Παίξε, Τσιτσάνη μου…

20 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν πολύ χολωμένος από τη συμπεριφορά των νέων διευθυντών της Columbia που, αμέσως μετά το «Σκοπευτήριο» (1975), έκοψαν οριστικά τον ομφάλιο λώρο που τον συνέδεε με την εταιρεία, την οποία κατ’ ουσίαν συνδημιούργησε και στους καταλόγους της οποίας βρισκόταν ο τεράστιος πλούτος των τραγουδιών του.

Είχαμε μπει σε νέα φάση των πολιτισμικών δεδομένων, επιταχυνόμενη από τη χούντα που -κρυμμένη πίσω από τις φουστανέλες και τους σταυρούς- υπηρετούσε την αμερικανοκρατία, όχι μόνο στο πολιτικό αλλά και στο πολιτισμικό επίπεδο. Εκείνη την εποχή αρχίζει η κυριαρχία των πολυεθνικών και εισβάλλει το μάρκετινγκ που επιβάλλει την πρωτοκαθεδρία του τραγουδιστή σε βάρος του συνθέτη, ανατρέποντας τους όρους διαμόρφωσης και λειτουργίας του τραγουδιού.
Μέσα σε μια δεκαετία οι εταιρείες ολοκλήρωσαν την αλλαγή προσανατολισμού και η «μάνα» Columbia, χωρίς τον Τάκη Β. Λαμπρόπουλο, απομακρυνόταν από το λαϊκό τραγούδι, αποδεσμεύοντας τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Στράτο Διονυσίου, την Πόλυ Πάνου, τον Μανώλη Μητσιά, τη Δήμητρα Γαλάνη κ.ά., είτε λόγω «ύφους» είτε λόγω «δυστροπίας». Ο Στράτος τους έπεφτε βαρύς, ενώ ο Τσιτσάνης δεν συμμορφωνόταν με τη νέα «λογική», δηλαδή να δίνει μεμονωμένα τραγούδια κατά παραγγελία, για τους «προσωπικούς» δίσκους των τραγουδιστών.

Νέο ξεκίνημα

Οταν ανέλαβα τη θέση του διευθυντή παραγωγής ρεπερτορίου της CBS, τέλη 1976, προσπάθησα να συγκεντρώσω τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, με πρώτους τον Ακη Πάνου, τον Κώστα Βίρβο, τον Μπάμπη Μπακάλη, την Πόλυ Πάνου και βέβαια, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον οποίο δυσκολευόμουν να πείσω, γιατί η εμπιστοσύνη του στις εταιρίες είχε κλονιστεί.

Επιπλέον, του φαινόμουν πολύ νέος για μια τόσο βαρυσήμαντη θέση που κατείχα. Ομως, με τη συνεχή πολιορκία, επί ενάμιση σχεδόν χρόνο, κέρδισα την εμπιστοσύνη του και άρχισε να το συζητάει.

Αρχισε να με καλεί, όλο και πιο συχνά, στη Γλυφάδα, για να παρακολουθώ τις προσπάθειές του, που καταγράφονταν σε ένα μικρό κασετόφωνο, να φτιάξει μια εισαγωγή με το μπουζούκι, να βρει ένα «δρόμο», να επιλέξει κάποια τραγούδια. «Πώς σου φαίνεται αυτό; Συνηθισμένο; Τρέχει; Να αλλάξω αυτή τη λέξη;»

