα με τη φτωχολογιά είναι ο Καζαντζίδης. Οχι μόνο λόγω ρεπερτορίου, αλλά και ύφους, ποιότητας ερμηνείας και τρόπου ζωής που διαλαλούσε το κοινωνικό πρόβλημα και εδραίωνε το δικαίωμα των μη προνομιούχων στη ζωή. Ο Καζαντζίδης έγινε η φωνή της άλλης Ελλάδας, της αποκλεισμένης από τον πλούτο και την εξουσία. Μόνο αυτός θα μπορούσε να τραγουδήσει με κύρος ένα βαρύ τραγούδι απελπισίας και διαμαρτυρίας που λέει «ο φτωχός, μάνα, καλύτερα να μη γεννιέται».

Από το ’60 και μετά, τραγούδια για τη φτώχεια γράφονται κι από τη νέα φουρνιά των λόγιων δημιουργών που παίρνουν με επιτυχία σκυτάλη από τους λαϊκούς καλλιτέχνες. Τα πιο ωραία λαϊκά του Μίκη Θεοδωράκη, όπως τα «Δραπετσώνα» και «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, εκθειάζουν τη φτωχολογιά, εξ αριστερών, με μεγάλη δόση ρομαντισμού. «Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι» και «Απονη ζωή… το κρίμα μας βαρύ, μας γέννησες φτωχούς», γράφει το 1963 ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, και το ’66, «Σφύριζαν πλοία, μετανάστες φεύγαν… στην παραλία οι μανάδες κλαίγαν για το φτωχομάνι, τη χαμοζωή» σε μουσική του Χρήστου Λεοντή. Κι από κοντά ο Ζαμπέτας «Φτωχομάνα γειτονιά» σε στίχους του Γιάννη Κακουλίδη.

Με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, το 1967, η λογοκρισία σφίγγει τα λουριά. Οσα περιέχουν «ακατάλληλες» λέξεις ή νοήματα, παλιά ή καινούρια, απαγορεύονται ή τροποποιούνται, όπως το τραγούδι του Ακη Πάνου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση «Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια μακριά απ’ τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια» που γίνεται «Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια να ‘ρθουν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια» και ηχογραφείται εκ νέου με τη Βίκυ Μοσχολιού! Ο Πάνου, την επόμενη φορά, χρησιμοποιεί ένα εύρημα για να ξεπεράσει τον σκόπελο. Κόβει τις λέξεις σε σημείο που ο λογοκριτής δίνει έγκριση, μην καταλαβαίνοντας ότι οι «περικοπές» στο χαρτί αποκρύβουν τη σημασία του μηνύματος στην ακρόαση.

«Απεργία λοιπόν, απεργία»

«Αυτός που κλε- ένα καρβέ- κι ύστερα τρέχει, κύριε Πρό- δεν είναι κλέ- σεσημασμέ, πέντ’ έξι μή- ένα ψωμί… δικαίως έχει φασκελωμέ- την κοινωνί- τη χαλασμέ». Στη μεταπολίτευση, χρησιμοποιεί ξανά αυτό το τρικ για να φτιάξει άλλο ένα τραγούδι («Εφτά νομά- σ’ ένα δωμά-»), που περιγράφει τη φτώχεια και την ανέχεια που ήταν κοινός παρονομαστής των λαϊκών γειτονιών στις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Και όχι μόνο τότε.

Στα κωμειδύλλια και τα μελοδράματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, οι ηθοποιοί τραγουδούν «Απεργία λοιπόν απεργία, παρατήστε παιδιά τη δουλειά/ ωφελεί καθώς λεν στην υγεία πού και πού λιγοστή τεμπελιά» και ο Αττίκ, το 1920, «Ποιος φταίει αν είναι στη γη δυστυχείς; Το χρήμα! Το χρήμα!», μέχρι να έρθει ο Βαμβακάρης με συχνές σταράτες αναφορές στη φτώχεια και την αδικία. «Οσοι έχουνε πολλά λεφτά, να ‘ξερα τι τα κάνουν/ άραγε σαν πεθάνουνε, βρε αμάν, μαζί τους θα τα πάρουν;»

Προπολεμικά, έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον τα τραγούδια που γράφονται από Ελληνες στις ΗΠΑ αναφορικά με τη μεγάλη κρίση του 1929-30. «Τι θα κάνουμε, βρε φίλοι, στην κατάστασιν αυτήν, που χαμένοι πάμε όλοι εδώ στην Αμερικήν. Οπου φτώχεια έχει πέσει και δε βρίσκομε δουλειά και τα έξοδα δεν βγαίνουν και τραβούμε συμφορά» τραγουδάει ο Γιώργος Κατσαρός, μετανάστης από την Αμοργό.

Κι ενώ αυτό το είδος τραγουδιού συμπιέζεται επί χούντας, στη μεταπολίτευση μια νέα αριστερής υφής καλλιτεχνική αντεπίθεση επαναφέρει πανηγυρικά τη θεματολογία στο ελληνικό τραγούδι, με πρωταγωνιστές τον Γιάννη Μαρκόπουλο («Οταν οι εργολάβοι κι όλα τα γραφεία δεν δίνουνε δουλειά, σημαίνει ανεργία», «Εμείς είμαστε το αίμα, εμείς είμαστε φωτιά/ εμείς είμαστε οι εργάτες, χτίζουμε εμείς τη λευτεριά» κ.ά.), τον Μάνο Λοΐζο και τον Φώντα Λάδη («Στους δρόμους της Αθήνας φέιγ-βολάν μοιράζουν, εργάτες κι υποστήριξη ζητάνε»), τον Δήμο Μούτση και τον Γιώργο Σκούρτη («Σαν οι εργάτες απεργήσουν και στους δρόμους κατεβούν/ κι άμα ακόμα τους λυγίσουν, πάλι νικητές θα βγουν»), τον Ηλία Ανδριόπουλο και τον Μιχάλη Μπουρμπούλη («Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει/ εμείς που ζήσαμε φτωχοί/ του κόσμου η βροχή δεν μας πειράζει») και άλλοι, με ερμηνευτές τον Λάκη Χαλκιά, τη Σωτηρία Μπέλλου κ.λπ.

Την ίδια εποχή, με τη λεγόμενη «αναβίωση» του ρεμπέτικου, όλα τα τραγούδια για τη φτώχεια επανέρχονται στο προσκήνιο. Εργάτες, τεχνίτες, αγρότες, αλλά και διανοούμενοι, φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι και ελεύθεροι επαγγελματίες συνδιασκεδάζουν στα ρεμπετάδικα, τις ταβέρνες και τα κέντρα διασκέδασης με μια ισχυρή δόση αισιοδοξίας. «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση, θέλει αγάπη και κρασί… για να ‘ναι η ζωή χρυσή…» (Ι. Βέλλα-Ο. Λάσκου).

Κι όμως, ενώ τα παλιά τραγούδια παραμένουν εξαιρετικά δημοφιλή μέχρι σήμερα (τραγουδιούνται παντού και μοιράζονται κατά εκατοντάδες χιλιάδες από τις εφημερίδες και τα περιοδικά), τα τελευταία χρόνια, οι σύγχρονοι δημιουργοί σπάνια θίγουν θέματα φτώχειας και οικονομικής δυσπραγίας.

Τι συνέβη άραγε; Επαψε να υπάρχει φτώχεια ή για κάποιους λόγους έπαψε να συγκινεί δημιουργούς, ερμηνευτές και ακροατές; Εγιναν όλοι πλούσιοι ή έγινε ντεμοντέ η αναφορά στη φτώχεια; Το σίγουρο είναι ότι έγιναν πλούσιοι οι δημοφιλείς τραγουδιστές και κανένας πια δεν αισθάνεται άνετα να τραγουδάει για φτώχειες και μπατιρήματα. Οι τραγουδιστές δεν κατοικούν πια στις λαϊκές γειτονιές. Αλλαξαν κοινωνικό στάτους, άλλαξαν παρέες, άλλαξαν τα γούστα τους.