Τότε, κυριαρχούσε το ελαφρολαϊκό στιλ, η θύελλα του πολιτικού τραγουδιού δεν είχε καταλαγιάσει εντελώς και η αναβίωση του ρεμπέτικου βρισκόταν στα σπάργανα. Ο Τσιτσάνης δούλευε, αλλά το μεροκάματο ήταν ανάλογο της περιορισμένης πελατείας του μαγαζιού, αφού οι εταιρείες και τα ΜΜΕ τον είχαν λησμονήσει.
Ολοι οι παλιοί καλλιτέχνες είχαν διαφορετική νοοτροπία από τους σημερινούς. Οταν πήγαινε καλά το μαγαζί, παίρνανε τα συμφωνημένα, αλλά όταν δεν πήγαινε, μετά τη δουλειά έπαιρναν το όργανο ανά χείρας και έφευγαν χωρίς να περάσουν από το ταμείο, ή όπως έλεγαν στη γλώσσα τους «έφυγε χωρίς να πει καληνύχτα»! Μ’ αυτή τη μέθοδο, τα μαγαζιά δεν έκλειναν όταν είχαν αναδουλειές. Ετσι, δεν ξεφτιλιζόταν ο καλλιτέχνης και δεν καταστρεφόταν ο επιχειρηματίας.

Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι κανένας από τους λαϊκούς δημιουργούς δεν έκανε τεράστια περιουσία. Ακόμα και οι πιο «σφιχτοί» είχαν άλλες σταθμίσεις. Το λαϊκό τραγούδι ήταν κατά βάση έκφραση ενός τρόπου ζωής. Κανένας από τους σημαντικούς μουσικοσυνθέτες της χρυσής εποχής -Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Μητσάκης, Χιώτης, Καλδάρας, Δερβενιώτης, Καπλάνης, Παπαϊωάννου, Μπακάλης, Ακης Πάνου, Τάκης Σούκας – δεν έγιναν ζάπλουτοι. Ούτε ο Χατζιδάκις. Πάλευαν για τις αμοιβές και τα ποσοστά τους, αλλά ποτέ δεν καθόρισαν τις εσώτερες επιλογές τους και την πορεία τους από τα χρήματα. Σε αντίθεση με τη σημερινή τραγουδοκρατία, κάθε απόχρωσης, που αντάλλαξε την καλλιτεχνία με τα φράγκα, την γκλαμουριά και την εξουσία.

Στο «Χάραμα»-το λαϊκό μας μαγαζί

Με τον Τσιτσάνη συναντιόμουν τις περισσότερες φορές στο «Χάραμα».

Ο Τσιτσάνης δεν είχε γίνει της μόδας και, στο μαγαζί, τις καθημερινές, έπαιζε για πέντ’ έξι παρέες και φίλους. Μια τακτική «αντιπροσωπεία» δημοσιογράφων (Κώστας Παπαϊωάννου, Αντώνης Κορόβηλας, Γιώργος Κοντογιάννης, Νίκος Κακαουνάκης κ.ά.), οι ζωγράφοι Τάκης Τζίφας και Αντώνης Ιωάννου, οι κολλητοί του Ευγενία και Βασίλης Χριστιανός, ο συλλέκτης ρεμπέτικων δίσκων και μελετητής Σπύρος Παπαϊωάννου, ο Κώστας Χατζηδούλης, Πάνος Σωτηρόπουλος, η ντελικάτη Αννα Μελκίδου που «κεντούσε» με υπέροχα τσιφτετέλια, ο Τάσος Φαληρέας, που με ενθάρρυνε να πλησιάσω τον Τσιτσάνη, και μερικοί άλλοι που τον αγαπούσαν και τον στήριζαν στις δύσκολες χρονιές.

Συνήθως τα λέγαμε σ’ ένα από τα τραπέζια πάνω στο πατάρι και όταν είχαμε κάτι πιο σοβαρό, μου έκανε νόημα να πάω στην κουζίνα, σ’ ένα τραπεζάκι, κοντά στο μάγειρα, πιο ήσυχα και απόμερα. Οταν είχε ρεπό, τον συνόδευα σε μακρινούς νυχτερινούς περιπάτους ώς τη Βούλα ή τον πήγαινα για δουλειές με τη μοτοσικλέτα, τρεμάμενο! Του έλειπε το μαγαζί γιατί γύρω από το μαγαζί περιστρεφόταν η ζωή του. Εκεί έκλεινε τα ραντεβού, εκεί έκανε πρόβα, εκεί έτρωγε, εκεί την έβρισκε.