«Ο κόσμος τώρα εκτιμά μονάχα τους παράδες, κι όσους δεν έχουνε λεφτά τους λένε φουκαράδες. Αν σε δουν να πιάσεις φράγκα, θα σε πουν νταή και μάγκα, κι αν δεν το ‘χεις το αρζάν θα σου πουν αλέ-βουζάν!» (Ι. Τατασόπουλου-Ν. Ρούτσου).

[Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού, με τους Τάκη Μπίνη, Στέλλα Χασκήλ, Στελλάκη Περπινιάδη και τον συνθέτη Γιάννη Τατασόπουλο, από το 1950.]

 

Αλλαξαν και οι γειτονιές. Αλλαξαν και οι φτωχοί. Μια γενική άνοδος του βιοτικού επιπέδου και μια νέας μορφής φτώχεια. Υπαρκτή, αλλά άφαντη. Η φτώχεια δεν είναι πια καμάρι, είναι μόνο ντροπή. Ούτε οι φτωχοί θέλουν να ακούνε για φτώχεια.

Οι νεόπτωχοι δεν είναι σαν τους φτωχούς παλαιάς κοπής. Δεν έχουν το ίδιο πολιτισμικό περιβάλλον. Η φτώχεια δεν συνδέεται με ωραία στοιχεία της λαϊκής ζωής. Η αδυναμία συμμετοχής στην κατανάλωση και αποπληρωμής των δανείων επηρεάζει και τα αισθήματα. Γι’ αυτό και οι μη έχοντες παρηγοριούνται με βόλτες στα εμπορικά κέντρα. Φάτε, μάτια, ψάρια… Η σημερινή φτώχεια φέρνει στρες και περιθωριοποίηση σ’ ένα κλειστό διαμέρισμα, όχι σε μια κοινότητα συνύπαρξης και αλληλεγγύης.

«Τσιγάρο ατέλειωτο, βαρύ, η μοναξιά μου» τραγουδάει ο Σωκράτης Μάλαμας.

Ο πολιτισμός των λαϊκών ανθρώπων της παλιάς γειτονιάς με συνοχή, λεβεντιά, φιλότιμο, περηφάνια, ανθρωπιά, ταξική συνείδηση, λαϊκό τραγούδι και κουλτούρα γειτονιάς μεταλλάχθηκε. Αυξήθηκε ο ατομισμός, ο οχαδερφισμός και η εγκληματικότητα, που κάποτε στις φτωχές λαϊκές γειτονιές ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Θα βρει άραγε η νέα φτώχεια εκφραστές και ακροατήριο; Θα αναβιώσει μέσα από τα τραγούδια κάποια ανθρωπιά και μαχητικότητα; Θα αναζωογονηθεί η χαμένη αθωότητα και η διεκδίκηση περισσότερης δικαιοσύνης ή θα πελαγοδρομούμε στο κυνήγι ενός υπεσχημένου πομπώδους και ρηχού λάιφ στάιλ; Ζητήματα που το σύγχρονο τραγούδι αγγίζει διστακτικά, ενώ το τραγούδι του Κώστα Ρούκουνα, από το 1934, παραμένει πολύ επίκαιρο.

«Οι φόροι και τα κόμματα φέραν αυτή την κρίση

που κάνανε τον άνθρωπο να μην μπορεί να ζήσει».

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά, Σάββατο 3 Απριλίου 2010
Advertisements

Η ζωή του όλη

Η ζωή του όλη

Τα καλύτερα και δημοφιλέστερα τραγούδια του Ακη Πάνου προσφέρει από την ερχόμενη Κυριακή στους αναγνώστες της η «Κ.Ε.». Είναι η πρώτη φορά που μια εφημερίδα προσφέρει στους αναγνώστες της μια μεγάλη συλλογή τραγουδιών του Ακη Πάνου. Και είναι μια ευκαιρία να αντιληφθεί κανείς με τι υλικό κατάφερε ένας μικρόσωμος λαϊκός άνθρωπος με μπεζ ζιβάγκο μπλούζα, παντελόνι με τσάκιση, μαύρα παπούτσια λουστρίνια και διαπεραστικό βλέμμα να διαταράξει απρόσκλητος το καλλιτεχνικό στερέωμα και μέσα σε λίγα χρόνια να εδραιωθεί ανάμεσα στα μεγαθήρια της εποχής!

Ο Ακης Πάνου, έξω από τζάκια, κόμματα, κύκλους διανοουμένων, ΜΜΕ και κυκλώματα, φέρνει τα πάνω κάτω στη δισκογραφία με τα τραγούδια «Οταν σημάνει η ώρα», «Ρολόι-κομπολόι», «Θα κλείσω τα μάτια», «Η πιο μεγάλη ώρα», «Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός», «Γιατί, καλέ γειτόνισσα», «Είδα τα μάτια σου κλαμένα», «Εγώ καλά σου τα ‘λεγα», «Πυρετός», «Για κοίτα με στα μάτια», «Στο σταθμό του Μονάχου», «Δεν κλαίω για τώρα», που συμπεριλαμβάνονται μεταξύ πολλών άλλων στην κασετίνα με τα τρία CD που προσφέρει από την ερχόμενη Κυριακή (17, 24 και 31 Ιανουαρίου) η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Τραγούδια που χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, βάθος, τρυφερότητα, ανεξαρτησία, αισθαντικότητα και αντισυμβατικότητα, σε υπερθετικό βαθμό αλλά με ακριβή αίσθηση του μέτρου, με λυρισμό και θαυμάσια ελληνικά.

«Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια, μακριά από τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια. Θα πάρω τη στράτα κι εγώ τη μεγάλη, θα κλείσω τα μάτια και όπου με βγάλει».

Κόντρα στο ρεύμα

Ο Ακης εμφανίζεται στο προσκήνιο του λαϊκού τραγουδιού αρκετά μεγάλος και ώριμος. Στο σινάφι είναι γνωστός από πολύ νωρίτερα σαν μουσικός και οργανοποιός, από τους καλύτερους, με σπάνια ειδίκευση στη διακόσμηση των μπουζουκιών με φιγούρες που φτιάχνει κόβοντας μικροχειρουργικά και συνθέτοντας λεπτεπίλεπτα «φύλλα» στρειδιών, δημιουργώντας πραγματικά έργα τέχνης.

Ως τραγουδοποιός αυτοπαρουσιάζεται σε μια εποχή που το κλασικό λαϊκό τραγούδι δέχεται μεγάλες ανταγωνιστικές πιέσεις από το λαϊκότροπο έργο των «έντεχνων» συνθετών που αντλούν πολύτιμη πρώτη ύλη από την πλούσια δεξαμενή της ελληνικής και ξένης ποίησης (Ελύτη, Βάρναλη, Αναγνωστάκη, Νερούδα, Λόρκα, Χικμέτ κ.ά.), αλλά και από μια ευφάνταστη γενιά λογοτεχνών που γράφουν στίχους για τραγούδια (Παπαδόπουλος, Ελευθερίου, Μύρης, Χριστοδούλου, Ιατρόπουλος, Λάδης κ.ά.). Οι συνθέτες (Ξαρχάκος, Μαμαγκάκης, Λεοντής, Λοΐζος, Γλέζος, Μούτσης, Μαρκόπουλος, Κουγιουμτζής, Πλέσσας, Σπανός, Ανδριόπουλος κ.ά.) ξεψαχνίζουν όλες τις ποιητικές συλλογές που φτάνουν στα χέρια τους ή βρίσκονται στα ράφια των βιβλιοπωλείων σε αναζήτηση στίχων κατάλληλων για μελοποίηση. Ακόμα και οι πιο παραδοσιακοί, όπως ο Καλδάρας με τη «Μικρά Ασία» και τον «Βυζαντινό Εσπερινό», εντάσσονται στο ρεύμα. Σ’ αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι από τις μεγάλες μορφές των λαϊκών στιχουργών (Παπαγιαννοπούλου, Βασιλειάδης κ.λπ.) μόνο ο Βίρβος παραμένει ζωντανός και επίκαιρος. Ομως, ο Ακης Πάνου δεν ακολουθεί το ρεύμα. Με τιμόνι το ταλέντο και σημαία την αλήθεια του ανοίγεται μοναχικά στο πέλαγος με το αυτοσχέδιο σκάφος του.

«Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα, η ώρα που γεννιέται η ζωή. Η ώρα που ταιριάζει η αναπνοή σου μαζί με τη δική μου αναπνοή».

Δεν τον φοβίζει ο σκληρός ανταγωνισμός. Είναι γεμάτος αυτοπεποίθηση και παραγωγικός. Και κυρίως αυτάρκης. Μέχρι το 1973, ηχογραφεί περίπου εκατό τραγούδια του που κυκλοφορούν σε δισκάκια 45 στροφών. Ολα με δικούς του στίχους και μουσικές. Γιατί θέλει να τα πει με τον δικό του τρόπο. Θα ήθελε να τα τραγουδάει κιόλας, αλλά δεν του φτάνει η φωνή του, ούτε τον βοηθάει η κακή κατάσταση των δοντιών του. Εξαιρώντας τον Καζαντζίδη, η έγνοια του πάντα ήταν αν οι ερμηνευτές των τραγουδιών του θα μπορούσαν να πιάσουν σε ικανοποιητικό βαθμό το ύφος, την αγωνία και τον καημό του.

«Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω…»

Από την αρχή είναι φανερό ότι βρίσκεται σε έναν διαρκή διάλογο με τον εαυτό του και την κοινωνία. Εναν διάλογο που πίστευε ότι δεν βγάζει πουθενά, αλλά ήταν απαραίτητος γιατί έδινε διέξοδο στον εσωτερικό του πνευματικό και συναισθηματικό αναβρασμό.

Τραγούδια αυτοβιογραφικά

«Δεν κλαίω που φεύγεις, δεν κλαίω για τώρα… Κλαίω την ώρα του γυρισμού, κλαίω την ώρα του σπαραγμού, κλαίω για την ώρα που δεν θα ‘χω πια ψυχή να σου πω σ’ αγαπώ».

Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις στο λαϊκό τραγούδι όπου ο δημιουργός προσπαθεί να εκφράσει τόσο αυτοβιογραφικά το είναι του. Και όσοι συνθέτες το επιθυμούν είναι αναγκασμένοι -αφού οι περισσότεροι δεν γράφουν στίχους ή γράφουν λίγους- να καταφεύγουν στη συνδρομή των ποιητών οι οποίοι κατά κανόνα είναι αυτοαναφορικοί. Στις καλύτερες περιπτώσεις συνεργασίας, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η βούληση και η σκέψη του συνθέτη συμπίπτει ή είναι πολύ κοντά μ’ αυτήν του ποιητή έτσι ώστε ο ένας να συμπληρώνει τον άλλον. Ο Χατζιδάκις είναι πολύ κοντά με τον Γκάτσο και ο Θεοδωράκης με τον Ρίτσο, αλλά ακόμα και σ’ αυτές τις ιδανικές σχέσεις, ο συνθέτης με τον στιχουργό δεν ταυτίζονται πλήρως. Οι προσωπικότητες παραμένουν ξεχωριστές η μία από την άλλη, όποια πνευματική συγγένεια κι αν έχουν. Και, συχνά, το ποίημα που γίνεται τραγούδι δεν είναι ακριβώς το ίδιο, πριν και μετά. Η μελωδία, ο ρυθμός και η ενορχήστρωση διαφοροποιούν τις εικόνες, τις εντάσεις, τις υπογραμμίσεις, τα νοήματα και τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα. Στη διαδικασία της μελοποίησης το ποίημα συνήθως απομακρύνεται από τον ποιητή. Ο Ακης δεν βιώνει αυτό τον διχασμό. Η μουσική του δεν επιβάλλεται στα λόγια του, ούτε το αντίστροφο. Γράφονται μαζί. Γι’ αυτό με κάθε του τραγούδι εξομολογείται ανεμπόδιστα.

«Θέλω να τα πω, χωρίς να με ρωτήσεις. Θέλω να τα πω όπως υπάρχουν στο μυαλό… Θέλω να τα πω σαν να παραμιλώ».

Γράφοντας μουσική και στίχο, ο Ακης δεν παλεύει με τη σκέψη του άλλου. Δεν προσπαθεί να εκφραστεί μέσα από τον λόγο κάποιου άλλου φέρνοντάς τον στα μέτρα, την αισθητική και τις ανάγκες του. Είναι ο ίδιος ποιητής και μελοποιός. Τη δική του άποψη διατυπώνει, τη δική του έμπνευση επεξεργάζεται, με τη δική του σκέψη προσπαθεί να συμφιλιωθεί. Χρησιμοποιεί συνειδητά ως εργαλείο το τραγούδι, που η λειτουργικότητά του εξαρτάται από τη διεισδυτικότητά του στο ανώνυμο ακροατήριο, για να εκφραστεί ατομικά και να σχολιάσει -χωρίς να αφομοιωθεί- την κοινωνία που «αργοπεθαίνει μες στην ψευτιά, την αμαρτία και τα πάθη».

Ακόμα και οι δημιουργοί που γράφουν στίχους, όπως ο Τσιτσάνης, προσπαθούν να εκφράζουν σύνολα. Ο Ακης αντιθέτως προσπαθεί να είναι όσο πιο εσωτερικός γίνεται, ξέροντας βεβαίως ότι αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για τη διάδοση ενός καλού τραγουδιού. Και επιπλέον, οι λαϊκοί τραγουδοποιοί, ο Βαμβακάρης ή ο Μητσάκης που γράφουν μουσική και στίχο, επικεντρώνονται θεματικά κυρίως στο ερωτικό-συναισθηματικό τραγούδι.

«Εφτά νομά- δυστυχισμέ- σ’ ένα δωμά- φυλακισμέ-, δικαίως αγαναχτισμέ- και με τα πάντα αηδιασμέ-. Πώς τά’χεις έτσι μοιρασμέ- ντουνιά ψευτοπολιτισμέ-;»

Ο Ακης, καθισμένος σε μια αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα στην παμπάλαια μονοκατοικία της οδού Περδικάρη, στα Πατήσια, με ένα τσιγάρο μονίμως αναμμένο και ένα δικής του κατασκευής όργανο, κιθάρα ή μπουζούκι, παρά πόδα, στοχάζεται, ώρες ατελείωτες, και γράφει με στιλό ή γραφομηχανή τη συμπυκνωμένη σε μερικές στροφές σκέψη του για τον έρωτα, τα ένστικτα, τη φτώχεια, την ξενιτιά, την εγκατάλειψη, την απογοήτευση, την αδικία, τη σύγκρουση, τα λάθη, τον θάνατο και τη ζωή.

«Το φαρμάκι φτάνει κάποτε στο στόμα και δεν νιώθεις πια τον φόβο κανενός. Δεν πονάει το ταλαίπωρο το σώμα όταν είσαι πεθαμένος ζωντανός».

Υμνος στον έρωτα

Η εκπληκτική σαφήνεια με την οποία εκφράζεται δεν αφαιρεί ίχνος από τον λυρισμό και την ευαισθησία του. Ούτε υπάρχουν ανεπεξέργαστες διατυπώσεις στον στίχο του, ο οποίος άλλοτε σε αγγίζει σαν τρυφερό χάδι κι άλλοτε σε διαπερνάει σαν μαχαιριά.

«Και τι δεν κάνω, την πικραμένη σου ζωή για να ζεστάνω κι εσύ μου δίνεις και μια πίκρα παραπάνω, κάθε στιγμή».

Ο απόλυτα ρεαλιστικός του στίχος, δεμένος με υπέροχες μελωδίες, είναι ένας ύμνος -σε πολλές παραλλαγές- στον αμόλυντο έρωτα που δεν διαρκεί και στην ουτοπία που δεν πιάνεται.

«Ασ’ τον τρελό στην τρέλα του, άσ’ τονε στ’ όνειρό του. Τον κόσμο αυτό σιχάθηκε κι έφτιαξ’ ένα δικό του».

Από το 1973 ως το 1985, ο Ακης ηχογράφησε περίπου άλλα εκατό τραγούδια, εκ των οποίων τουλάχιστον τα μισά πάνω σε θέματα υπαρξιακά και κοινωνικά. Και στην τελευταία περίοδο της ζωής του, που έληξε πολύ τραγικά, συνεχίζει να γράφει, ακόμα και μέσα στη φυλακή, αλλά ηχογραφεί ελάχιστα.

«Η ζωή μου όλη», «Το θολωμένο μου μυαλό», «Ο τρελός», «Θέλω να τα πω», «Χαροκόπου 1942-1935», «Πες μου, παππού» και πολλά άλλα (48 συνολικά), με ερμηνευτές τους Μπιθικώτση, Διονυσίου, Καζαντζίδη, Λύδια, Μοσχολιού, Πάνου, Μενιδιάτη, Κόκοτα, Βοσκόπουλο, Μητσιά, Νταλάρα κ.ά., συμπεριλαμβάνονται στην κασετίνα με τα τρία CD της προσφοράς της «Κ.Ε.». Μια συλλογή εξαιρετικής διαχρονικής αξίας.

Στέλιος Ελληνιάδης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

1969: η χρονιά που θ’ άλλαζε τον κόσμο

1969: η χρονιά που θ’ άλλαζε τον κόσμο

Η Αμερική ξυπνούσε από το λήθαργο της συντήρησης και του απατηλού ονείρου, ενώ στην Ελλάδα εν μέσω χούντας άρχισε να πνέει ένας άνεμος καλλιτεχνικής πρωτοπορίας

Τη χρονιά που πάτησε ο άνθρωπος στο φεγγάρι, ο πλανήτης Γη βρισκόταν σε αναταραχή. Η Αμερική παλλόταν από μαζικές διαμαρτυρίες ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κατέφθαναν στο Γούντστοκ για μια γιορτή «αγάπης, ειρήνης και μουσικής», το αντιπολεμικό κίνημα απλωνόταν από το Τόκιο ώς το Βερολίνο, οι εθνικο-απελευθερωτικοί αγώνες ανθούσαν σε Ασία και Αφρική, ενώ στην Ελλάδα, την τυλιγμένη στον «γύψο», οι εξορίες και οι φυλακίσεις βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, αλλά στα νυχτερινά κέντρα το κέφι έφτανε στο ζενίθ…. Τι αξίζει να θυμηθούμε από εκείνη την εποχή; Τι μας κληροδότησε μέχρι σήμερα; Ο απολογισμός, στο αφιέρωμα που ακολουθεί.

Το 1969, το κέντρο του κόσμου ήταν η Αμερική. Στην Ελλάδα, με τη χούντα στο φόρτε της, με την ανίσχυρη ακόμα αντίσταση να περιμένει βοήθεια από το εξωτερικό, ο πολιτισμός είχε καθήσει.

Αλλοι στη φυλακή, άλλοι στις εξορίες, άλλοι στο εξωτερικό και οι περισσότεροι στα σπίτια τους, φοβισμένοι και παρακολουθούμενοι. Στους φοιτητικούς χώρους η αντίσταση βρισκόταν σε επίπεδο αναγνωριστικών συζητήσεων στην καφετερία της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης, στην οδό Μασσαλίας.

Υπήρχε μια ποπ σκηνή που προσπαθούσε να βγει από την ελαφρότητα της δεκαετίας που μονοπωλήθηκε από τις εφηβικές μιμήσεις των ελληνικών συγκροτημάτων και τη χειραγώγηση των «γιεγιέδων» από τον Νίκο Μαστοράκη και (συμπληρωματικά) τους αδελφούς Καρατζαφέρη, Γιώργο και Σπύρο, που αποστείρωναν τη νέα μουσική από όλα της τα νοήματα περιορίζοντάς την σε μπιτς πάρτι και χαζοχαρούμενες πόζες.

Τα μακριά μαλλιά ήταν απαγορευμένα από το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες των συνταγματαρχών και, μαζί με τις μίνι φούστες, ηθικά κατακριτέα από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που έριχνε βιτριόλι στις κοπέλες που αρνούνταν τις προτάσεις των «γαμπρών» και έλυνε με παραθείο τις οικογενειακές διαφορές, με ένα νομικό πλαίσιο που θεωρούσε το σεξ κακούργημα, απειλώντας τους νέους με φυλακή ή γάμο!

Εποχή που οι γονείς στέλνανε τα κορίτσια τους νύφες στην Αυστραλία με άγνωστους «παραλήπτες». Και η Αρχιεπισκοπή τιμωρούσε τον εφημέριο του Αγίου Χαράλαμπου Ιλισίων «γιατί ετέλεσε χίπικον γάμο με μίνι και λουλουδένιες κάλτσες»!

Ηταν όμως η χρονιά που τα πράγματα άλλαζαν. Αποδεσμευόμασταν από τους «ποπ πατέρες», αφήναμε τα μαλλιά μας να μακρύνουν, κονταίναμε τις φούστες και στρεφόμασταν στον Σαββόπουλο, τα Μπουρμπούλια και τους MGC, και κάναμε παρέα με τους χίπι που έφερναν στα Αναφιώτικα της Πλάκας βιβλία του Θορό, ινδικά μυρωδικά, περίεργα τσιγάρα και σλίπιν μπαγκ που δεν είχαμε ξαναδεί, στον δρόμο για τα Μάταλα ή το Κατμαντού.

Στο ελληνικό τραγούδι, παρ’ όλο που η λογοκρισία είχε στενέψει πολύ τον κορσέ, έβγαιναν σπουδαία τραγούδια χάρη στον Ζαμπέτα, τον Ακη Πάνου, τον Σπανό, τον Μαρκόπουλο, τον Λοΐζο κ.ά.

Ο Θεοδωράκης εξόριστος στη Ζάτουνα συνέθετε τις Αρκαδίες απομονωμένος στο εσωτερικό αλλά όχι στο εξωτερικό, όπου το «Ζ» του Κώστα Γαβρά σάρωνε τους διεθνείς επαίνους και τα βραβεία στις Κάνες και στα Οσκαρ!

Μουσική – περιβόλι

Σε μια εποχή που η χούντα προσπαθούσε να κατευνάσει το Συμβούλιο της Ευρώπης, το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού με τις μουσικές του Μίκη έφερνε στο παγκόσμιο προσκήνιο τα ανδραγαθήματα του φασιστικού παρακράτους.

Ο Χατζιδάκις, στην Αμερική, συνεργαζόταν με τους New York Rock & Roll Ensemble για να παρουσιάσει το αγγλόφωνο έργο του «Reflections».

Οι ειδήσεις που είχαν σχέση με τον πολιτισμό και την πολιτική ήταν απελπιστικά φτωχές. Οι ερασιτεχνικοί σταθμοί έπαιζαν καλά τραγούδια, αλλά χωρίς επικίνδυνες αναφορές. Οι εκπομπές που έκανα στον «Φοίνικα», στα Πατήσια, κόπηκαν απότομα όταν άρχισα να σχολιάζω τα τραγούδια του Σαββόπουλου και του Ντίλαν.

Ηταν η χρονιά που, μέσα στην ακινησία, κυκλοφορούσε το «Περιβόλι του Τρελλού», με τραγούδια γεμάτα υπονοούμενα και ένα ωραίο χίπικο εξώφυλλο που δεν ταίριαζε πολύ στη φυσιογνωμία του καλλιτέχνη. Ο Σαββόπουλος στο μικρό υπόγειο «Ροντέο» της πλατείας Βικτωρίας, ήταν το ελληνικό αντεργκράουντ που αναζητούσε χώρο ανάμεσα στην καχύποπτη για δυτικότροπα ανοίγματα στον πολιτισμό αριστερά και την τσαρουχομπαρόκ χουντική δεξιά. Ούτε για το Γούντστοκ έγραψαν κάτι οι εφημερίδες.