Ηξερε όλους τους τακτικούς πελάτες, τους χαιρετούσε με μια καλησπέρα ή ένα κούνημα του κεφαλιού. Ηταν πολύ καταδεχτικός. Μπορούσες να τον πλησιάσεις και να του ζητήσεις τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή «Το βαπόρι απ’ την Περσία» χωρίς να σου χαλάσει χατίρι. Απεχθανόταν τους κόντρα φωτισμούς γιατί ήθελε να βλέπει τους πελάτες, να ξέρει ποιος τον ακούει και να μετράει τις αντιδράσεις τους. Δεν του άρεσε να τραγουδάει σε σκιές, όπως συμβαίνει σήμερα στις συναυλίες και στα μαγαζιά-αλάνες.
Αμα χόρευε κανένας μερακλής, επιμήκυνε το ταξίμι στη μέση του κομματιού και το έπαιζε πιο στακάτα, ενώ όταν λικνιζόταν καμιά καλονή επαναλάμβανε τα κουπλέ και τα ρεφρέν περισσότερες φορές για να την κρατήσει στην πίστα, για να ικανοποιήσει τους πελάτες που τη χάζευαν, αλλά και τον εαυτό του, αφού οι γυναίκες αποτελούσαν με τη φυσική παρουσία τους τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης και ευχαρίστησής του. Και τότε, η όμορφη Ντίνα δεν προλάβαινε τους πελάτες που έραιναν τον καλλιτέχνη και τους χορευτές με λουλούδια. Το πρόγραμμα είχε τη σειρά του, αλλά προσαρμοζόταν ανάλογα με τα παρόντα «πρόσωπα», με τα κέφια του, με τις παραγγελίες των πελατών κ.λπ. Οχι μόνο δεν τον ενοχλούσε ο κόσμος στην πίστα, αλλά και τον διασκέδαζε πολύ. Μάλιστα, συχνά, κάθιζε δίπλα του στο πάλκο, κάποια από τις ωραίες κοπέλες που χόρευαν ή ήθελαν να τραγουδήσουν ή να φωτογραφηθούν μαζί του από τον Βαγγέλη, τον υπέρβαρο αλλά ευκίνητο φωτογράφο του μαγαζιού.

Ο Τσιτσάνης πίστευε ότι το λαϊκό μαγαζί δεν είναι βιτρίνα για να παρουσιάζει ο καλλιτέχνης τον εαυτό του, όποτε θέλει και για όσο τον βολεύει. Το βασικό γνώρισμά του είναι ότι είναι πάντα ανοιχτό. Σε καθημερινή βάση και απεριορίστως. Για να μπορεί ο πελάτης να πάει όποτε νιώσει την ανάγκη, όποτε θέλει να διασκεδάσει ή να απαλύνει τον πόνο του από κάποιο βάσανο. Το μαγαζί είναι ένα διαρκές θεραπευτήριο ψυχής στην υπηρεσία του πελάτη. Γι’ αυτό οι πελάτες είναι το μέτρο των πάντων. Αυτοί δέχονται ή απορρίπτουν τα τραγούδια. Είναι ο δοκιμαστικός σωλήνας από τον οποίο ο δημιουργός παίρνει όλες τις απαραίτητες «πληροφορίες».

Ο Τσιτσάνης μετρούσε ακόμα και τα χαμόγελα, τις γκριμάτσες και τους αναστεναγμούς των πελατών. Αλλοι ήταν χαρούμενοι κι άλλοι σεκλετισμένοι, άλλοι ερωτεύονταν κι άλλοι χώριζαν, άλλοι ήταν διακριτικοί κι άλλοι σαματατζήδες. Τους καταλάβαινε από τον τρόπο που κάθονταν, που έπιναν, που ξόδευαν, που χόρευαν. Ακουγε τις ιστορίες τους από πρώτο χέρι όταν κατέβαινε στα τραπέζια και καθόταν με τις παρέες ή από τους σερβιτόρους.