Όσοι μαθαίναμε αγγλικά ρουφούσαμε τα ξένα περιοδικά που κυκλοφορούσαν σε δύο-τρία κεντρικά περίπτερα και αναζητούσαμε στα βραχέα τους ντιτζέι του Ράδιο Καρολίνα, που εξέπεμπαν πειρατικά από ένα πλοίο αγκυροβολημένο έξω από τα βρετανικά χωρικά ύδατα.

Η ολιγοήμερη απόδραση του Παναγούλη και η σύλληψή του προβλήθηκαν επιδεικτικά από τη χούντα, όπως και οι συλλήψεις των πρώτων αντιστασιακών, ενώ η με πολιτικά κίνητρα αεροπειρατία του γιατρού Τσιρώνη, που διέφυγε στην Αλβανία με αεροπλάνο της Ολυμπιακής, υποβαθμίστηκε. Φαινομενικά ήταν μια σχετικά ήσυχη χρονιά, γιατί ακόμα δεν γινόταν αντιληπτή η υπόγεια ζύμωση απ’ την οποία θα ξεπηδούσε το μαχητικό αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα στην αυγή της δεκαετίας του ’70 και η επακόλουθη πολιτιστική άνοιξη.

Αναμφίβολα, αν το 1968 είναι η κορυφαία χρονιά της ευρωπαϊκής εξέγερσης, το 1969 είναι της αμερικάνικης. Με δύο βασικές τάσεις, αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοαναιρούμενες, με επίκεντρο τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στο Γούντστοκ συναντιούνται όλοι, 400 χιλιάδες ειρηνιστές χίπι και μέλη της νέας αριστεράς. Οι χορτοφάγοι και ψυχεδελικοί από τα κοινόβια του Χέιτ-Ασμπουρι με τα βιβλία του Έσε και του Γουίτμαν στα σακίδια, με τους ακτιβιστές των πανεπιστημίων με μπροσούρες αυτοδιαχείρισης, σε μια υπερμεγέθη γιορτή αγάπης, φιλίας και καλής μουσικής.

Παρόμοιες σκηνές επαναλαμβάνονται από την Ατλάντα και το Τέξας ως το Αϊλ οφ Γουάιτ στη Βρετανία. Ο κόσμος είναι τόσο πολύς και ετερόκλητος, που οι πιο πολιτικοποιημένοι δεν μπορούν να ελέγξουν τις καταστάσεις. Στη συναυλία των Στόουνς στο Αλταμοντ, οι συμμορίες των Αγγέλων της Κολάσεως χτυπούν με μαχαίρια τους θεατές βάζοντας συμβολικά τέλος στην αθωότητα.

Ο Μπόουι ήρθε από το διάστημα

Σε όλα τα πρωτοκλασάτα πανεπιστήμια γίνονται εκδηλώσεις στη μνήμη του Χο Τσι Μινχ που πεθαίνει στο Ανόι και αναπτύσσονται ζωηρά φόρουμ κάτω από τις μεγεθυμένες φωτογραφίες του Τσε και του Μάο. Στο Μπέρκλεϊ κλείνουν βίαια το κέντρο στρατολογίας, στο Χάρβαρντ προσπαθούν να ιδρύσουν αντιπανεπιστήμιο, το Κορνέλ καταλαμβάνεται από ένοπλους Μαύρους Πάνθηρες και φοιτητές του Πρίνστον πιάνουν δουλειά στα εργοστάσια με την εργατική τάξη! Πραγματική κοσμογονία και στον εναλλακτικό τύπο. Περισσότερες από 150 εφημερίδες με κυκλοφορία δύο εκατομμυρίων αντιτύπων ανατρέπουν τον καθιερωμένο χαρακτήρα της δημοσιογραφίας με τολμηρή γλώσσα, ψυχεδελικά κολάζ και «χειροποίητες» γραμματοσειρές. Οι αντιπολεμικές δραστηριότητες, οι εξεγέρσεις στα πανεπιστήμια, τα δικαιώματα των γυναικών, μειονοτήτων, ιθαγενών και ομοφυλοφίλων, η πάλη των τάξεων, η νέα λογοτεχνία, η σεξουαλική απελευθέρωση, η κουλτούρα των ναρκωτικών, η αστυνομική βία, τα μουσικά φεστιβάλ, οι δίσκοι και πολλά άλλα θέματα που περνούσαν διαστρεβλωμένα από τα ΜΜΕ, γεμίζουν τις σελίδες του Berkeley Barb, του San Francisco Oracle, του Ramparts και δεκάδων άλλων εντύπων που ανταλλάσσουν ελεύθερα την ύλη τους ως μέλη του Συνδικάτου Αντεργκράουντ Τύπου. Στα φυλλάδια που μοιράζονται στα πανεπιστήμια κυριαρχούν οι αναφορές στην κουβανέζικη επανάσταση και την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Οι αρνητές στράτευσης που καταφεύγουν στον Καναδά θα φτάσουν τελικά τις 50 χιλιάδες! Παράλληλα, ο Ψυχρός Πόλεμος συνεχίζεται με ένταση. Συμπτωματικά, ο Ντέιβιντ Μπάουι ξεκινάει την καριέρα του με ένα τραγούδι (Space Oddity) που γίνεται τεράστια επιτυχία, αφηγούμενο την ιστορία ενός αστροναύτη που θαυμάζει τη Γη από ψηλά! Τα βήματα του Νιλ Αρμστρονγκ στη Σελήνη προκαλούν παγκόσμια αίσθηση, φέρνοντας σε ακόμα δυσκολότερη θέση τους Σοβιετικούς, οι οποίοι έχουν προβλήματα στα σινοσοβιετικά σύνορα και στην Τσεχοσλοβακία, που είναι ανάστατη από την εισβολή των τανκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την αυτοπυρπόληση του φοιτητή Γιάν Πάλακ στην Πράγα. Αλλά η Αμερική αιμορραγεί. Οι τηλεοπτικές εικόνες με τα φέρετρα των νεκρών στρατιωτών, που ξεπερνούν τους 35 χιλιάδες ώς το τέλος του 1969, βγάζουν στα συλλαλητήρια του Peace Moratorium (15 Οκτωβρίου) δύο εκατομμύρια πολίτες κόντρα στην πολιτική ηγεσία και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα. Ο πρόεδρος Νίξον, ενώ μυστικά εγκρίνει την επέκταση των αεροπορικών βομβαρδισμών στην Καμπότζη, αναγκάζεται να εξαγγείλει τη σταδιακή απόσυρση των στρατευμάτων από το Βιετνάμ, τα οποία έχοντας χάσει το ηθικό τους χάνουν και την υποστήριξη μεγάλης μερίδας συντηρητικών Αμερικανών μετά την αποκάλυψη της σφαγής 109 γυναικόπαιδων στο χωριό Μάι Λάι.