Ολη του τη ζωή στηρίχτηκε στους πελάτες των μαγαζιών όπου δούλευε. Γι’ αυτό δεν διεκδίκησε λεφτά από το κράτος, γι’ αυτό δεν χρειάστηκε να ανέβει από το υπόγειο στο σαλόνι για να δεξιώνεται πολιτικούς και παράγοντες που θα του εξασφάλιζαν χορηγίες και εξαρτήσεις. Φίλος με όλους, αλλά όχι άλλα νταραβέρια.

Το τραγούδι υπάρχει χάρη στα μαγαζιά, μου έλεγε. Το μαγαζί μάς συντηρεί, αλλά κυρίως μας φέρνει σε άμεση καθημερινή επαφή και επικοινωνία με τον ακροατή, το μαγαζί μας δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε σε καθημερινή βάση αυτό που μας εκφράζει, και στο μαγαζί δουλεύεται το τραγούδι.

Η νύχτα αλλάζει

Εκείνα τα χρόνια, ο Τσιτσάνης παρακολουθούσε ανεπηρέαστος τις αλλαγές που γίνονταν στη διασκέδαση. Ηταν η δεύτερη φάση των αλλαγών που επηρέασαν την εξέλιξη του λαϊκού τραγουδιού. Στην πρώτη, ο ίδιος με επιμονή και θυσίες αρνήθηκε να παραδώσει τα πρωτεία στους τραγουδιστές που με την υποστήριξη των μεγάλων εταιρειών, παραγκώνιζαν τους συνθέτες. Προτίμησε τα χαμηλότερα μεροκάματα και τα «δεύτερα» μαγαζιά προκειμένου να διατηρήσει το ρόλο του. Δεν δέχτηκε να μπει κάτω από τους τραγουδιστές, ούτε να τους παραδώσει την επιμέλεια του προγράμματος.

Ο Τσιτσάνης ήξερε καλά ότι το λαϊκό τραγούδι άνθιζε τα χρόνια που αναμφισβήτητος επικεφαλής των προγραμμάτων ήταν ο συνθέτης. Το κέντρο διασκέδασης ήταν ένα εργαστήρι όπου ο αρχιμάστορας που έκανε γενικό κουμάντο έδενε τα αισθήματα και τα βιώματα με τη μουσική. Τσιτσάνης, Χιώτης, Καλδάρας, Δερβενιώτης, Μητσάκης, Παπαϊωάννου, Ζαμπέτας, Τατασόπουλος, Καπλάνης… Αυτοί γεννούσαν, καθοδηγούσαν και εξόπλιζαν με τα κατάλληλα τραγούδια τούς τραγουδιστές.

Στα χρόνια που αναπτυσσόταν το λαϊκό τραγούδι, τα μαγαζιά ήταν ο χώρος ζύμωσης. Γι’ αυτό, όταν άρχισε να αλλάζει ο χαρακτήρας του μαγαζιού και η πελατεία, το λαϊκό απορυθμίστηκε και βγήκε από τα νερά του, σαν τα δελφίνια και τις φάλαινες που όταν χάσουν τον προανατολισμό τους ξεβράζονται στην άμμο.

Ο Τσιτσάνης ήταν περήφανος που δούλευε στο «Χάραμα», χωρίς ακριβή διακόσμηση, με κοινά τραπεζομάντηλα, μέσα στο άλσος της Καισαριανής, δίπλα στον τόπο εκτέλεσης των 200 πατριωτών από τους γερμανούς κατακτητές. Ο Παπαλαζάρου και ο Κίμωνας που διαχειρίζονταν το μαγαζί δεν είχαν παράλογες απαιτήσεις και έμεναν αμέτοχοι στους ψευτοδιαπληκτισμούς του Τσιτσάνη με την Μπέλλου.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο θαυμάσιο φιλμ-αφιέρωμα που σκηνοθέτησε ο φίλος μου και συνεργάτης Γιάννης Μπασίπαγλης για τον Τσιτσάνη, το μοναδικό με πρωταγωνιστή τον ίδιο, με αφορμή τα τραγούδια που ηχογραφούσαμε, τα γυρίσματα δεν έγιναν στο Ηρώδειο ή σε κανένα shic μέρος, αλλά στο υπόγειο του σπιτιού του και στο μαγαζί. Ο Τσιτσάνης δεν κομπλάρει απ’ τη λιτότητα του ντεκόρ και αισθάνεται άνετα στο φυσικό του χώρο. Βάζει τον Γιώργο Νταλάρα που συμμετέχει ως «γκεστ σταρ», απέναντί του, στο τραπεζάκι που κάθε βράδυ τρώει την μπριτζόλα του, για να τραγουδήσουν μαζί την «Αρχόντισσα», με φόντο στοίβες από λευκά φρεσκοπλυμένα πιάτα.

Αυτά, την εποχή που οι μισοί τραγουδιστές σπρώχνονταν για μια θέση στα κοσμικά μαγαζιά της παραλίας και οι άλλοι μισοί, οι «ποιοτικοί», ετοιμάζονταν να καταγγείλουν τα λαϊκά μαγαζιά ως τόπους κατωτάτης υποστάθμης για να μεταπηδήσουν στις μεγαλομπουάτ, τα θέατρα, τις μουσικές σκηνές και τα «στούντιο», προκειμένου να ευπρεπίσουν «τα μπουζούκια», παραμερίζοντας ή υπαλληλοποιώντας τους συνθέτες, καταργώντας το φαγητό και απαγορεύοντας το χορό! Ετσι, μεταλλάσσοντας το ζεϊμπέκικο από χορευτικό τραγούδι σε ακουστική μπαλάντα και δένοντας τον ακροατή των λαϊκών τραγουδιών στην καρέκλα επί ποινή επίπληξης ή αποβολής (μόνο χειροκροτήματα που αποθεώνουν τον τραγουδιστή-θεό επιτρέπονται), αποκαθαίρουν το λαϊκό τραγούδι, προετοιμάζοντάς το για να μπει στα σαλόνια και τα γήπεδα!

Ηχογράφηση και λογοκρισία

Μια εποχή, πήγαινα στο «Χάραμα» με τη Ζανέτ Καπούγια, από την Ουρουγουάη. Του άρεσε πολύ, ως τραγουδίστρια και ως γυναίκα, και έδινε σήμα στην ορχήστρα να παίξει το «Γκουανταναμέρα» για να ανέβει η Ζανέτ στο πάλκο. Ο ίδιος έπαιζε μπουζούκι στο «Ποροπομπέρο» και τη συνόδευε στα φωνητικά. Μου έλεγε ότι του θύμιζε τη Νίνου, με τη φωνή και το μπρίο της. Και δεν μπλόφαρε, αφού όταν μπήκαμε στο στούντιο του Σμυρναίου, στην οδό Σκαραμαγκά, στο Μουσείο, για τις «12 νέες λαϊκές δημιουργίες», μου λέει, θέλω τη Ζανέτ για δεύτερη φωνή στο τραγούδι «Η τελευταία μου ζαριά». Βασίλη, του απαντάω, ακόμα της μαθαίνω να προφέρει σωστά τα ελληνικά, φοβάμαι μήπως δεν τα καταφέρει. Εκανα τον «δύσκολο» στον άνθρωπο που είχε αναδείξει τις ωραιότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού!