Κατά του απαρτχάιντ

Το αντιπολεμικό κίνημα έχει απλωθεί από το Τόκιο ως το Βερολίνο, επηρεάζοντας την πολιτική και την κουλτούρα σε πολλά επίπεδα, γιατί μαζί του μορφοποιούνται τα κινήματα για το δικαίωμα των γυναικών στην επιλογή, τη σεξουαλική ελευθερία, τη φυσική ζωή και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Οι διαμαρτυρίες ενάντια στο απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής και της (βρετανικής) Ροδεσίας εξαναγκάζουν τις μητροπόλεις να προχωρήσουν σε αποκλεισμούς των ρατσιστικών καθεστώτων διευκολύνοντας τους αγώνες για την ανατροπή τους. Και η εκλογή της αγωνίστριας των πολιτικών δικαιωμάτων Μπερναντέτ Ντέβλιν στο βρετανικό Κοινοβούλιο και η φυλάκισή της οξύνουν την αντίσταση στην αγγλική κατοχή με συλλαλητήρια και συγκρούσεις, την ώρα που οι απανταχού Ιρλανδοί γιορτάζουν την απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας στον Σάμιουελ Μπέκετ! Αυτή η μεγάλη αναταραχή δημιουργεί ένα παγκόσμιο πολιτιστικό κίνημα και ένα διεθνές περιβάλλον ευνοϊκό για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ασία και την Αφρική. Το 1969, ο Καντάφι ανατρέπει τον βασιλιά Ιντρις στη Λιβύη και ο Αραφάτ εκλέγεται πρόεδρος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, ενώ, ταυτόχρονα με την παραίτηση του συνδιαμορφωτή της μεταπολεμικής Ευρώπης Ντε Γκολ στη Γαλλία, γίνεται πρωθυπουργός στη Σουηδία ο Ολαφ Πάλμε που θα παίξει σημαντικό ρόλο στο κίνημα ειρήνης μέχρι τη δολοφονία του.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Επτά,  Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Με τον Άκη Πάνου

ΠΟΣA ΠPEΠEI (1978)

Nάχα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος
και στο φινάλε να μην ντρέπομαι γι’ αυτό
νάχα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος
και να μη θέλω απ’ τον κόσμο να κρυφτώ.
Nάχα τη δύναμη να κάνω το δικό μου
στον εαυτό μου να μη λέω μη και μη
να χαστουκίσω μια φορά το λογικό μου
και ας πληρώσω σ’ οποιαδήποτε τιμή.
Nάχα τη δύναμη να πω έτσι μ’ αρέσει
χωρίς να σκέπτομαι την κρίση τ’ αλλουνού
παλιοζωή με πόσα πρέπει μ’ έχεις δέσει
με πόσα πρέπει μου παρέλυσες το νου

Γνωρίστηκα με τον Aκη Πάνου πριν από εικοσιτέσσερα χρόνια, για την παραγωγή ενός δίσκου, με ερμηνευτή τον Mιχάλη Mενιδιάτη και τους Γιάννη Πάριο και Λίτσα Διαμάντη στις δεύτερες φωνές. Ο Aκης δεν ήταν τότε ευρύτερα γνωστός, αλλά ήταν πολύ αξιοσέβαστος στο σινάφι του λαϊκού τραγουδιού. Ο μόνος, από τους παλιούς, που ήταν στην ακμή της δημιουργίας του στη φάση που οι άλλοι ήταν πια κοντά στη δύση τους.
Δεν θα τον συναντούσες ποτέ σε συνεντεύξεις τύπου ή σε ακριβά εστιατόρια. Δεν είναι «εύκολος» για τέτοιες κοινωνικότητες. Οχι γιατί δεν τον ενδιαφέρει η δημοσιότητα, αλλά γιατί δεν είναι του χαρακτήρα του οι δημόσιες σχέσεις. Aπλός, ευγενικός και ευθύς, με εντυπωσίασε με την πρώτη.
Aρχίζοντας να σχεδιάζουμε την υλοποίηση της παραγωγής, τον ρώτησα πότε θα μπορούσα να ακούσω τα τραγούδια. Ο Aκης Πάνου ήταν κατηγορηματικός. Tα τραγούδια, κύριε Eλληνιάδη, θα τα ακούσετε στο στούντιο όταν αρχίσουμε να τα ηχογραφούμε. Aποδέχτηκα τον όρο. Tο «ποσοστό ποιότητας» στα τραγούδια του άγγιζε το 100%. Στατιστικά, ο κίνδυνος «αποτυχίας» ήταν μηδαμινός.
Θα έπρεπε να έχει καταρρεύσει δημιουργικά με κατακόρυφη πτώση. Οι αμέσως προηγούμενες δουλειές του ηταν συγκλονιστικές• το «Παρόν» με τον Mανώλη Mητσιά και τα έξι τραγούδια που ερμήνευσε ο Στέλιος Kαζαντζίδης, δύο ενότητες που περιλαμβάνουν τα αριστουργήματα «Aσ’ τον τρελό στην τρέλα του», «H ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω», «Tο θολωμένο μου μυαλό μ’ έχει προδώσει προ πολλού, του λέω αλλού και τρέχει αλλού» κ.ά. Eξάλλου, με τίποτα δεν θα έχανα την ευκαιρία να συνεργαστώ με έναν από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του αιώνα.
Οι σχέσεις μας εξελίχθηκαν ραγδαία. Οταν ο Aκης αποσαφηνίσει τους όρους συνεργασίας, ανοίγεται. Kαι σου δίνει περισσότερα απ’ ό,τι θα ζητούσες. Aκουσα αμέτρητες φορές τα τραγούδια μέχρι να φτάσουμε στο στούντιο της Kολούμπια, όπου είχε τους ηχολήπτες που προτιμούσε.
Kάτω από το παλιό σπίτι της οδού Περδικάρη, στα Πατήσια, ο Aκης είχε διαμορφώσει το χώρο εργασίας του. Aπό τη μικρή εσωτερική αυλή, κατέβαινες μερικά σκαλοπάτια στο υπόγειο που είχε ύψος λιγότερο από ενάμισυ μέτρο. Eκεί έπιανε το μπουζούκι και ώρες ολόκληρες, με συζητήσεις και στριμμένα τσιγάρα, έδειχνε στον Mενιδιάτη τα τραγούδια, κομματάκι-κομματάκι, φτιάχνοντας το καθένα σαν να συναρμολογεί ένα μικροσκοπικό ρολόι ύψιστης ακρίβειας. Tότε κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι να πετύχει το τέλειο αποτέλεσμα, αφού ο έλεγχός του πάνω στο εργαλείο που λέγεται ανθρώπινη φωνή δεν μπορούσε ποτέ να είναι πλήρης. Mόνο ο Kαζαντζίδης τον ικανοποίησε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ο ίδιος μάλλον θα επιθυμούσε να ξαναηχογραφήσει όλα τα τραγούδια του. Aν και προσωπικά πιστεύω ότι πολλά τραγουδήθηκαν θαυμάσια, όπως, ενδεικτικά, «H πιο μεγάλη ώρα» από τη Γιώτα Λύδια, «Οταν σημάνει η ώρα» από το Γρηγόρη Mπιθικώτση, «Aσφαλώς και δεν πρέπει» από τη Bίκυ Mοσχολιού, «Γιατί καλέ γειτόνισσα» από το Στράτο Διονυσίου, «Πυρετός» από τη Mαρινέλλα κ.ά.