Εκείνος ήξερε πού πατούσε σταθερά και πού χρειαζόταν ενίσχυση. Κράτησε για τον εαυτό του εκείνα που του πήγαιναν και μοίρασε τα άλλα στους συνεργάτες του, Ελένη Γεράνη, Ανθή Αγγελίδου και Ηλία Μακρή. Στο μπουζούκι, επιστράτευσε δίπλα του τον περίφημο Γιάννη Παλαιολόγου, ένα σπουδαίο μπουζουξή, που δεν έδρεψε ποτέ τις δάφνες που του αξίζουν.

Σε λίγες ώρες ηχογραφήσαμε τα δώδεκα τραγούδια στο Polysound, αλλά η υποστήριξη που είχε ο δίσκος από το διαφημιστικό τμήμα της εταιρείας εξαντλήθηκε σε μια ωραία παρουσίαση στον «Βρούτο», στου Στρέφη. Και σαν μην έφτανε αυτό, η επιτροπή λογοκρισίας της ΕΡΤ, απαγόρευσε τη μετάδοση όλων των κομματιών του δίσκου ως ακατάλληλων!

Είχαν περάσει από την επιτροπή του υπουργείου Προεδρίας που λογόκρινε προληπτικά, αλλά για να μεταδίδονται τα τραγούδια από το μονοπωλιακό κρατικό ραδιόφωνο έπρεπε να περάσουν και από την αντίστοιχη επιτροπή της ΕΡΤ που τα χαρακτήριζε ελεύθερα ή όχι!

Ενώ η επιτροπή του υπουργείου έλεγχε κυρίως τους στίχους, η επιτροπή της ΕΡΤ έλεγχε κυρίως το ύφος και το είδος των τραγουδιών! Ετσι, τα τραγούδια του Τσιτσάνη αντιμετωπίζονταν με μεγάλη προκατάληψη από τους κρατικούς υπαλλήλους, αφού η υπαγωγή τους στην κατηγορία των «βαριών» λαϊκών, συνεπαγόταν την απαγόρευση της ραδιοφωνικής μετάδοσής τους. Απ’ αυτή την άποψη, το λαϊκό τραγούδι παρέμενε θύμα της κρατικής αυθαιρεσίας και του αποκλεισμού ακόμα και μετά την ουσιαστική άρση της λογοκρισίας στο πολιτικό τραγούδι!

Με τον κατάλογο των κομμένων τραγουδιών στο χέρι, ανέβηκα θυμωμένος στην ΕΡΤ. Η επιτροπή έκρινε ότι τα τραγούδια αυτά δεν είναι ποιοτικά, μου εξήγησε η διευθύντρια του ραδιοφώνου. Απ’ όλα, μόνο ένα-δυο θα μπορούσαν να περάσουν, αν διορθωθούν! Για παράδειγμα, η επιτροπή θεωρεί την «Αθηναίισσα» πολύ μάγκικη, και αν αλλάξουν οι λέξεις που προκαλούν, όπως «μαγκίτισσα», θα επανεξεταστεί και ίσως περάσει!..

Το ίδιο βράδυ, μετέφερα στον Τσιτσάνη το ρεζουμέ. Ο Βασίλης στεναχωρέθηκε πολύ για τα τραγούδια του και για την εταιρεία. Θα πάμε στο στούντιο να αλλάξουμε το στίχο, μου λέει, για να έχετε τουλάχιστον ένα τραγούδι να παίζετε στις ραδιοφωνικές σας εκπομπές.

Τόσο συνεργάσιμος ήταν, ακόμα και μπροστά στην κρατική βαρβαρότητα.

Εξοστρακισμού συνέχεια

Μετά την αποχώρησή μου λόγω διαφωνιών από τη CBS, τέλη ’79, σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες που είχα συγκεντρώσει περιέπεσαν σε δυσμένεια, από τον Τσιτσάνη ώς τη Μαρίζα Κωχ. Η εταιρεία στρεφόταν πλέον στον Λευτέρη Πανταζή και την Αντζελα Δημητρίου. Ο Τσιτσάνης βρέθηκε πάλι εκτός εταιρείας. Ημασταν και οι δύο άστεγοι!