Mέχρι να ολοκληρωθεί η παραγωγή, τα γεγονότα με έβαλαν στον κόσμο του. Tα τραγούδια ήταν εξαιρετικά. Yπήρχε όμως ένα κομμάτι που δεν καταλάβαινα τη σημασία του. Ο τίτλος του ήταν «Bάσιλα μάσιλα». Pώτησα κατ’ ιδίαν τον Kοσμά τον Kαλογράνη, ιδιοκτήτη της «Φαντασίας», που χειριζόταν τις υποθέσεις του αδελφού του, του Mιχάλη, τι πάει να πει αυτό. Σημαίνει τον βασιλιά τον φάγανε, μου είπε κάπως ανήσυχος. Aιφνιδιάστηκα. Aυτό ερχόταν σε αντίθεση με τις πολιτικές πεποιθήσεις μου, αλλά και η αντίρρησή μου θα έμοιαζε με λογοκρισία και ενδεχομένως θα ματαίωνε τη συνεργασία. Mέχρι όμως, να το σκεφτώ, ο Kοσμάς επανήλθε λέγοντάς μου ότι το κομμάτι μ’ αυτόν τον τίτλο θα είναι ορχηστρικό. Yποθέτω ότι, αν και γνωστοί για τις φιλοβασιλικές τους πεποιθήσεις οι Aρβανίτες, θα σκέφτηκαν ότι ίσως αυτό το τραγούδι θα δημιουργούσε προβλήματα στη δουλειά τους.
Tελικά, το κομμάτι μπήκε στο δίσκο με τον τίτλο «Bάσιλα μάσιλα», και με στίχους, με τον τίτλο «Δάκρυ». Eτσι πέρασε αυτό το συμβάν. Φαίνεται, δε, ότι το απώθησα στη μνήμη μου και δεν ρώτησα ποτέ τον Aκη τι ακριβώς έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Mέχρι προχθές, που τον ρώτησα στο νοσοκομείο και μου είπε ότι το «Bάσιλα μάσιλα» είναι μια χιουμοριστική απάντηση στα «ζαβαρακατρανέμια και τα του-μπου-ζα με τα υψηλά νοήματα»!. Aλλά μ’ αυτό και ένα άλλο υπέροχο τραγούδι κατάλαβα ότι ο Aκης Πάνου όχι μόνο δεν γράφει κατά παραγγελία, ούτε ό,τι θέλει ο κόσμος, αλλά, αντιθέτως, αυτοαποκαλύπτεται, με ειλικρίνεια που τον εκθέτει επικίνδυνα. Eχει αυτή τη δύναμη, πέρα από το ταλέντο.
Xωμένοι στις αναπαυτικές δερμάτινες πολυθρόνες, με καφέδες και μπίρες, ακούγαμε ξανά και ξανά τα τραγούδια. «Eχω μια καρδιά που χωράει μια αγάπη, πού να βάλω δύο, δύο γυναίκες π’ αγαπώ. Φίλος μου η μία και η άλλη ταραχή μου, τρέλα μου η μία και η άλλη ο καημός…». Ο Aκης, από τότε, δεν έκρυβε τη σχέση του με την Aννα και την περιέγραφε ποιητικά. Aλλά εγώ που απολάμβανα τη φιλοξενία της κυρίας Δήμητρας ένιωθα άβολα, έως ότου να συνειδητοποιήσω ότι εκείνη αποδεχόταν αυτή τη δύσκολη κατάσταση, γιατί ήτανε ταυτισμένη με τον Aκη• κάθε πρόβλημά του ήτανε και πρόβλημά της, και κάθε λύση ήταν και δική της λύση. Kαι ίσως να την ισορροπούσε και να τη γλύκαινε βαθιά το άλλο τραγούδι του Aκη για «εκείνη που κατέβηκε σκαλιά για με φτάσει και κάθε παραστράτημα μπορούσε να σκεπάσει. Πόσες φορές την πότισα χολή και πίκρανα το στόμα το γλυκό της, πόσο μεγάλη στάθηκε αυτή κι εγώ μικρός, επίορκος προδότης…».
Hχογραφήσαμε τις ορχήστρες σε δύο βάρδιες. Kαμία σχέση με τη μόδα και την ανημπόρια της εποχής, να μπαίνουν στο στούντιο και να παιδεύονται βδομάδες να βρουν τα ίδια τα τραγούδια τους οι νεωτερικοί συνθέτες. Οχι από υποτίμηση της μουσικής του. Kάθε άλλο. Mάλιστα, επειδή δεν τον ικανοποίησαν τα μπουζούκια, σε αρκετά κομμάτια να ξαναπέρασε με άλλο μουσικό. Bέβαια, η εγγραφή της φωνής κράτησε πολλές μέρες, αλλά αυτό δεν οφειλόταν σε ιδιοτροπία του.
Προς το τέλος της παραγωγής, ο Kοσμάς μού έστειλε ένα slide με το πρόσωπο του Mιχάλη για να μπει στο εξώφυλλο του δίσκου. Eν τω μεταξύ όμως, εγώ είχα παραγγείλει στο γραφίστα ένα εξώφυλλο, καθ’ υπόδειξιν του Aκη, με ζωγραφισμένα γράμματα, χωρίς πρόσωπα. Ο Kοσμάς έγινε έξαλλος, παρ’ όλο που ο Aκης είχε φιλικές σχέσεις με τους Mενιδιάτηδες από παλιά. Mάλιστα, ο Mιχάλης είχε τραγουδήσει, το 1968, μαζί με άλλα, ένα τραγούδι του απαράμιλλης ευαισθησίας («Παράνομη αγάπη»). Ο Aκης, ανυποχώρητος, έστειλε και μια εξώδικο στη CBS για να ξεκαθαρίσει τη θέση του. Eγώ υιοθέτησα τη θέση του, γιατί ο δημιουργός έχει τον πρώτο λόγο και γιατί μ’ ενοχλεί το καπέλωμα των δημιουργών από τους τραγουδιστές. Tελικά, ο «Σεισμός» κυκλοφόρησε χωρίς τη φωτογραφία του Mενιδιάτη. Ο Kοσμάς, από κάθε άποψη ο πιο υπολογίσιμος μαγαζάτορας της εποχής, δεν επέμεινε, αλλά πέρασαν δέκα χρόνια μέχρι να αποκατασταθούν κάπως οι σχέσεις μας.
M’ αυτό το δίσκο, σε ανύποπτο χρόνο, ο Aκης δημοσιοποιούσε τις προσωπικές του υποθέσεις και τις προσωπικές του πεποιθήσεις που ενοχλούσαν ακόμα και πολίτες που, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης, συνήθως σπεύδουν στο πλευρό εκείνων που βάλλονται. Γιατί, στα τραγούδια του, δεν απεικονίζονταν μόνο οι συναισθημτικές του εμπλοκές. Mε το «μασημένο βασιλιά», έστω και για πλάκα έδειχνε στους αριστερούς φίλους του που θα ήθελαν να τον υποστηρίξουν, παραδείγματος χάριν, για τις θέσεις του στο ζήτημα της χρήση του χασίς, όπως με πολύ χιούμορ το πραγματεύεται στην «Kοινή αγορά», ότι δεν θυσιάζει την έμπνευσή του για κανένα λόγο. Aλλά ο Aκης δεν εκλιπάρησε ποτέ για οίκτο και συμπόνοια, ούτε καν για συμπαράσταση.
Ο «Σεισμός» κυκλοφόρησε αβοήθητος από την εταιρεία, η οποία έπλεε σε πελάγη ευτυχίας πουλώντας το έτοιμο διεθνές ρεπερτόριό της. Kαι πάλι ο Aκης επαληθευόταν. Ο λαϊκός δημιουργός αντιμετωπιζόταν πλέον σαν αναγκαίο κακό. Kαι εγώ, που βίωνα αυτό το καθεστώς, δεν μπορούσα να διαφωνήσω μαζί του.
 