Το 1982, η παρέα μας (Φαληρέας, Κοντογιάννης, Ακης Πάνου, Αρβανίτης, Παπαδάκης και λοιποί) βγάλαμε το «Ντέφι» και ανοίξαμε το θέατρο Λυκαβηττού με την ιστορική συναυλία «Ανατολικά της Αθήνας». Ετσι, την επόμενη χρονιά σκεφτήκαμε να οργανώσουμε μια συναυλία για να τιμήσουμε τον Τσιτσάνη.

Ενα βράδυ, λίγες μέρες πριν από τη συναυλία που είχαμε εξαγγείλει, τον βρήκα με τις πιτζάμες στο προαύλιο του υπογείου της Γλυφάδας, ακινητοποιημένο σε μια καρέκλα, με το χέρι του, από τον καρπό και κάτω, στο γύψο! Θέλω να πάω στην τουαλέτα εδώ και δυο ώρες και δεν μπορώ μ’ αυτό το καταραμένο το πράμα που δεν λέει να στεγνώσει, μουρμούριζε εκνευρισμένος. Βάλαμε τα γέλια, με τον Σώτο Αλεξίου, που ήθελε με το εκμαγείο να φιλοτεχνήσει τα μαγικά δάχτυλα του δεξιοτέχνη. Αφήσαμε για λίγο τον γλύπτη και μπήκαμε μέσα να κουβεντιάσουμε. Ακούμπησα πάνω στο κρεβάτι την προκαταβολή από τα λεφτά που είχαμε συμφωνήσει, αλλά ο Βασίλης ήταν αρνητικός. Στέλιο, με βασανίζει πάρα πολύ αυτή η συναυλία στο Λυκαβηττό. Εκεί πάνω, θα πουντιάσω και θα πεθάνω. Τώρα, με το ζόρι αναπνέω. Με καταλαβαίνεις, έτσι;
Η αγάπη επικράτησε, η συναυλία ακυρώθηκε!

Κοντά στο τέλος

Την εποχή 1980-1984, το λαϊκό τραγούδι είχε μια εκτυφλωτική αναλαμπή! Λίγο η φασαρία που έκανε το «Ντέφι» αποενοχοποιώντας το λαϊκό τραγούδι, λίγο οι κομπανίες και οι επανεκδόσεις των ρεμπέτικων τραγουδιών, λίγο οι νέοι δημιουργοί και ερμηνευτές (Ξυδάκης, Ρασούλης, Παπάζογλου, Νικολόπουλος, Γλυκερία, Βιτάλη κ.ά.), λίγο το άνοιγμα της τηλεόρασης της ΕΡΤ επί Βασίλη Βασιλικού, λίγο οι ζεϊμπεκιές του Ανδρέα Παπανδρέου στο «Χάραμα», όλα μαζί δημιούργησαν ένα καλύτερο περιβάλλον για τον Τσιτσάνη που εν αγνοία των πάντων διήνυε την τελευταία φάση της ένδοξης και πλούσιας ζωής του, παίζοντας και τραγουδώντας στο «Χάραμα»!

Ομως, οι μεγάλες εταιρείες, που συνέχισαν να επανεκδίδουν τις κλασικές επιτυχίες του (και ένα «ζωντανό» από την Κρήτη η Μίνως), δεν ενδιαφέρθηκαν να τον αγκαλιάσουν ξανά! Γι’ αυτό, ο Τσιτσάνης βρήκε αποκούμπι στη μικρή Venus της ηρωικής Τζίνας, που μέχρι σήμερα αγωνίζεται με το δισκοπωλείο τής Πανεπιστημίου, ηχογραφώντας και κυκλοφορώντας «Το Χάραμα» (1980) και την έσχατη «Λιτανεία» (1983).