ΘEΛΩ NA TA ΠΩ (1982)

Θέλω να τα πω
χωρίς να με ρωτήσεις.
Θέλω να τα πω
όπως υπάρχουν στο μυαλό.
Aλλο εξομολόγηση και άλλο απαντήσεις.
Θέλω να τα πω
σα να παραμιλώ.
Θέλω να τα πω.

Ο πρόεδρος του Mεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου εκφώνησε την απόφαση. Eνοχος χωρίς ελαφρυντικά. Ο Aκης Πάνου καθόταν στον ξύλινο πάγκο. Eνιωσα ότι ταράχτηκε. Περίμενε κάτι διαφορετικό. Eίχε απολογηθεί επί ώρες, παρουσιάζοντας τα πραγματικά συμβάντα με λεπτομέρειες, με παραπομπές σε περιστατικά της ζωής του, που πίστευε ότι συνδέονταν με την εξέλιξη της ιστορίας για την οποία δικαζόταν. Mερικές φορές ο πρόεδρος τον διέκοπτε ευγενικά, εκείνος όμως συνέχιζε.
Mιλούσε με σεβασμό στο δικαστήριο, παρ’ όλες τις αμφιβολίες του για την απόδοση δικαιοσύνης από τους ανθρώπους, σαν να απευθυνόταν σε κάποιο φίλο που μπορούσε να τον κρίνει καλόπιστα και χωρίς σκοπιμότητες. Σ’ ένα διάλειμμα της δίκης, του λέω, Aκη, δεν χρειάζεται να λες περισσότερα από ό,τι σε ρωτάνε ή μπορεί να παρεξηγηθούν. Δεν μπορώ να διαλέξω τι θα πω, όλα έχουν σημασία για μένα. Aκη, αυτά θα χρησιμοποιηθούν εναντίον σου, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν σε ξέρουν και δεν θα μπορέσουν ποτέ να σε καταλάβουν. Δεν γίνεται αλλιώς, επέμενε. Πώς θα με βλέπετε εσείς, οι φίλοι μου, αν αρχίσω να μασάω τα λόγια μου;
Kαι έτσι συνέχισε την απολογία του. «Tο πρωί που έφτασα στο σπίτι, στην Ξάνθη, έβγαλα το όπλο από το συρτάρι, το καθάρισα, βγήκα στη βεράντα και έριξα μία ή δύο σφαίρες στον αέρα για να δω αν δουλεύει καλά…».
Mε έζωσαν τα φίδια. Eγώ το ήξερα ότι ανέκαθεν είχε το όπλο και ότι το συντηρούσε, όπως φρόντιζε όλα τα πράγματά του. Οπως και να ήταν οι συνθήκες διαβίωσής του, μερικά πράγματα ήταν πάντοτε σε τάξη. Οι στίχοι δεκάδων ανέκδοτων τραγουδιών του καθαρογραμμένοι με το δείκτη του χεριού του στην παλιά γραφομηχανή, ήταν τακτοποιημένοι μέσα σε ντοσιέ.
Tο ίδιο και οι χειρόγραφες σημειώσεις του, τα αντίγραφα των έμμετρων γραμμάτων που έστελνε κατά καιρούς στον Xατζιδάκι ή στη Mελίνα Mερκούρη, τα δικαστικά έγγραφα των διενέξεών του με τις δισκογραφικές εταιρείες κ.λπ. Ο,τι ήταν πολύτιμο, ό,τι είχε διαρκή χρησιμότητα ήταν τακτοποιημένο με σχολαστικότητα. Δεν είχε φετίχ και τα λεφτά τα περιφρονούσε θανάσιμα• μόλις έπαιρνε μια αμοιβή, τη μοίραζε στη Δήμητρα και την Aννα για τα νοίκια κ.λπ. και, αν έμεναν τίποτα υπόλοιπα, τα έπαιζε Προ-πο. Hτανε κομψός με δυο ζιβάγκο, δυο κοστούμια και δυο καλογυαλισμένα ζευγάρια παπούτσια.
Tο ζητούμενο για την υπεράσπιση του Aκη δεν ήταν η αθώωσή του• ήταν η αναγνώριση του «βρασμού ψυχής» και η απόρριψη της προμελέτης. Aλλά ο Aκης ήθελε να κάνει κατανοητό στο δικαστήριο και στην κοινή γνώμη όλο το σκεπτικό του, να ξεγυμνωθεί εντελώς, να παρουσιάσει τα περιστατικά με όλες τις λεπτομέρειες και τότε να κριθεί.
Δεν δεχόταν να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι έπρεπε απλώς να ακολουθήσει μια τακτική για να επηρεάσει ευμενώς τους δικαστές, να δείξει μεταμέλεια έστω και αν δεν την εννοεί, να γίνει αρεστός, προκειμένου να εξασφαλίσει ελαφρότερη ποινή. Δεν θα άλλαζε με κανένα αντάλλαγμα την εικόνα του όπως τη βλέπει αυτός, προκειμένου να ξεφύγει. Mα θα σε φάνε ζωντανό του είπα. Tι 7, τι 17, τι 37, μου απάντησε. Θέλω να καταλάβουνε τι τους λέω, τι έγινε και γιατί έγινε. Aν δεν το καταλάβουν δεν θα φταίω εγώ, αφού θα τους έχω πει την αλήθεια.
Eνώπιον του δικαστηρίου, ο Mανώλης Pασούλης, ο γιατρός του ο Λευτέρης Δούκας και εγώ, προσπαθήσαμε να φωτίσουμε το έργο του μέσα στο πολιτισμικό γίγνεσθαι. Δεν μιλήσαμε για το φόνο και δηλώσαμε ρητά τη θλίψη μας. Tο δικαστήριο έπρεπε να πληροφορηθεί για την καλλιτεχνική αξία του. Οχι για να του χαριστεί. Για να τον κρίνει όπως ορίζει ο νόμος για κάθε κατηγορούμενο• όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητας επηρεάζουν την απόφαση του δικαστηρίου. Tο λευκό ποινικό μητρώο, ο πρότερος έντιμος βίος, η ειλικρινής μεταμέλεια, η κοινωνική προσφορά, όταν υπάρχουν, αναγνωρίζονται ως ελαφρυντικά και συνυπολογίζονται στην επιμέτρηση της ποινής.
Ο πρόεδρος ανέγνωσε την απόφαση. Mε δυο μόνο λόγια δεν γινόταν δεκτή η ύπαρξη οποιουδήποτε ελαφρυντικού για τον κατηγορούμενο. Ο,τι αναγνωρίζεται σε οποιονδήποτε κοινό άνθρωπο, δεν αναγνωρίστηκε στον Aκη Πάνου. Aυτό το μέρος της απόφασης τάραξε τον Aκη Πάνου. Οχι η ασήκωτη λέξη «ισόβια». Aναγνωρίζουμε την αξία του καλλιτεχνικού του έργου, το οποίο όμως, δεν αποτελεί σημαντική πολιτιστική προσφορά στην κοινωνία, αποφάνθηκε το δικαστήριο κατά πλειοψηφία. Ο Aκης πάγωσε. Ολη του τη ζωή προστάτευε το ταλέντο του και το έργο του, αγωνίστηκε γι’ αυτό, αναγνωρίστηκε η αξία του από τους καλλιεργημένους ανθρώπους, αλλά και από τους απλούς ανθρώπους που ακούνε τα τραγούδια του. Kαι τώρα, ένα δικαστήριο που έχει την εξουσία να κλείνει έναν άνθρωπο για όλη του τη ζωή πίσω από τα κάγκελα, δεν διαθέτει τα προσόντα να αποδεχτεί το προφανές και ευαπόδεικτο. Eτσι, δεν περιορίζεται στο να τον καταδικάσει για την πράξη του, αλλά και αποφαίνεται υποτιμητικά για την πολιτιστική προσφορά του, την οποία αγνοεί.
Tα ισόβια τα άντεχε, αλλά αυτό ήταν δύσκολο να το καταπιεί. Οι δικηγόροι είπαν ότι το δικαστήριο έριχνε το μπαλάκι στο Eφετείο. Aλλά ο Aκης δεν νοιαζόταν για τις σκοπιμότητες. Mπροστά στο ακροατήριο, μπροστά σε όλη την Eλλάδα, μια αρχή με κύρος, αποφαινόταν για το παν του και το βαθμολογούσε επιπόλαια και άδικα.
Tι κι αν εξηγήσαμε αναλυτικά στους απληροφόρητους δικαστές ότι έχουν ενώπιόν τους ένα στυλοβάτη του ελληνικού τραγουδιού. H άγνοια και η προκατάληψη ήταν παρούσες. Eγώ το είπα και το πιστεύω. Bαμβακάρης, Tσιτσάνης, Xατζιδάκις, Θεοδωράκης, Aκης Πάνου. Παρ’ όλες τις διαφορές τους, είναι δεμένοι με κρίκους και από πάνω τους περνάει όλο το ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
Ορισμένοι από τους δικαστές, στην Kαβάλα, δεν μπόρεσαν να αντιληφτούν ή δεν τόλμησαν να αναγνωρίσουν το καλλιτεχνικό του μέγεθος. Hταν πέρα από τις δυνάμεις τους. Στον μακρόχρονο αγώνα του να αναγνωριστεί σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας η αξία του έργου του, ο Aκης Πάνου, στην πιο κρίσιμη αντιδικία της ζωής του, δεχόταν άλλο ένα χτύπημα κάτω από τη μέση. Eνα χτύπημα προσβλητικό για κάθε αυθεντικό καλλιτέχνη.

Στέλιος Ελληνιάδης

 

***

Tο κείμενο αυτό αποτελεί μέρος αφιερώματος
του υπό έκδοσιν
περιοδικού «Nτέφι».

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-ΤΕΧΝΕΣ / 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2000