Από το ’77 ώς το τέλος του ’83, που τον παρακολουθούσα από πολύ κοντά, σαν φίλος και συνεργάτης του, ο Τσιτσάνης υπογράμμισε με τη συνέπειά του τη σπουδαιότητα του λαϊκού μαγαζιού στη γέννηση και λειτουργία του τραγουδιού. Εδωσε δε, μερικές δεκάδες τραγούδια, καινούρια, ανέκδοτα παλιά και παλιά σε νέα εκτέλεση, σημαντικά σε ποσότητα και ποιότητα. Από το «Δηλητήριο στη φλέβα» που ξαναηχογραφήθηκε από τη Γλυκερία και μπήκε στο ρεπερτόριο πολλών τραγουδιστών, ώς το περίφημο «Βαπόρι απ’ την Περσία» που δεν έγινε δισκογραφική επιτυχία όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1980, σαν επίκαιρο σχόλιο και σε ένδειξη συμπόνιας προς όλα «τα αλάνια που θα μείνουνε χαρμάνια», αλλά χρόνο με το χρόνο έγινε τεράστιο σουξέ διαχρονικό!

Κάτω από συνθήκες «παντός καιρού», ο Τσιτσάνης με το έργο και τη στάση του όρισε τα πλαίσια και τις συντεταγμένες του λαϊκού τραγουδιού. Σήμερα έχει περάσει στο πάνθεον των ηρώων. Τον αναγνωρίζουν οι πάντες και τα τραγούδια του είναι πανταχού παρόντα.

Ομως, το πνεύμα του είναι αλλού. Οι δημιουργοί του τραγουδιού εξαφανίστηκαν ή αλλοτριώθηκαν με τις επιχορηγήσεις, οι τραγουδιστές επικράτησαν κατά κράτος, τα μαγαζιά μετατράπηκαν σε ευρωεισπράκτορες, τα ΜΜΕ στηρίζουν οτιδήποτε φτηνό, γελοίο και κακόγουστο, οι εταιρείες δίσκων βούλιαξαν κάτω από το βάρος της ασχετοσύνης και της αφροσύνης, και, τέλος, οι πελάτες το ‘βαλαν στα πόδια κι όπου φύγει-φύγει!..
Ο Τσιτσάνης δεν θα ξανάρθει, ποτέ!

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 7-  στις 11/01/2004
Advertisements

3 thoughts on “Παίξε, Τσιτσάνη μου…

  1. Ο/Η sotos alexiou λέει:

    Σωστός όπως είσουν και πολύ παλιά
    από το πρώτο περιοδικό, στην περιοδο της Χοντας. Για φαντάσου μεγαλωσα και δεν θυμαμαι τον τίτλο του περιοδικού είμαι εκώς αθηνών όταν πάω σπίτι θα βρω τα περιοδικά . έχω αρκετά θυμάμε όμως μια ατάκα από ένα διηγημα που λέει ..(αχ αν είθελες θα μου φευγαν τα σπιράκια ). περισσοτερα όταν επιστρέψω στη βάση μου.
    νασε καλλά Στέλιο
    Σώτος Αλεξου

    • Ο/Η alexiousotos λέει:

      Λοιπόν Στέλιο !
      τι μικρός που έγινε ο κόσμος? Προσπαθώντας να μπω στο δικό μου σαϊτ έπεσα πάνω σε σένα .Ας πω δυο πράγματα τώρα που έχω χρόνο. Είμουν στο στο Los Amgeles για το Masters of Art
      και το περιοδικό το ΣΗΜΑ μου το στέλνανε από την Αθήνα . Ήταν η επαφή μου με την Ελλάδα . Ειμουν
      και ερωτευμένος και αυτή η φράση από το διήγημα μου έμεινα σαν «μότο» ( Αχ Ελσα αν ήθελες εσύ θα μου φεύγαν τα σπυράκια ) Γράφανε και άλλοι εκεί αλλά δεν θυμάμαι ποιοι . Θα ήθελα να μάθω ποιοι γράφανε .
      Σώτος Αλεξίου
      Γλύπτης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s